Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr
Νομός Τρικάλων χωριά, οικισμοί, πόλεις

Χωριά στο Νομό Τρικάλων

Πόλεις & Χωριά στο Νομό Τρικάλων

Δήμος Μετεώρων

Αγία Παρασκευή Ασπροποτάμου

Στις πλαγιές της εσωτερικής κεντρικής Πίνδου είναι καλά κρυμμένο το «αθέατο χωριό» Αγία Παρασκευή,  ένα από τα χωριά του Ασπροποτάμου. Βρίσκεται στα Δυτικά του Ν. Τρικάλων, σε υψόμετρο περίπου 950 μ. νοτίως του Μετσόβου και βορειοδυτικά της Ελάτης. Η πρόσβαση προς την Αγία Παρασκευή γίνεται από τις δύο εισόδους της Πίνδου από την πλευρά των Τρικάλων, είτε από την Πύλη – Ελάτη (50 χλμ.) είτε από την Καλαμπάκα – γέφυρα  Διάβας (60 χλμ.). Η περιοχή του Ασπροποτάμου αποτελεί μια ενιαία γεωγραφική περιοχή και ως προς τα ιστορικά, πολιτιστικά και κλιματολογικά χαρακτηριστικά ταυτίζεται πολύ περισσότερο με την Ήπειρο παρά με τη Θεσσαλία, παρότι οι σύγχρονες διοικητικές διαιρέσεις έχουν διαμορφώσει μια διαφορετική κατάσταση. Το κλίμα της Αγίας Παρασκευής και κατ’ επέκταση της ευρύτερης περιοχής χαρακτηρίζεται από τους παρατεταμένους χειμώνες, τα μικρά καλοκαίρια, τις άφθονες χιονοπτώσεις που εμφανίζονται μέσα Νοεμβρίου και διαρκούν έως το Μάη και φυσικά τις συχνές βροχοπτώσεις. Οι νότιοι άνεμοι που έρχονται υγροί και ζεστοί από το Ιόνιο πέλαγος φέρνουν τις βροχές μέσα από τις κοιλάδες των ποταμών οι οποίες αποτελούν τους φυσικούς δρόμους που για αιώνες ακολουθούσαν τα κοπάδια των κτηνοτρόφων, οι πλανόδιοι τεχνίτες και οι έμποροι για τη διακίνηση των υλικών και πνευματικών αγαθών. Μάρτυρες τα ίχνη μονοπατιών με καλντερίμια, οι λεγόμενες βλαχόστρατες και τα διάσπαρτα μοναστήρια όπως της Βύλιζας στο Ματσούκι, της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας στην Ανθούσα, του Τιμίου Σταυρού στην Κρανιά που χρησίμευαν πρωτίστως ως καταλύματα. Επισκεφθείτε την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής (1896) στην πλατεία του χωριού, με εξαιρετική τοιχοποιία, δύο καμπαναριά, μεγάλο χαγιάτι και θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Σύμφωνα με την παράδοση, ο πρωτομάστορας στην προσπάθειά του να θεμελιώσει το καμπαναριό που όλο έπεφτε, πήρε την πατημασιά ενός ρωμαλέου Τζουρτζιώτη και την έβαλε στα θεμέλια. Το καμπαναριό στεριώθηκε ο νέος όμως πέθανε ξαφνικά και το φάντασμά του έβγαινε στην πλατεία.

Αγία Παρασκευή Καλαμπάκας

Αγία Παρασκευή αποτελεί οικισμό του Δήμου Καλαμπάκας και βρίσκεται 12 χλμ. νότια της πόλης, στην πλαγιά του Κόζιακα, απ’ όπου εποπτεύει το θεσσαλικό κάμπο και τα Μετέωρα. Οι 100 μόνιμοι κάτοικοί της ζουν από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Καταρράκτες υποδέχονται τον επισκέπτη στην είσοδο του οικισμού, στη θέση «Κόντενα», όπου και το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου. Στα ανατολικά της Αγίας Παρασκευής κυλά ο ποταμός Πηνειός που τη χωρίζει από τη Σαρακίνα ενώ στα δυτικά της υψώνεται η κορυφή Σωληνάρι. Οι δύο οικισμοί επικοινωνούν με το λιθόχτιστο θολωτό γεφύρι της Σαρακίνας.(σε απόσταση 80 μ. πριν το θολωτό γεφύρι έχει κατασκευασθεί καινούρια γέφυρα.

Άγιος Δημήτριος Χασίων

Ο Άγιος Δημήτριος είναι το πρώτο χωριό καθώς μπαίνουμε στα όρια του δήμου Χασίων ερχόμενοι από την Καλαμπάκα (16χλμ). Χωριό ημιορεινό, σε υψόμετρο 300μ και με κατοίκους που ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Μαζί με δημοτικό διαμέρισμα του Γάβρου πρόκειται να αξιοποιηθούν τουριστικά, καθώς θα δημιουργηθεί ένα μοναδικό κέντρο αναρρίχησης, που θα αποτελέσει πόλο έλξης για αναρριχητές, ορειβάτες, περιπατητές και φυσιολάτρες. Το χωριό πανηγυρίζει στις 26 Οκτωβρίου, στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου.

Αγιόφυλλο Χασίων

Μέσα σε μια πανέμορφη τοποθεσία, σε υψόμετρο 620 μ. και απόσταση 27 χλμ. από την Καλαμπάκα, βρίσκεται το Αγιόφυλλο, στεφανωμένο από δρυς στο βορρά και με θαυμάσια θέα στο νότο. Είναι ένα από τα πέντε χωριά που συγκροτούν το Δήμο Χασίων. Οι 700 περίπου κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με τη γεωργοκτηνοτροφία, ενώ κάποιοι από αυτούς εργάζονται στην τοπική ιδιωτική ξυλοβιοτεχνία. Αξιοθέατη η μικρή λίμνη Κόπλι περιστοιχισμένη από βελανιδιές και τα δάση Κλήμα και Κεραμίδα, κοντά στο εκκλησάκι της Αγ. Παρασκευής, όπου και χώρος αναψυχής με τρεχούμενα νερά και δένδρα. Από το ύψωμα «Αλέξη» (750 μ.) διακρίνονται αρκετά από τα χωριά της Δ Θεσσαλίας. Εκεί δόθηκαν μάχες με τους κατακτητές στα χρόνια της γερμανοϊταλικής κατοχής. Στο ύψωμα Ταμπούρια, έως το 1912, ήταν τα σύνορα της Ελλάδος με την Τουρκία. Από το Αγιόφυλλο (αρχαία Ελλίμια) κατάγονταν ο καπετάνιος Κωνσταντίνος Γαλάνης και ο Νικόλαος Ζαραλής που έλαβαν μέρος στη μάχη της Μερίτσας (1943). Σ’ ένα λόφο πριν από το χωριό, αριστερά του δρόμου προς Γρεβενά, βρίσκεται το ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου. Έχει ωραιότατες τοιχογραφίες που χρονολογούνται από το 1623. Πανηγυρίζει στις 2 Μαΐου, ημέρα της μετακομιδής των λειψάνων του αγίου. Μετά τη θεία λειτουργία ακολουθεί γλέντι στην πλατεία του χωριού. Στον Άγιο Αθανάσιο διακρίνονται ίχνη παλαιού κάστρου της ελληνιστικής εποχής. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μεταβυζαντινές εκκλησίες των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και της Αγίας Παρασκευής.

Αγναντιά Χασίων

Η Αγναντιά, 32 χλμ. ΒΔ της Καλαμπάκας, αμφιθεατρικά χτισμένη στα πλάγια της Τζουμανάλτας σε υψόμετρο 750 μ., κατοικείται από 300 περίπου γεωργοκτηνοτρόφους που το καλοκαίρι τετραπλασιάζονται φτάνοντας τα 1200 άτομα περίπου. Η περιοχή γύρω από το χωριό είναι δασώδης (24.000 στρ. βαλανιδιές και πεύκα) και με άφθονα νερά: ο ποταμός Γκόλνα, οι πηγές Μαντζαράκι, Χελιμόδι, Κανάλια Διακογιάννη, Λεπτοκαρυά. Στη Τζιαρούνα υπάρχει καταρράκτης ύψους 12 μ. Από τη Τζουμανάλτα διακρίνονται τα Γρεβενά. Στο κέντρο του χωριού δεσπόζει η Τρανή Βρύση, ανάμεσα σε πλατάνια. Την Πρωτοχρονιά αναβιώνουν και εδώ τα «Λουκαντζιάρια» που καταλήγουν με χορό στην πλατεία του χωριού. Οι γυναίκες ασχολούνται με την υφαντουργία. Κεντρική εκδήλωση αποτελεί ο εορτασμός της μνήμης του Αγ. Γεωργίου στην κεντρική πλατεία. Συμμετέχουν δημοτική λαϊκή ορχήστρα και τα χορευτικά συγκροτήματα του Πολιτιστικού Συλλόγου. Παράλληλα ένας κάτοικος του χωριού εμφανίζεται πάνω σ’ ένα λευκό άλογο, φορώντας Μετσοβίτικη στολή με τσαρούχια, κρατά στο χέρι του σπαθί και μπαίνει στην πλατεία όπου γίνεται ο χορός. Μικρός ορεινός οικισμός της Αγναντιάς είναι οι Σταγιάδες.

