Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr

Γενικές Πληροφορίες για τη Μύκονο

Η Μύκονος είναι νησί του Αιγαίου Πελάγους και ανήκει στις Κυκλάδες. Διοικητικά ανήκει στη Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, με δική της Περιφερειακή Ενότητα και Δήμο. Πρωτεύουσά του είναι η πόλη της Μυκόνου, γνωστή και ως Χώρα, η οποία βρίσκεται στη δυτική πλευρά του νησιού. Ο μόνιμος πληθυσμός αγγίζει τους 10.134 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, με τον αντίστοιχο de facto πληθυσμό να φτάνει τους 14.189 κατά την απογραφή του ίδιου έτους.

Αποτελεί ενιαίο νησιωτικό σύμπλεγμα μαζί με τη Δήλο, τη Ρήνεια και μερικές βραχονησίδες με συνολική έκταση 105,481 τετραγωνικά χιλιόμετρα και μήκος ακτογραμμής 89 χιλιόμετρα. Η Δήλος, η Ρήνεια και η Μύκονος, κατοικημένη ήδη από την 5η χιλιετία π.Χ. (προϊστορικός οικισμός της Φτελιάς), έχουν μοιραστεί μια μακραίωνη, όσο και πλούσια ιστορία.

Η συνολική της επιφάνεια είναι 105,481 τετραγωνικά χιλιόμετρα ενώ το μήκος των ακτών της φτάνει τα 89 χλμ. Έχει μέγιστο μήκος 14 περίπου χλμ και πλάτος 10χλμ. Οι ακτογραμμές της σχηματίζουν κόλπους που εισχωρούν σε βάθος μέσα στην ξηρά.

Σημαντικότεροι κόλποι είναι της Χώρας, του Πανόρμου και του Ορνού. Δύο οικοσυστήματα τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον είναι δύο παράκτιοι υγροβιότοποι στον όρμο Πανόρμου και βορειότερα αυτού, που πλημμυρίζουν περιοδικά σχηματίζοντας μικρές λιμνοθάλασσες.

Επιπλέον, στην θαλάσσια περιοχή του Πανόρμου καθώς και σε άλλα σημεία γύρω από το νησί παρατηρούνται, συχνά, φώκιες. Στην ίδια περιοχή υπάρχει το καταφύγιο θηραμάτων Μοροέργου (4.200 στρέμματα).

Το νησί είναι κυρίως λοφώδες, ενώ κοντά στις ακτές δεν υπάρχουν μεγάλες επίπεδες επιφάνειες. Οι ψηλότερες κορυφές του νησιού είναι του Προφήτη Ηλία, Άνω Μεράς (341μ.) και οι δύο γειτονικές κορυφές, Βάρδιες (372μ.) και Προφήτη Ηλία (386μ.) βορείως της χώρας.

Η συνολική έκταση του νησιού είναι 105.481 στρέμματα. Από αυτά τα 15.800 είναι καλλιεργούμενες εκτάσεις ή αγραναπαύσεις, τα 41.000 στρέμματα χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι, 2.000 στρέμματα καλύπτονται από νερά, 25.200 στρέμματα καταλαμβάνουν οι οικισμοί και τα υπόλοιπα 21.400 στρέμματα αποτελούν άλλες εκτάσεις, κυρίως βραχώδεις.

Μυθολογία

Ο κλασικός μύθος θέλει τους Γίγαντες, που εξόντωσε ο Ηρακλής κατά τη Γιγαντομαχία, θαμμένους κάτω από τους επιβλητικούς βραχώδεις σχηματισμούς της Μυκόνου. To όνομά της φαίνεται να δηλώνει το «σωρό λίθων» ή τον «πετρώδη τόπο». Κατά μία μεταγενέστερη παράδοση, το νησί συνδέεται με τον ήρωα Μύκονο, γιο του βασιλιά της Δήλου Άνιου, που ήταν με τη σειρά του γιος του Απόλλωνα και της νύμφης Ροιούς -απογόνου του Διονύσου.

Ιστορία

Αρχαιότητα – Ρωμαϊκά – Βυζαντινά Χρόνια

Κάρες και Φοίνικες λέγεται ότι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Μυκόνου, αλλά οι Ίωνες από την Αθήνα ήταν αυτοί που εγκαταστάθηκαν και κυριάρχησαν στη νήσο γύρω στο 1000 π.Χ., εκδιώκοντας τους προηγούμενους. Αναφέρεται ότι στο φτωχό αν και γεωργικό νησί υπήρχαν δύο πόλεις, στις οποίες στάθμευσαν ο Δάτις κι ο Αρταφέρνης το 490 π.Χ. Πρόσωπα λατρείας αποτελούσαν κυρίως ο Διόνυσος, η Δήμητρα, ο Δίας, ο Απόλλων, ο Ποσειδώνας κι ο Ηρακλής, ενώ πέρασε από τα χέρια των Ρωμαίων σ’ εκείνα των Βυζαντινών και αντίστοιχα υιοθετήθηκαν οι θρησκευτικές τους συνήθειες. Οι τελευταίοι εκτέλεσαν έργα για την άμυνα, κατά των Αράβων πειρατών, τον 7ο αιώνα και διατήρησαν το νησί υπό τη διοίκησή τους μέχρι το τέλος του 12ου αιώνα.