Ασπροκκλησιά

Η Ασπροκκλησιά είναι ορεινό χωριό στο βόρειο τμήμα του νομού Τρικάλων, ακριβώς στα όρια με τον νομό Γρεβενών. Βρίσκεται στις νότιες κλιτύς των Χασίων (κορυφή «Στιάρμπα») και κοντά στη βόρεια όχθη του ποταμού Μύκανη (Μουργάνη), λίγο βορειότερα της επαρχιακής οδού Δεσκάτης-Τρικάλων (ΕΟ 26) και σε μέσο σταθμικό υψόμετρο 590. Απέχει 55 χλμ. περίπου ΒΔ. των Τρικάλων. Η τοπική κοινότητα Ασπροκκλησιάς είναι χαρακτηρισμένη ως αγροτικός ορεινός οικισμός, με έκταση 55,263 χμ² (2011). Περιλαμβάνει και τους οικισμούς Κερασούλα και Ψήλωμα.

Αύρα Καλαμπάκας

Η Αύρα είναι ένα χωριό που ανήκει στο δήμο Καλαμπάκας του νομού Τρικάλων. Από την πόλη της Καλαμπάκας απέχει περίπου 12 χλμ και από τα Τρίκαλα 22 χλμ. Βρίσκεται ανατολικά της Καλαμπάκας πίσω από τα Μετέωρα σε υψόμετρο 270 μ. Το χωριό επικοινωνεί με την επαρχιακή οδό Αντιχασίων. Οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Καλλιεργούν καπνά, ελιές, αμπέλια, σιτηρά, όσπρια.

Βυτουμάς

Τρία χιλιόμετρα από την Καλαμπάκα, στις ανατολικές πλαγιές του Κόζιακα, δίπλα στον Πηνειό, βρίσκεται ο οικισμός Βυτουμά της Καλαμπάκας, όπου και η περίφημη Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Από εδώ ξεκινάει και το μονοπάτι του Κόζιακα. Στα δυτικά του χωριού και σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων βρίσκεται η γυναικεία μονή Βυτουμά σε υψόμετρο 550μ., όπου στο καθολικό της υπάρχουν αξιόλογες τοιχογραφίες. Η Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Βυτουμά είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα και αξιολογότερα μνημεία της περιοχής της Καλαμπάκας. Ιδρύθηκε στα 1161 με έξοδα του Κωνσταντίνου Ταρχανιώτη και της συζύγου του Ζωής. Το καθολικό της μονής – τρίκλιτη βασιλική με υπερυψωμένο το κεντρικό κλίτος – είναι κτίσμα του 1600, με νάρθηκα μεταγενέστερο (1662). Ο μικρότερος και παλαιότερος ναός (1559), επίσης αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, χρησιμοποιείται ως παρεκκλήσι. Οι τοιχογραφίες των δυο ναών είναι σύγχρονες των κτισμάτων ενώ οι φορητές εικόνες της μονής είναι έργα του ιερέα Δροσινού από το Φανάρι Καρδίτσας (1600). Σήμερα το μοναστήρι λειτουργεί ως γυναικείο, με φημισμένο εργαστήριο υφαντικής.

Γάβρος Χασίων

Το χωριό βρίσκεται μεταξύ των οροσειρών Χασίων – Αντιχασίων, σε υψόμετρο 470 μ., 25 χλμ ΒΔ της Καλαμπάκας. Μπροστά του απλώνονται οι συμπαγείς βράχοι των Μετεώρων, ορατοί από τις κορυφές Αρκούδα και Πέτρα. Στο Γαύρο βρίσκεται η έδρα του Δήμου Χασίων. Οι 350 κάτοικοί του, προήλθαν από το παλιό χωριό Ρίγκλαβο ή Παλαιοχώρι και είναι στην πλειοψηφία τους κτηνοτρόφοι. Υπάρχει λιθόκτιστη βρύση στη θέση «Τσούκα», ενώ σε απόσταση ενός χλμ. Α διακρίνονται τα θεμέλια κάστρου ελληνιστικής εποχής. Ενδιαφέρον προκαλούν οι μεταβυζαντινές εκκλησίες του  Αγίου Νικολάου (μέσα στο βράχο Παλιόκαστρο) και  Αγίου Θεοδοσίου. Την Πρωτοχρονιά αναβιώνουν τα «Λουκατζιάρια», ενώ ο κεντρικός εορτασμός γίνεται στις 15 Αυγούστου με λειτουργία στο Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου, την οποία ακολουθεί γλέντι με δημοτική λαϊκή ορχήστρα, «καζανιές» και παραδοσιακούς χορούς στην πλατεία. Σημαντικός είναι και ο εορτασμός της Αναλήψεως στην εκκλησία του Αγίου Θεοδοσίου. Ανήμερα της Κυριακής των Βαΐων και μετά τη Θεία Λειτουργία, οι γυναίκες του χωριού διοργανώνουν χορό στην πλατεία με τοπικά παραδοσιακά και πασχαλιάτικα τραγούδια. Παραμονή της Πρωτομαγιάς αναβιώνουν τα «Κλείδωνα», ονομαστό αρχαιοελληνικό έθιμο με χαρακτηριστικά μαντείας και ζητούμενο την καλοτυχία των ανύπανδρων κοριτσιών. Η κορύφωση όμως των λαϊκών δρωμένων στο χωριό συντελείται με τον παραδοσιακό τρόπο τέλεσης του γάμου. Όλα αρχίζουν την Τετάρτη το βράδυ, όταν οι συγγενείς του γαμπρού φτιάχνουν κουλούρες που τις στολίζουν με ξερό βασιλικό και κόκκινο και άσπρο μαλλί. Την Πέμπτη το πρωί ο πιο αγαπητός συγγενής του γαμπρού πηγαίνει την κουλούρα στη νύφη και η νύφη στέλνει άλλη κουλούρα πίσω. Στην επιστροφή πέφτουν τουφεκιές. Την Παρασκευή ο γαμπρός προσκαλεί τους καλεσμένους στο γάμο με ταγάρι μέσα στο οποίο υπάρχουν κουφέτα ή κουλούρες. Το κάθε σπίτι ρίχνει στο ταγάρι ρύζι και λουλούδια. Το Σάββατο προσκαλεί η νύφη τους καλεσμένους της κατά τον ίδιο τρόπο, για να γλεντήσουν. Την Κυριακή η νύφη πηγαίνει στην εκκλησία με τα προικιά της φορτωμένα σε ζώα ή αυτοκίνητα και γυρίζει εκείνη τρεις φορές γύρω από την εκκλησία. Υποδέχεται το γαμπρό με ανθοδέσμη.

Θεοτόκος Χασίων

Η Θεοτόκος βρίσκεται σε υψόμετρο 600μ. και σε απόσταση 28χμ. από την Καλαμπάκα. Περικλείεται από λόφους και λίγα δάση. Αξιόλογο είναι το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, από όπου η θέα είναι καταπληκτική. Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το χωριό πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου, την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Οικισμός των Χασίων (600 μ.) σε απόσταση 30 χλμ. από την Καλαμπάκα, στο δρόμο προς τα Γρεβενά. Είναι ένα από τα πέντε χωριά που συγκροτούν το Δήμο Χασίων. Γύρω του υψώνονται οι βουνοκορφές Γκιάτας (700 μ.) και Κυρίτσης, ενώ το χωριό δροσίζουν οι πηγές Κρανιά (στην είσοδο, μέσα σε πλατάνια), Τζιγκόρο (ανατολικά του οικισμού στα όρια της Ασπροκκλησιάς) και Κόκκινος Νόχτος (βόρεια σε άβατο μέρος). Αξιόλογο είναι το εκτάσεως 1000 στρ. δάσος με βελανιδιές και πλατάνια καθώς και τα σπήλαια Γκαβοδήμου και Βαϊνά. Σε απόσταση 1,5 χλμ. ΒΑ βρίσκεται κρυμμένη στις βελανιδιές η ξύλινη βρύση «Λάη». Οι 250 κάτοικοι της Αχλαδιάς ζουν κυρίως από την κτηνοτροφία και σε μικρότερη κλίμακα από γεωργικά προϊόντα (σιτηρά, καλαμπόκι και καπνό). Πάνω από το χωριό, σε μια πλαγιά των Χασίων, βρίσκεται η εκκλησία της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Πρόκειται για υστεροβυζαντινό ναό των αρχών του 17ου αι. με αξιόλογες τοιχογραφίες. Πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου. Μοιράζονται «καζανιές» και φασολάδα στο χώρο της εκκλησίας. Το βράδυ ακολουθεί γλέντι με κλαρίνα στην πλατεία του χωριού. Την Πρωτοχρονιά αναβιώνουν τα «Λουκατζιάρια». Οι επισκέπτες της Αχλαδέας αξίζει να επισκεπτουν το Λαογραφικό Μουσείο της Αχλαδέας το οποίο αποτελεί «κόσμημα» της ευρύτερης περιοχής. Στόχος της ίδρυσης του Μουσείου ήταν η διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου μέσω της καταγραφής και περισυλλογής των αντικειμένων, με απώτερο σκοπό την εκπαίδευση και την επιμόρφωση των επισκεπτών.

Κακοπλεύρι Χασίων

Πανέμορφο γραφικό χωριό της ορεινής ζώνης σε υψόμετρο 900 μ. και απόσταση 33 χλμ. από την Καλαμπάκα, με πληθυσμό 280 περίπου κατοίκους, στην πλειοψηφία τους γεωργοκτηνοτρόφους. Τοπίο αλπικό με τις δεσπόζουσες βουνοκορφές των Χασίων Βίγλα ή Μπαταλούπι (1.600 μ.), Σταλοβάρι (1.400 μ.) και Μεσοβούνι (1.200 μ.), το δάσος Λειβάδια που αποτελείται από 2.000 στρ. μαύρης πεύκης, τον ποταμό Κακοπλευρίτη που πηγάζει από την κορυφή του Προφήτη Ηλία και τις πηγές Ράτσια στο εξωκλήσι της Αγ. Παρασκευής και Αγ. Κοσμά στην είσοδο του χωριού στο γεφύρι Αμπέλια. Στις εκκλησίες του Αη-Γιάννη και Αγίου Κοσμά υπάρχουν χαλάσματα φρουρίων. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκκλησίες της Αγίας Παρασκευής (1550) και Αγ. Νικολάου, που χτίστηκε το 1703 και αγιογραφήθηκε στα 1803 από τους ζωγράφους Μιχαήλ και Γεώργιο. Οι περισσότερες γυναίκες του χωριού υφαίνουν, ενώ στο ύψωμα «Βακούφια» λειτουργεί νερόμυλος. Στις 26 και 27 Ιουλίου γίνεται στην κεντρική πλατεία το πανηγύρι των Αγίων Παρασκευής και Παντελεήμονα, με δημοτική λαϊκή ορχήστρα, ψητά αρνιά και χορευτικά συγκροτήματα. Το Σάββατο του Λαζάρου αναβιώνουν οι «Λαζαρίνες». Στις 6 Δεκεμβρίου, εορτή του Αγίου Νικολάου, γίνεται περιφορά των εικόνων από την εκκλησία του αγίου προς όλα τα εξωκλήσια του χωριού. Κατά τη διαδρομή οι κάτοικοι ακολουθούν φωνάζοντας «Κύριε ελέησον». Επιστρέφουν τις εικόνες στο ναό του Αγίου Νικολάου και στη συνέχεια αρχίζει το γλέντι στα καφενεία του χωριού. Με ιδιαίτερο τρόπο (μεταμφίεση των ανδρών του χωριού) γιορτάζεται η Κυριακή των Απόκρεω. Παραμονή Χριστουγέννων βγαίνουν τα «Κόλιντρα». Τα αγόρια του χωριού κρατώντας μπαστούνια («ματσούκες») στα χέρια, περιφέρονται στα σπίτια τραγουδώντας τα κάλαντα. Οι γιαγιάδες ετοιμάζουν κουλούρες και τις προσφέρουν τοποθετώντας τες στις «ματσούκες». Ημιορεινός οικισμός (320 μ. υψ.) της κοινότητας Κακοπλευρίου με 400 περίπου κατοίκους που ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία είναι ο Ξηρόκαμπος.

Καλαμπάκα

Η Καλαμπάκα είναι πόλη του Νομού Τρικάλων και πρωτεύουσα του ομώνυμου Δήμου. Βρίσκεται στο κέντρο της Ελλάδας και εκτείνεται στο βορειοδυτικό μέρος του Θεσσαλικού κάμπου. Είναι χτισμένη δίπλα στο σπάνιο γεωλογικό φαινόμενο των Μετεώρων, ενώ κοντά της περνάει ο Πηνειός ποταμός. Κατοικούνταν από τα αρχαία χρόνια με το όνομα Αιγίνιο. Η Καλαμπάκα είναι ιστορική κωμόπολη του Νομού Τρικάλων, σε απόσταση 352 χιλιομέτρων από την Αθήνα και 237 χιλιομέτρων από τη Θεσσαλονίκη.

Καστράκι

Το Καστράκι βρίσκεται κοντά στην Καλαμπάκα, στο δρόμο για τα Μετέωρα σε υψόμετρο 270 μέτρα.  Σήμερα ανήκει στο Δήμο Μετεώρων πλέον  και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 1.117 κατοίκους . Δημιουργήθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας με την συνένωση μικρών οικισμών από Ηπειρώτες που αναγκάστηκαν να καταφύγουν εδώ για να γλιτώσουν από τον Αλή Πασά. Το χωριό πήρε την ονομασία του από ένα κάστρο του οποίου σώζονται ακόμη λίγα ερείπια. Προπολεμικά διατηρούσε ανέπαφη την αγροτική εικόνα της ελληνικής υπαίθρου. Σήμερα έχει εξελιχθεί σε ένα τόπο αναψυχής των επισκεπτών που επιθυμούν να δουν τα Μετέωρα. Ένα έθιμο του χωριού είναι το κρέμασμα των μαντηλιών στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Μαντηλά. Κάθε χρόνο στη γιορτή του οι κάτοικοι του χωριού και διάφοροι επισκέπτες από όλη την Ελλάδα τιμούν τον Άγιο προσφέροντας του ένα μαντήλι. Αναρριχητές αλλά και απλοί κάτοικοι αναρριχώνται για να ανεβάσουν τα καινούρια μαντήλια και να κατεβάσουν αυτά που είχαν ανεβάσει την περσινή χρονιά. Το έθιμο ξεκίνησε από την περίοδο της τουρκοκρατίας, όταν ένας Τούρκος στρατιώτης έκοβε δέντρα κάτω από το μοναστήρι. Χωρίς να το θέλει έκοψε το χέρι του, τότε η γυναίκα του βλέποντάς τον έτρεξε να τον βοηθήσει τάζοντας στον άγιο το μαντίλι της για να γίνει καλά ο άντρας της. Τότε αμέσως ένας κάτοικος του χωριού ανέβασε το μαντίλι στο μοναστήρι και το χέρι του έγινε όπως το είχε πριν. Από τότε έχει που κρατά αυτό το έθιμο και κάθε χρόνο όλοι δίνουν τα δικά τους μαντίλια.

Κορομηλιά

Η Κορομηλιά είναι ορεινό παραθεριστικό χωριό του νομού Τρικάλων και βρίσκεται σε υψόμετρο 1.150 μέτρων στις πλαγιές της νότιας Πίνδου και τον Κόζιακα. Από την περιοχή διέρχεται το διεθνές μονοπάτι Ε4. Ως οικισμός δημιουργήθηκε μετά το 1881 από Βλάχους κτηνοτρόφους του Περιβολίου Γρεβενών, οι οποίοι προσήλθαν στην περιοχή έπειτα από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος. Το χωριό διαθέτει δυο ναούς αφιερωμένους στην Αγία Παρασκευή, ο ένας εκ των οποίων άνω των 100 ετών. Υπάρχει επίσης ένα κοινοτικό κατάστημα που λειτουργεί κατά την καλοκαιρινή περίοδο. Το τοπίο αποτελείται από δάσος ελάτης νεαρής ηλικίας στο μεγαλύτερο κομμάτι του. Το χωριό γιορτάζει στις 26 Ιουλίου (Αγία Παρασκευή) αλλά και στις 15 Αυγούστου. Προσεγγίζεται από τον επισκέπτη με τη βοήθεια επαρχιακού δρόμου (4 χλμ. άσφαλτος, 4χλμ. χωματόδρομος) ο οποίος έχει την αρχή του στο χωριό Διάβα (4 χιλιόμετρα από την Καλαμπάκα) και είναι σε φάση συνεχούς βελτίωσης έως την πλήρη ολοκλήρωση του. Την καλοκαιρινή περίοδο οι παραθεριστές ανέρχονται περί τους  500 το μέγιστο.