Βενετοκρατία – Οθωμανική κυριαρχία

Μετά τη θλιβερή κατάληξη της Δ’ Σταυροφορίας σε βάρος του Βυζαντίου το 1204, το νησί παραχωρείται στους Ανδρέα και Ιερεμία Γκίζι (συγγενείς του Δόγη Δάνδολου). Το 1292 φαίνεται να λεηλατείται από Καταλανούς και αφήνεται στον άμεσο έλεγχο των Βενετών από τον θνήσκοντα τελευταίο Γκίζι, το 1930. Έκτοτε, απετέλεσε ενιαία ενετική εδαφική κτήση με την Τήνο. Κατά τη διάρκεια της επικυριαρχίας των Βενετών, καταστρέφεται από το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα, ναύαρχο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, στα 1537. Επί Οθωμανών, υπάγεται στη δικαιοδοσία του αρχηγού του Οθωμανικού στόλου, του Καπουδάν Πασά και σχεδόν αυτοδιοικείται κατά το σύστημα της εποχής, έχοντας βοεβόδα και επιτρόπους, που προσπαθούν όπως μπορούν να κρατήσουν ίσες αποστάσεις από Τούρκους και Βενετούς (οι τελευταίοι αποσύρονται οριστικά από την περιοχή με την παράδοση της Τήνου στους Οθωμανούς, το 1718).

Προεπαναστατικά χρόνια

Ο πληθυσμός της Μυκόνου, ο οποίος κυμαίνεται κατά κανόνα τη νεότερη περίοδο ανάμεσα σε 2.000 και 5.000 ψυχές, ενισχύθηκε περισσότερες από μία φορές από πάροικους, προερχόμενους από την  Κρήτη ή τα κοντινότερα νησιά Νάξο, Φολέγανδρο, Σίκινο, Κίμωλο και λοιπά. Κύρια αιτία, οι λιμοί και οι επιδημίες, ως επακόλουθα των συχνών πολέμων, μέχρι τα τέλη του 18ου – αρχές του 19ου αιώνα. Το νησί, λόγω γεωγραφικής θέσεως, αναδεικνύεται με σταθερό ρυθμό σε σημαντικό σταθμό ανεφοδιασμού για τα ξένα εμπορικά πλοία. Οι Μυκονιάτες κατά την ίδια περίοδο, θεωρούμενοι καλοί ναυτικοί, επιδόθηκαν βαθμιαία με επιτυχία στη ναυτιλία και το εμπόριο, έχοντας δοκιμαστεί προηγουμένως κατάλληλα απέναντι στην πειρατεία. Πολλοί συμμετείχαν ενεργά στην εξέγερση των νησιών, γνωστή ως «Ορλωφικά» (1770 – 1974), που κατέληξε ευτυχώς σε όφελος της Αικατερίνης Β΄ της Ρωσίας αλλά και των νησιωτών, κρίνοντας από τις ευνοϊκές για το ελληνικό εμπόριο συνθήκες που διαμορφώθηκαν την αμέσως επόμενη περίοδο.

Απελευθερωτικός αγώνας – Μαντώ Μαυρογένους

Κατά την Επανάσταση του 1821, οι Μυκονιάτες οδηγούμενοι από την ηρωίδα του νησιού Μαντώ Μαυρογένους, γόνο ισχυρής αριστοκρατικής οικογένειας και μεγαλωμένη στην Τεργέστη με τις ιδέες του Διαφωτισμού, συμβάλλουν ενεργά στον Αγώνα. Αποκρούουν με ζήλο μία επίθεση μοίρας του Τουρκικού στόλου το έτος 1822 και συμμετέχουν στον απελευθερωτικό αγώνα με τέσσερα εξοπλισμένα πλοία, δύο εξ’ αυτών ανέλαβε να συντηρεί με ίδια έξοδα η Μαντώ, εξανεμίζοντας μία σημαντική πατρογονική περιουσία.