Κορυδαλλός

Παραλλήλως προς τον εθνικό δρόμο Καλαμπάκας – Ιωαννίνων αναπτύσσεται η επιμήκης κοινότητα του Κορυδαλλού, 38 χιλιόμετρα από την Καλαμπάκα και σε υψόμετρο 720 μ. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός της ασχολείται με την κτηνοτροφία, ενώ σημαντικό μέρος του πληθυσμού αποτελούν συνταξιούχοι και πρώην μετανάστες, με αποτέλεσμα από τους 450 κατοίκους των θερινών μηνών να απομένουν το χειμώνα οι 170. Το χωριό περιβάλλεται από τα 1.000 στρέμματα του δρυοδάσους της Τσιούκας, όπου βρίσκεται ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου από τον οποίο φαίνονται τα χωριά Πεύκη, Τρυγόνα, Αμπελοχώρι, Καλομοίρα και Ματονέρι. Βορειανατολικά, στην κορυφή Λιπορούσι (950 μ.) βρίσκονται τα ερείπια του τουρκικού φυλακίου, το οποίο οροθετούσε τα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας πριν από την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Στα 1944 Γερμανικά στρατεύματα στο πέρασμά τους προς την Καλαμπάκα έκαψαν και λεηλάτησαν τον παλιό οικισμό και φεύγοντας πήραν μαζί τους ομήρους. Οι κάτοικοι τον ξανάχτισαν μέσα σε δύο χρόνια λίγο χαμηλότερα.
Τις τρεις πρώτες μέρες του Πάσχα οι χωριανοί, μετά τη Θεία Λειτουργία στο Ναό του Αγίου Γεωργίου, βγαίνουν στην πλακόστρωτη πλατεία της εκκλησίας και χορεύουν τραγουδώντας πασχαλιάτικα τραγούδια. Το χωριό πανηγυρίζει το Δεκαπενταύγουστο με Καζανιές και δημοτικούς χορούς και τραγούδια.

Κρύα Βρύση Καλαμπάκας

Ορεινό χωριό σε υψόμετρο 650 μ. και απόσταση 7 χλμ. από την Καλαμπάκα (το τελευταίο χιλιόμετρο σε χωματόδρομο). Η παλαιά του ονομασία «Βανακούλια» σημαίνει το απάτητο κάστρο. Οι 300 περίπου κάτοικοί του είναι στην πλειοψηφία τους γεωργοκτηνοτρόφοι. Χαρακτηριστικό είναι το ελατοδάσος του Κόζιακα, έκτασης 12.000 στρ. Μαγευτική η θέα του κάμπου από το ξωκλήσι του Αη-Γιάννη και τις κορυφές Τέντα και Άνω Κανάλια. Κοντά στο χωριό ρέει ο Ξυνομολάς, παραπόταμος του Πηνειού, ενώ υπάρχουν πολλές πηγές (όπως οι Κρανιές στους πρόποδες του Κόζιακα) και λιθόκτιστες βρύσες. Στις 11 Νοεμβρίου, ημέρα εορτής του πολιούχου της κοινότητας Αγ. Μηνά, μετά τη Θεία Λειτουργία, προσφέρονται φασολάδα, «καζανιές» και κρασί στους παρευρισκόμενους, με μέριμνα του εκκλησιαστικού συμβουλίου και της κοινότητας. Στις 26 Ιουλίου πανηγυρίζει το γραφικό ξωκλήσι της Αγ. Παρασκευής. Σε απόσταση 2,5 χλμ. από την Κρύα Βρύση, βρίσκεται ο οικισμός Τριφύλλια ή Καλύβια, που κατοικείται από 50 περίπου άτομα

Μαλακάσι

Στην αριστερή παράκαμψη της εθνικής Τρικάλων – Ιωαννίνων μετά την Παναγία, και σε απόσταση 50 χλμ. από την Καλαμπάκα, βρίσκεται η ιστορική κοινότητα Μαλακασίου. Το Μαλακάσι (850 μ. υψ.) στη διάρκεια του χειμώνα κατοικείται από 300 κατοίκους που πενταπλασιάζονται το καλοκαίρι (1.500), όχι μόνο εξαιτίας του τουρισμού αλλά και, γιατί μία από τις κύριες απασχολήσεις του πληθυσμού είναι η νομαδική κτηνοτροφία (στο σύνολο των 7.500 αιγοπροβάτων που εκτρέφονται μόνο τα 1.500 είναι οικόσιτα). Αυτή συμπληρώνεται από την εκμετάλλευση του δημοσίου δάσους μέσω του Δασικού Συνεταιρισμού και από την καλλιέργεια κηπευτικών. Από τις βόρειες πλαγιές του Λάκμου (Περιστέρι και Ζυγό), στα δυτικά του χωριού πηγάζουν τα δυο ρέματα Ρούτζι και Χίνιστα που συγκλίνουν για να σχηματίσουν το Μαλακασιώτικο Ρέμα (έτσι ονομάζεται το πρώτο κομμάτι της διαδρομής του Πηνειού ποταμού). Πολλές είναι οι πηγές μέσα και έξω από το χωριό, όπως το Χάνι, το Τριαντάφυλλο, η Μάγγου, η Κυριακή, η Φούντε – Νιάρε. Το χωριό είναι προικισμένο με πολλές φυσικές ομορφιές από την ίδια τη θέση του, μέσα σε δάσος με πεύκα, έλατα και οξιές που εκτείνεται σε έκταση 45.000 στρεμμάτων, στα όρια της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας που σχηματίζουν οι κορυφές της Νότιας Πίνδου Κατάρα (1.800 μ.), Ζυγός (1.700 μ.), Κουκουρέλος (1.684 μ.) και Βούλγαρος (1.823 μ.). Ο τόπος στοιχειώνεται από θρύλους και παραδόσεις. Η περίφημη Κατάρα, ιδανική για παραθερισμό όλο το χρόνο, πήρε το όνομά της, όπως το λέει ο θρύλος, από τον άτυχο εκείνο δεσπότη που πάγωσε περνώντας από κει στη διάρκεια του χειμώνα και πριν πεθάνει καταράστηκε την κορυφή και το σημείο του θανάτου του, που γι’ αυτό λέγεται και «Κάμπος του Δεσπότη» (1.340 μ.). Στο βράχο «Πέτρα – Φίδι», λένε πάλι, πως υπήρχε η φωλιά ενός δράκου – φιδιού που στοίχειωνε την περιοχή και φύλαγε έναν κρυμμένο θησαυρό. Οι άνθρωποι θέλοντας να βγάλουν το φίδι από τη φωλιά του το δελέασαν με έναν κάδο αλατισμένο γάλα που ανάγκασε το θεριό να κατεβεί στο ποτάμι για να πιει νερό. Τότε μπήκαν στη φωλιά του και, μη βρίσκοντας το θησαυρό, την κατέστρεψαν. Όταν γύρισε ο δράκος εξαγριώθηκε και το σφύριγμά του ακούστηκε μέχρι το χωριό. Οργισμένος χτύπησε με την ουρά του το βράχο που σχίστηκε στη μέση. Από τότε στην Πέτρα – Φίδι διακρίνονται τα ίχνη των ραβδώσεων από το χτύπημα. Το Μαλακάσι, κοντά στην αρχαία πόλη των Αλαλκομενών, υπήρξε έδρα ενός από τα 15 αρματολίκια στα οποία διαιρέθηκε η Ελλάδα επί Σουλεϊμάν Β’ του Μεγαλοπρεπούς στα μέσα του 16ου αιώνα. Μαρτυρείται πως ο Διονύσιος ο «Σκυλόσοφος» πέρασε στα 1601 και στρατολόγησε κατοίκους του χωριού για να συμμετάσχουν στο επαναστατικό κίνημα. Υποφέροντας πολλά δεινά από τους διερχόμενους Τούρκους, οι κάτοικοι εγκατέλειψαν γύρω στα 1700 τους παλαιούς (πριν τον 13ο αι.) συνοικισμούς Παλαιοχωρίου και Μοκοσίου για να εγκατασταθούν στο σημερινό, ενώ πολλοί κατέφυγαν στις Σέρρες. Τη μετεγκατάστασή τους μαρτυρά η χρονολογία «1729» που έφερε ο ναός του Αγίου Νικολάου στο κέντρο του χωριού, ο οποίος πυρπολήθηκε στα 1892. Στο Μαλακάσι, κεφαλοχώρι που αποκαλούνταν «Μικρό Παρισάκι», το Οθωμανικό Κράτος είχε παραχωρήσει τη δικαιοδοσία όλης της περιοχής που σήμερα υπάγεται στο νομό Ιωαννίνων. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας στα 1881, το χωριό είχε τελωνείο το οποίο διατηρήθηκε ως τα 1914. Στα 1912 – 13 υπήρξε σταθμός του ελληνικού στρατού που κατευθυνόταν προς την Ήπειρο κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων. Εδώ κατέλυσε και το ανταρτικό σώμα των Κρητών, υπό τον οπλαρχηγό Κλείδη, κατευθυνόμενο προς το Μέτσοβο. Από το Μαλακάσι καταγόταν ο στρατηγός Σαράφης. Ωραία πέτρινα σπίτια, οι παλιές εκκλησίες του Αγίου Νικολάου, των Αγίων Αποστόλων, της Κοιμήσεως, του Προδρόμου και του προφήτη Ηλία και ο παλιός μύλος της εποχής της Τουρκοκρατίας συμπληρώνουν τη γραφική εικόνα του Μαλακασίου, με την πλατεία του κάτω από πλατάνια και τις βρύσες της Τραγόπετρας και του Κάμπου του Δεσπότη. Το χωριό πανηγυρίζει στη μνήμη των Αγίων Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου) και το Δεκαπενταύγουστο, με γλέντι που ακολουθεί τις θρησκευτικές εκδηλώσεις. Οι κάτοικοι κρατούν τα παραδοσιακά έθιμα των Χριστουγέννων, των Απόκρεω, του Ευαγγελισμού, της κουράς και του γάμου. Υπάρχουν ακόμη Μαλακασιώτες μουσικοί που παίζουν παραδοσιακά όργανα και ζουν στον τόπο τους.

Ματονέρι

Το Ματονέρι βρίσκεται στα δυτικά του νομού και απέχει 59 χιλιόμετρα από τα Τρίκαλα και 40 από την Καλαμπάκα. Είναι ορεινό χωριό με υψόμετρο 888 μέτρα στην πλατεία του, υψόμετρο το οποίο είναι το μεγαλύτερο από όλα τα χωριά. Η βλάχικη ονομασία του είναι Κουκλαίοι γιατί είναι χτισμένο στις πλαγιές των βουνών της οροσειράς της Πίνδου, διασχίζεται από ένα ρέμα και δημιουργούνται δύο συνοικίες (μαχαλάδες), οι οποίες έμοιαζαν σα μάτια, καθότι αυτή η ονομασία στα ελληνικά σημαίνει: «με μάτια». Επίσης, μια άλλη εκδοχή είναι ότι πήρε την ονομασία αυτή από το κουκούλι του μεταξοσκώληκα, επειδή παρήγαγαν παλιά μετάξι από το κουκούλι του, το οποίο μετάξι μέσω του λεγόμενου: «ο δρόμος του μεταξιού» (της σημερινής περίπου Εγνατίας), έφτανε με τα ζώα στην Ρουμανία, κατά τις μαρτυρίες των παππούδων και προπάππων μας. Η σημερινή ονομασία είναι Ματονέρι που σημαίνει: νερό για τα μάτια, λόγω της θαυματουργού εκκλησίας (ξωκλήσι) των Αγίων Αναργύρων, όπου κάτω από το ιερό υπάρχει βρυσούλα και κατά τους προαναφερόμενους έγιναν πολλά θαύματα (τυφλοί είδαν, μουγκοί μίλησαν κλπ). Το νερό αυτό σου αφήνει στα χέρια μια ελαφρά αφή λαδιού και η ποσότητα του είναι περίπου ίδια τον χειμώνα ή το καλοκαίρι. Μπορεί να την επισκεφθεί κάποιος και εορτάζεται στις 1 Ιουλίου. Παλιά το χωριό ήταν χτισμένο στην θέση Παλαιοκκλήσι, αρκετά χαμηλά από την σημερινή του και κοντά στον Μαλακασιώτη ποταμό, (πηγές Πηνειού -παραπόταμος του), αλλά λόγω ελλείψεως νερού και προστριβών με τους Τούρκους επί τουρκοκρατίας καθότι τα καλντερίμια τους προς Γιάννενα βρισκόταν κοντά στο χωριό, αναγκάστηκαν οι κάτοικοι να το χτίσουν στην σημερινή θέση όπου υπάρχουν 5 βρύσες, με κρύο νερό κατ υθείαν από την πηγή. Στο χωριό υπάρχουν 2 εκκλησίες: του Αγίου Νικολάου (προστάτης του χωριού) που εορτάζεται στις 20 Μαίου και η εκκλησία της Παναγίας που εορτάζεται στις 15 Αυγούστου και πανηγυρίζουμε. Παλιά τα πανηγύρια γινόταν του Αγίου Νικολάου και των Αγίων Αναργύρων. Όμως λόγω του γεγονότος ότι τη δεκαετία 1963-1964 έως 1973-1974,το 95% των κατοίκων μετανάστευσαν για τις μεγαλουπόλεις, στο χωριό πλέον έμειναν ελάχιστοι και ερχόμενοι το καλοκαίρι, οι εκπολιτιστικοί σύλλογοι διοργανώνουν στις 15 Αυγούστου το προαναφερόμενο πανηγύρι και άλλες εκδηλώσεις. Το παλιό δημοτικό χτίστηκε εξ αρχής με πέτρα και λειτουργεί και ως πολιτιστικό κέντρο – λαογραφικό μουσείο το οποίο από 1/8/2023 μπορείτε να επισκεφθείτε. Υπάρχουν 2 κιόσκια με απεριόριστη θέα στην είσοδο και έξοδο του χωριού και μπορείτε να κάνετε την βόλτα σας. Επίσης για πεζοπορία μπορείτε να πάτε στον προφήτη Ηλία όπου υπάρχει κι εκεί βρύση και τραπεζοκάθισμα για να ξεκουραστείτε. Τέλος, πολύ κοντά στο ξωκλήσι των Αγίων Αναργύρων που βρίσκεται χαμηλά στο ποτάμι, μπορείτε να επισκεφθείτε το φράγμα του υδροηλεκτρικού το οποίο κατασκευάστηκε πρόσφατα (2020).

Οξύνεια Χασίων

Ορεινό χωριό (500 μ. υψ.), 23 χλμ. ΒΔ της Καλαμπάκας, στην αριστερή πλευρά της Εθνικής Οδού Καλαμπάκας – Γρεβενών, πλησίον του ποταμού Μύκανη. Περικλείεται από 14.000 στρ. δρυών και πλατάνων, ενώ από το ύψωμα «Καλόγεροι» είναι ορατά τα Μετέωρα και ο Όλυμπος. ΒΔ του χωριού, στα σύνορα με Κακοπλεύρι βρίσκεται το σπήλαιο «Γκιγκόρος». Το όνομα του χωριού επί Τουρκοκρατίας ήταν «Μερίτσα» (ήμερο μέρος, ετυμολογούν οι ντόπιοι) και περιλαμβάνει τον ακατοίκητο οικισμό Μύκανη, όπου βρίσκονται δύο ιδιωτικοί κυλινδρόμυλοι και βιομηχανία τσιμεντόλιθων. Οι κάτοικοι του χωριού, γύρω στις 750 ψυχές, είναι κυρίως γεωργοκτηνοτρόφοι, ενώ κάποιοι απασχολούνται στον κυλινδρόμυλο και τη μονάδα τυροκομικών προϊόντων. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με δύο τρούλους, ξυλόγλυπτο τέμπλο και διπλή εικόνα του Αγίου, αγιογραφήθηκε το 1779 από τους Χιοναδίτες ζωγράφους Κωνσταντίνο, Μιχαήλ και Ιωάννη. Η Αγία Τράπεζα έχει ημερομηνία κατασκευής 1433 και φέρει δικέφαλο αετό. Την ημέρα της μνήμης του αγίου, γίνεται, μετά τη Λειτουργία, λαϊκό πανηγύρι με «κλαρίνα» στην πλατεία του χωριού. Αξιομνημόνευτη είναι και η μάχη της Μερίτσας (12 Φεβρουαρίου 1943). Ένα περαστικό τάγμα Ιταλών ζήτησε «πλιάτσικο». Οι κάτοικοι με επικεφαλής τον παπα-Χρήστο Μπατσογιάννη αντέδρασαν και οι Ιταλοί για αντίποινα έκαψαν το χωριό. Οργανώθηκε αμέσως αντάρτικο από τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής και δόθηκε αποφασιστική μάχη στα στενά της Βελίκας, όπου το Ιταλικό τάγμα εξολοθρεύτηκε. Στις 12 Φεβρουαρίου γιορτάζεται η μνήμη των πεσόντων ηρώων της μάχης της Μερίτσας στο μνημείο που έχει στηθεί στη θέση «Βελίκα», με επιμνημόσυνη δέηση και παράθεση από την κοινότητα φαγητού στους παρευρισκομένους. Στις 17 Μαΐου τιμάται μεγαλόπρεπα η μνήμη του Αγ. Νικολάου του εκ Μετσόβου στο φερώνυμο ξωκλήσι. Στη θέση «Μήλια» λειτουργεί νερόμυλος με παραδοσιακή δριστέλλα για το πλύσιμο των χαλιών. Υπάρχει ιδιωτικό αποστακτήριο τσίπουρου και εξασκείται το επάγγελμα του σαγματοποιού (σαμαρά). Αναβιώνουν τα αρχαία έθιμα «Λουκατζιάρια» (Πρωτοχρονιά στην πλατεία) και «Κλείδονα» (Πρωτομαγιά στη Βρύση «Μέγκας»).