19ος – 20ος αιώνας

Με τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, η Μύκονος βλέπει να αναγεννιέται, στα κοινωνικά της όρια, μία δυναμική αστική και μικροαστική τάξη. Καλλιεργεί ιδιαίτερους δεσμούς με τη νότια Ρωσία, κυρίως με την Οδησσό και τις πόλεις της Κριμαίας, το Λιβόρνο της Ιταλίας και τη Μασσαλία της Γαλλίας, την Αλεξάνδρεια, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και με την ανερχόμενη Σύρο. Η πλήρης επικράτηση όμως της τεχνολογίας του ατμού, προς τα τέλη του 19ου αι., και η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου, το 1904, της αφαίρεσαν πολλή από τη δραστηριότητά της, με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι Μυκονιάτες να ξενιτευτούν σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Ορισμένοι στο εξωτερικό, αρχικά στη Ρωσία μέχρι τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και ύστερα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, και περισσότεροι στα νέα αστικά κέντρα του εσωτερικού όπως ο Πειραιάς και η Αθήνα. Δημογραφική ανάκαμψη θα παρατηρηθεί πάλι μετά τα πρώτα οικονομικά σκιρτήματα του Τουρισμού, τη δεκαετία του ’30, και στη συνέχεια την καθιέρωσή του ως τη βασική εμπορική υπηρεσία του νησιού. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που είχε ξεκινήσει, από το 1873, στη Δήλο η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας, είχαν αναδείξει από πολύ νωρίς την περιοχή στη συνείδηση της «ελίτ» των ανθρώπων που είχαν την άνεση και την επιθυμία να ταξιδέψουν στην Ελλάδα. Όπως προαναφέρθηκε, ήδη από το 1930 αρκετοί διάσημοι επισκέπτονταν το νησί και ανακάλυπταν μαζί με τις εντυπωσιακές αρχαιότητες της Δήλου, τις δικές του σπάνιες χάρες. Με την αλματώδη ανάπτυξη της βιομηχανίας του Τουρισμού στη νότια Ευρώπη μεταπολεμικά, η Μύκονος αφομοιώνει αποτελεσματικά τα νέα δεδομένα και, με την εργατικότητα, την αμίμητη φινέτσα και την επιχειρηματική αντίληψη των ανθρώπων της, διεκδικεί μια από τις πιο αξιοζήλευτες θέσεις στη διεθνή τουριστική αγορά.

Τοπικά προϊόντα

Η μυκονιάτικη λούζα: είναι ένας πολύ χαρακτηριστικός όσο και νόστιμος μεζές που συναγωνίζεται σε προτίμηση, για όσους γνωρίζουν την ελληνική γαστρονομία, τα περίφημα λουκάνικα της Μυκόνου. Πρόκειται για ένα παραδοσιακό αλλαντικό που γίνεται από ντόπιο χοιρινό και περιλαμβάνει ολόκληρο το φιλέτο από τη ράχη του ζώου με το λίγο λίπος που το περιβάλλει. Αυτό, στεγνώνει και «ψήνεται» στο βοριά των αρχών του χειμώνα και τον ήλιο, προετοιμασμένο με αρκετό αλάτι, πιπέρι και άλλα μυρωδικά (θρύμπη). Μετά την περίοδο ωρίμανσης, διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα στην κατάψυξη, ώστε να μη στεγνώσει και αλλοιωθεί. Σερβίρεται ως εκλεκτός μεζές, κομμένη σε λεπτές φέτες με σκούρο ροδοκόκκινο χρώμα και αφήνουν στο στόμα όλη τη νοστιμιά και το πλούσιο άρωμά της. Πρόκειται για μία ιδιαίτερη συνταγή της μυκονιάτικης κουζίνας. Η λεγόμενη μικρή λούζα που φτιάχνεται από τον άλλο ραχιαίο μυ του χοίρου -το «ψαρονέφρι»-, είναι πιο τρυφερή και συχνά αποκαλείται «μπούμπουλο».

Η κοπανιστή της Μυκόνου: είναι ένα τυπικό, πολύ πικάντικο τυρί,  το οποίο εκτιμάται για την ξεχωριστή πιπεράτη νοστιμιά του. Συνοδεύει θαυμάσια το ούζο και κάθε δυνατό ελληνικό απεριτίφ, επάνω σε ψωμί ή -σύμφωνα με τις μυκονιάτικες παραδόσεις- σε μουσκεμένο κρίθινο παξιμάδι, μαζί με ντομάτα ή αγγούρι. Μπορεί να αναμιχθεί και με βούτυρο ή άλλο άσπρο τυρί, προκειμένου να δώσει μια ελαφρύτερη γεύση, αλλά διατηρείται δυσκολότερα. Η κοπανιστή είναι το αποτέλεσμα μιας ελεγχόμενης και επαναλαμβανόμενης ζύμωσης που γίνεται με τη φροντίδα του παραδοσιακού τυροκόμου, σε βάση ντόπιου ανάμικτου τυριού (αιγοπρόβειου), το οποίο αφού ωριμάσει, διατηρείται εύκολα μέσα σε πήλινο ή γυάλινο βάζο. Η παρασκευή της είναι γνωστή και στα άλλα νησιά των Κυκλάδων, αλλά διαφέρει αισθητά ούσα η πλέον δυνατή και αρωματική.

Πηγή: Δήμος Μυκόνου

Διαμονή στη Μύκονο: Βρες το ιδανικό κατάλυμα για αξέχαστες διακοπές!

Booking.com
Translate »
error: Content is protected !!
You don't have permission to register