Ορθοβούνι

Το Ορθοβούνι είναι ένα ορεινό χωριό του νομού Τρικάλων, που ανήκει διοικητικά στο δήμο Μετεώρων και απέχει περίπου 20 χλμ. από την Καλαμπάκα. Το υψόμετρό του είναι 637 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και ο πληθυσμός του, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, είναι 143 κάτοικοι. Το Ορθοβούνι πανηγυρίζει στη μνήμη της Αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου).

Ξηρόκαμπος Χασίων

Ημιορεινός οικισμός (320 μ. υψ.) της κοινότητας Κακοπλευρίου με 400 περίπου κατοίκους που ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία είναι ο Ξηρόκαμπος. Η ονομασία (Ξηρός κάμπος) δεν ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα. Δόθηκε παλαιότερα όταν δεν υπήρχε στον κάμπο νερό. Σήμερα έχουν μεταφερθεί με δίκτυο ύδρευσης τα νερά των γύρω πηγών εντός του χωριού, καθώς επίσης και νερό για άρδευση από τον ποταμό Τρανό, με αποτέλεσμα η περιοχή να γίνει καλλιεργήσιμη. Στον Ξηρόκαμπο βρίσκονται τα ερείπια του κάστρου της αρχαίας Οξύνειας. Σωστά κομψοτεχνήματα είναι τα θολωτά πέτρινα γεφύρια του 18ου αι., «Ντελλή» και «Βακαρέτσια», ενώ η θέση «Μπλάτσα» δυτικά του οικισμού προσφέρει θέα της Καλαμπάκας και των Γρεβενών. Στις 10 Φεβρουαρίου, εορτή του Αγίου Χαραλάμπους, γίνεται γλέντι με χορό, τραγούδια και ψητά στην κεντρική πλατεία του χωριού.

Παναγία

Σε απόσταση 43 χιλιόμετρων από την Καλαμπάκα βρίσκεται η κοινότητα Παναγίας ή Νέας Κουτσούφλιανης (750 μ.), στην οποία ανήκει και ο λίγο βορειότερα ευρισκόμενος οικισμός του Πλατάνιστου, μέσα σε δάσος 30.000 στρεμ. από πεύκα, οξιές και έλατα. Τριγύρω ορθώνονται οι κορυφές Μικρό Κουκουρέλο (1.461 μ.) προς τη μεριά της Πεύκης, Σδιριάνι (1.663 μ.) στα όρια της Παναγίας και της Μηλιάς Μετσόβου και Πάντε – Μάρε (1.700 μ.) στα όρια Παναγίας, Μηλιάς και Κρανιάς. Ο Πλατάνιστος είναι η Παλιά Κουτσούφλιανη, όπου ήταν αρχικά εγκαταστημένοι οι Κουτσουφλιανίτες. Από κει, μετά τη διαρρύθμιση των συνόρων του 1897 που άφηνε το χωριό τους έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους, αφού έκαψαν τα σπίτια τους, μεταφέρθηκαν σε ελληνικό έδαφος κι εκεί έχτισαν τη Νέα Κουτσούφλιανη, τη σημερινή Παναγία. Το νέο χωριό δημιουργήθηκε στη θέση του μικρού οικισμού που είχε αναπτυχθεί γύρω από τη Μονή του Λιμπόχοβου (η οποία δυστυχώς κάηκε στα 1943 από τους Γερμανούς). Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους η Παλιά Κουτσούφλιανη περιήλθε στο νομό Τρικάλων. Σήμερα οι κάτοικοι της Παναγίας εξακολουθούν να ζουν κυρίως από την πατροπαράδοτη ενασχόλησή τους με την κτηνοτροφία (2.750 αιγοπρόβατα) και τη γεωργία. Στο χωριό απομένουν το χειμώνα 300 άνθρωποι, που το καλοκαίρι ο αριθμός τους αυξάνεται σε 2.000. Ωραία πέτρινη βρύση υπάρχει στη θέση «Πάρτσι» προς τον Πλατάνιστο, όπου και η ομώνυμη πηγή και ειδικά διαμορφωμένος χώρος για αναψυχή ανάμεσα στα πλατάνια. Αξιόλογη είναι η θέα από το Σδιριάνι, το Μικρό Κουκουρέλο, την Πέτρα Μουκόσι και το Χούνι. Μέσα στην Παναγία σώζονται παλιά πέτρινα σπίτια αλλά και αρκετά από τα καινούργια, μαζί και η πλατεία, συντηρούν την οικοδομική παράδοση της πελεκητής πέτρας. Το χωριό έχει δυο παλιές εκκλησίες, της Γενέσεως της Θεοτόκου (των αρχών του 18ου αιώνα) και του Σωτήρος. Πανηγύρια με καζανιές και παρουσίαση συγκροτημάτων δημοτικών χορών και τραγουδιών γίνονται τρεις φορές το χρόνο: στις 8 Σεπτεμβρίου πανηγυρίζει η εκκλησία της Γενέσεως της Θεοτόκου, του Αγίου Πνεύματος, η εκκλησία της Αγίας Τριάδας στον Πλατάνιστο και το Δεκαπενταύγουστο γίνεται γλέντι στην κεντρική πλατεία της Παναγίας. Αξίζει να βρεθεί κανείς σε παραδοσιακό γάμο αλλά και την δεύτερη μέρα του Πάσχα, στην εκκλησία του Γενεσίου της Θεοτόκου, στο προαύλιο της οποίας μοιράζονται κόκκινα αυγά από την «Αδελφότητα της Παναγίας» ενώ γέροντες και γερόντισσες τραγουδούν πασχαλινά τραγούδια της περιοχής.

Πεύκη

Η Πεύκη απέχει 35 χλμ από την Καλαμπάκα. Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται η όμορφη πλατεία με τον τεράστιο πλάτανό της και γύρω-γύρω υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, το Σχολείο, το μνημείο των Ηρώων και τα καφενεία καθώς και η βρύση από την οποία κάθε διψασμένος ταξιδιώτης θα γευτεί το δροσερό νερό της. Βρίσκεται σε υψόμετρο 850μ. και περιτριγυρίζεται από τα πευκοδάση της Λάζινας, των Καναλιών και της Μπράβας. Απέχει μόλις 2,500 μ. από την Εθνική οδό Τρικάλων-Ιωαννίνων και ανήκει στο Δήμο Μετεώρων. Οι κάτοικοί της ζούνε κυρίως από την κτηνοτροφία και την υλοτομία (μέσω του δασικού συνεταιρισμού). Κατηφορίζοντας από την Πεύκη συναντάμε το ποτάμι που έρχεται από τον Κορυδαλλό. Εκεί υπάρχει μεγάλη τοξωτή γέφυρα, που από τις αρχές του 19ου αιώνα εξυπηρετούσε τη συγκοινωνία Θεσσαλίας-Ηπείρου. Σε μικρή απόσταση από το χωριό βρίσκονται οι πηγές Νταγίνια, Φαντανίτσα και Κόντζια. Αξιόλογος είναι ο πρόσφατα ανακαινισμένος νερόμυλος (Μοάρα) και το υδροτριβείο (Δριστέλα) που λειτουργούν σε καθημερινή βάση. Το έτος 1989 οι κάτοικοι της Πεύκης σε ένδειξη ευγνωμοσύνης έκτισαν το εξωκκλήσι της Αγίας Μαρίνας και έκτοτε ανήμερα της γιορτής (17 Ιουλίου) πανηγυρίζουν. Άλλα πανηγύρια στο χωρίο γίνονται του Αγίου Χριστοφόρου (9 Μαΐου) και το Δεκαπενταύγουστο στην πλατεία του χωριού.

Σκεπάρι Χασίων

Ο οικισμός Σκεπάρι βρίσκεται 33 χλμ. Β της Καλαμπάκας σε υψόμετρο 540 μ. Είναι ένα από τα πέντε χωριά που συγκροτούν το Δήμο Χασίων. Οι 200 περίπου κάτοικοι, των οποίων ο αριθμός διπλασιάζεται κατά τους θερινούς μήνες, έχουν ως κύρια απασχόληση την κτηνοτροφία (εκτρέφονται περίπου 4.500 αιγοπρόβατα) και καλλιεργούν σιτάρι και κριθάρι σε περιορισμένη κλίμακα. Το Σκεπάρι υπήρξε τσιφλίκι της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως (Μεγάλου Μετεώρου) και της γνωστής οικογένειας των Γιαννουσοτακαίων. Τον Ιούλιο του 1944 κάηκε ολοκληρωτικά από τους Γερμανούς κατακτητές μαζί με την εκκλησία της Αγ. Τριάδος, η οποία ξαναχτίστηκε το 1952. Ο οικισμός περιτριγυρίζεται από τα δάση Κρεάκορας με 5.000 στρ. βαλανιδιάς, Φτέρες προς Α και Βρυσοπούλες (όπου και το γραφικό ξωκλήσι της Αγ. Παρασκευής). Δεσπόζει στα ΝΑ η Καρδαρόπετρα, κορυφή ύψους 938 μ., με απέραντη θέα στα ΝΑ χωριά του νομού Τρικάλων. Την 1η Ιανουαρίου κάθε χρόνου αναβιώνουν τα «Λουκατζιάρια». Οι νέοι του χωριού εκλέγουν αρχηγό τους τον «Αλή» που μεταμφιέζεται γανώνοντας το πρόσωπό του, φορά κουδούνια στη μέση και κρατά στο χέρι του ένα ξύλινο σπαθί. Τον συνοδεύει η «Μπούλα», ένας άνδρας μεταμφιεσμένος σε όμορφη γυναίκα. Αφού λοιπόν ο «Αλής», η «Μπούλα» και η ακολουθία τους πάρουν την ευλογία του ιερέα, γυρίζουν όλα τα σπίτια του οικισμού σκορπίζοντας το γέλιο και τη χαρά στους συγχωριανούς τους, μαζεύοντας παράλληλα φιλέματα από τα σπίτια που επισκέπτονται. Στο τέλος καταλήγουν όλοι στην πλατεία, όπου και ο παραδοσιακός χορός και η διανομή των φιλεμάτων που συγκεντρώθηκαν. Στο πανηγύρι της Αγίας Τριάδος προσφέρονται «καζανιές» (κρέας πρόβειο εδώ, με κριθαράκι), ενώ δημοτική ορχήστρα διασκεδάζει τους κατοίκους που στήνουν χορό στον αυλόγυρο του ναού.

Σταγιάδες Χασίων

Μικρός ορεινός οικισμός της Αγναντιάς είναι οι Σταγιάδες. Βρίσκονται σε υψόμετρο 800 μ. και έχουν πληθυσμό 80 περίπου ατόμων που διπλασιάζονται τους θερινούς μήνες λόγω των κτηνοτροφικών τους απασχολήσεων. Τα υψώματα Καρακόλι, Τζιώρτζη και Αϊ Δημήτρης προσφέρουν αναψυχή και απεριόριστη θέα στον επισκέπτη, ενώ η περιοχή «Βεργίνα» παρουσιάζει αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Βρέθηκαν μαρμάρινες πλάκες και αμφορέας του 2ου αι μ.Χ. με παραστάσεις της Νιόβης και Νιοβηδών, ο οποίος παραδόθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο το 1968. Αξιόλογος ο μεταβυζαντινός ναός των Αγίων Αποστόλων όπως και αυτός των Εισοδίων της Θεοτόκου που χρονολογείται από το 1710, και έχει ξυλόγλυπτο τέμπλο και ενδιαφέρουσες αγιογραφίες στον πρόναο. Στην άκρη του χωριού, δυτικά της εθνικής οδού Καλαμπάκας – Γρεβενών είναι κτισμένη  η μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Σταγιάδων. Ο αρχικός σταυρεπίστεγος ναός είναι πολύ παλιός (πιθανόν του 11ου μ.Χ. αι.), ενώ ο πρόναος θα πρέπει να κτίστηκε γύρω στα 1780, αφού την ίδια χρονιά αγιογραφήθηκε από το Χιοναδίτη ζωγράφο Μιχαήλ. Οι αγιογραφίες και το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού διατηρούνται σε καλή κατάσταση. Το μοναστήρι, κραταιό και ακμαίο παλαιότερα, γνώρισε πολλές καταστροφές. Το 1924 τα κτήματά του απαλλοτριώθηκαν και μοιράστηκαν στους ακτήμονες των γύρω χωριών. Από το 1968 εγκαταστάθηκε σ’ αυτό γυναικεία αδελφότητα η οποία και το ανακαίνισε ριζικά. Σήμερα υπάρχει σύγχρονος ξενώνας, με δυνατότητα υποδοχής 20 ατόμων. Οι μοναχές ασχολούνται με αγροτικές εργασίες, υφαντουργία και κατασκευή κεριού. Στους Σταγιάδες λειτουργεί υποτυπώδες Λαογραφικό Μουσείο με εκθέματα του τοπικού παραδοσιακού πολιτισμού, χάρη στην προσπάθεια του Εκπολιτιστικού Συλλόγου του χωριού.

Τρυγόνα

Στις παρυφές του Κράτσοβου ή Βίγλας (1.600 μ.), σε υψόμετρο 750 μ., με πανοραμική θέα προς την περιοχή γύρω από τον Μαλακασιώτη και σε απόσταση 29 χιλιόμετρα από την Καλαμπάκα βρίσκεται η κοινότητα Τρυγόνας. Οι κάτοικοί της είναι κατά κύριο λόγο συνταξιούχοι και οικονομικά ενεργές είναι μόνο πέντε οικογένειες κτηνοτρόφων. Το χειμώνα μένουν στο χωριό 162 άνθρωποι ενώ το καλοκαίρι γύρω στους 700. Από την κάτω μεριά της εθνικής οδού Καλαμπάκας – Ιωαννίνων, στη ρίζα της Κόκκινης Πέτρας ή Κιάτρ – Αρόσα περνά το ποτάμι. Ένα χιλιόμετρο από το χωριό και 30 μέτρα πάνω από την εθνική οδό, στη θέση Ανάληψη, ήταν η παλιά θέση της Τρυγόνας. Το χωριό σύμφωνα με την παράδοση μετακινήθηκε λόγω θανατικού, στη θέση «Παλιοχώρι», λίγο πιο ψηλά από τη σημερινή του θέση. Εδώ βρίσκονται η ομώνυμη βρύση και δυο πηγές με τα ονόματα Κοάρδεσα και Φουντούνα – Μάρι. Πιο ψηλά, στην ανατολική πλευρά της Βίγλας απλώνεται το δάσος της Χάουας με πεύκα και βελανιδιές απ’ όπου η θέα της κοιλάδας του Μαλακασιώτη είναι εξαιρετική. Στην ίδια πλευρά, στον Αη – Λιά, διαμορφώνεται από το Δασαρχείο χώρος αναψυχής. Άλλες δυο ωραίες βρύσες κάτω από πλατάνια είναι η Μεγάλη Βρύση και η Βρύση του Δασκάλου. Η πρώτη μνεία του χωριού υπό το όνομα Χλιτζιάδες χρονολογείται στα 1534. Γνωρίζουμε πως πολύ αργότερα έγινε τσιφλίκι του Αλή – πασά των Ιωαννίνων, με το όνομα Χλιοτσάδες. Στην καταγραφή του 1820 από το Οθωμανικό κράτος αναφέρεται ως Κλιτφάδες. Πριν από την επανάσταση του ΄21 ήρθαν στο χωριό, κυνηγημένοι από τον Αλή – πασά, οι Μπετραναίοι από τη Φούρκα Σαμαρίνας που αποτέλεσαν στη συνέχεια σχεδόν το μισό χωριό. Το χωριό έλαβε μέρος στον αγώνα για την απελευθέρωση από τους Τούρκους υπό την αρχηγεία του οπλαρχηγού του Στάθη Ευσταθίου. Οι κάτοικοί του εξαγόρασαν το χωριό μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας με τη συνδρομή κατοίκων από τη γειτονική Πεύκη και τον Κορυδαλλό που μετεγκαταστάθηκαν σ΄ αυτό και στα 1904 έγινε το τελευταίο συμβόλαιο αγοράς. Στα 1930 με νόμο του Ελληνικού Κράτους που άλλαζε τα παλιά, μη ελληνικά ονόματα των τόπων, το χωριό μετονομάστηκε σε Τρυγόνα, από το όνομα του γνωστού πουλιού. Το χωριό πανηγυρίζει το Δεκαπενταύγουστο με γλέντι στην πλατεία μετά την εκκλησία. Γίνονται ακόμη γάμοι με τον παραδοσιακό τρόπο, ανήμερα της Αναλήψεως.

Ψήλωμα

Στο χωριό υπάρχει ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου του 17ου αιώνα με Βυζαντινές Εικόνες της εποχής καθώς και πλήρη κάλυψη των τοίχων με Αγιογραφίες, οι οποίες παρά τις ρωγμές που υπέστη ο Ναός στους σεισμούς του 1993 είναι σε σχετικά καλή κατάσταση. Επίσης στο δρόμο προς το χωριό υπάρχει ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου χτισμένο στη δεκαετία του 1920 και εορτάζει στις 2 Μαΐου. Το Γεφύρι του Ψύρρα χτίστηκε την ίδια εποχή με την Εκκλησία του χωριού από τον ίδιο μάστορα και αγιογράφο ο οποίος κατάγονταν από την Καστοριά και αποτελούσε το μοναδικό πέρασμα από τις περιοχές της ΒΔ Θεσσαλίας προς Δ. Μακεδονία. Στη συνέχεια ακολουθώντας τη λεγόμενη βλαχόστρατα δίπλα από το χωριό, προσπερνούσανε την Ασπροκκλησία και συνεχίζανε προς τα ορεινά της Δ. Μακεδονίας. Τόσο ο Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου όσο και το γεφύρι έχουν χαρακτηρισθεί το 1987 ως διατηρητέα μνημεία.

Δήμος Πύλης

Άγιος Βησσαρίωνας

Στην ιστορική κοινότητα του Αγίου Βησσαρίωνα (230μ. υψόμετρο) φθάνουμε είτε ακολουθώντας το δρόμο που οδηγεί σ’ αυτήν από τη Φιλύρα, μέσα από ένα ωραιότατο λιβάδι, είτε από τη μεριά της Πύλης που απέχει μόλις δύο χιλιόμετρα. Το χωριό, που απέχει από την πόλη των Τρικάλων 21 χλμ., οφείλει το παλιό του όνομα «Δούσικο» σε ένα ενδημικό του τόπου είδος βαλανιδιάς με το (σλαβικό) όνομα Ντούσκο ή Ντουσκάρι. Ο πρώτος κάτοικος του χωριού φαίνεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων της κοινότητας από το 1832, όταν αυτή υπαγόταν στο επαρχείο Ντουσκάρ. Το Δούσικο, χτισμένο δίπλα στον Πορταϊκό ποταμό, διαθέτει πολύ υγιές κλίμα, το οποίο απολαμβάνουν οι 537 κάτοικοί του, γεωργοί και κτηνοτρόφοι, αλλά και «πετράδες» (χτίστες της πέτρας). Σε μικρή απόσταση από το χωριό βρίσκεται το δάσος «Λάκκα της Στεφανής» και το εκτροφείο θηραμάτων του Κόζιακα. Οι κοντινότερες κορυφές του Κόζιακα είναι η Κρανιά (1.100μ.) και η Φουρκέτσα (500μ.). Ένας νερόμυλος, ο Νιζερός, σώζεται 2 χλμ. από το χωριό, καθώς και οι βρύσες Ψηλές Βρύσες, Γιαννάκη Βρύση και Γαβριήλ Βρύση. Η τελευταία συνδέεται με το χωριό με παλιό μονοπάτι, σ’ όλο το μήκος του οποίου συναντά κανείς πέτρινες κατασκευές. Ωραίος χώρος για αναψυχή, όπου βγαίνουν οι κάτοικοι την Πρωτομαγιά, είναι το λιβάδι Ντάρα. Το χωριό συνδέθηκε με την περίφημη μονή του Σωτήρος των Μεγάλων Πυλών, που βρίσκεται σε απόσταση 5 χλμ. από κει, ανεβαίνοντας σε υψόμετρο 750μ. στις πλαγιές του Κόζιακα.

Άγιος Νικόλαος

Ο Άγιος Νικόλαος, γνωστό και ως Καμνάι, είναι ένα από τα αυθεντικά χωριά της Πίνδου που διατηρεί μέχρι και σήμερα πετρόχτιστα σπίτια του 19ου αιώνα. Χτισμένο σε υψόμετρο 1.000μ., με μόλις 20 κατοίκους, απέχει από τα Τρίκαλα 66 χλμ. Περιβάλλεται από τις κορυφές Καπ-Γκράς και Ξεροβούνι, ενώ τα δάση της Μάμπλας, της Κηπιάς, της Πέτρας και του Χαλικίου, ανάμεσα στα οποία κινούνται σαν στο σπίτι τους αρκούδες, πέρδικες, λύκοι κ.α., συμπληρώνουν την απαράμιλλη ομορφιά του χωριού. Όπως στα περισσότερα βλαχοχώρια, έτσι και στο Καμνάι, το χειμώνα επικρατεί απόλυτη ησυχία και πολύ σπάνια ακούς ανθρώπινη φωνή, ενώ πιο δυνατά ακούς τις φωνές των ζώων που κυκλοφορούν μέσα στα δάση και το βουητό των χειμάρρων που το διασχίζουν. Αντίθετα το καλοκαίρι, οι Καμναΐτες φθάνουν στο χωριό τους με πολλή ανυπομονησία και χαρά που θα ξαναβρούν τους συγχωριανούς τους και θα αναπολήσουν τα παλιά. Η κορυφή του Καπ-Γκράς αποτέλεσε στο παρελθόν παρατηρητήριο των κλεφτών γιατί μπορούσαν από αυτό το σημείο να παρακολουθούν από τη Μεσοχώρα μέχρι το Γαρδίκι και την Αθαμανία.

Άγιος Προκόπιος

Ο Άγιος Προκόπιος με πληθυσμό 69 κατοίκους, είναι μια μικρή κοινότητα, σε υψόμετρο 620μ. στις δασωμένες πλαγιές του Κόζιακα, ανάμεσα στις κορυφές Δραμπάλα (1.298μ.), Δημητράκη (1.300μ.) και Διαμάντη (1.680μ.), κάτω από το περίφημο ομώνυμο μοναστήρι και πάνω από το φράγμα του ποταμού Δραμιζιώτη, με το νερόμυλο του 1880 μ.Χ. δίπλα. Από την κορυφή της Δραμπάλας αντικρύζουμε τη λίμνη Πλαστήρα, το θεσσαλικό κάμπο και το κάστρο του Φαναρίου. Απέχει από τα Τρίκαλα 31 χλμ. Στις πηγές Τζιόμ, Μάνα, Φτέρι, Καναλάκο, Μεγάκαμπο και Περγίνα του οροπεδίου Πάδη συχνά συναντώνται ζαρκάδια, λύκοι, αλεπούδες, κουνάβια και καμιά φορά αρκούδες. Από το μεγάλο μοναστήρι του Αγίου Προκοπίου του 18ου αιώνα, που εκτεινόταν σε έκταση 48 στρεμμάτων πάνω από το χωριό, έχουν απομείνει μετά την κατεδάφισή του το 1960 μόνο ερείπια. Το 1986 ο ναός του Αγίου Προκοπίου ανηγέρθη εκ βάθρων. Με τον Άγιο Προκόπιο συνδέεται το όνομα ενός Αγίου, του Κοσμά του Αιτωλού, και ενός κλέφτη, του Γούλια. Το χωριό πανηγυρίζει τη μνήμη του Αγίου Προκοπίου στις 8 Ιουλίου, με καζανιές και λαϊκό γλέντι που ακολουθούν τη λειτουργία.

Αθαμανία

Στα ορεινά του νομού Τρικάλων, στους πρόποδες τις Πίνδου, και σε υψόμετρο 940μ., σε μια περιοχή κατάφυτη από έλατα, βρίσκεται το χωριό Αθαμανία (έως το 1961 Μουτσιάρα) της δημοτικής ενότητας Αιθήκων, με 27 κατοίκους. Η Αθαμανία βρίσκεται στο δυτικό άκρο του νομού, στις ανατολικές κλιτύς των Τζουμέρκων, 86 χλμ. δυτικά της πόλης των Τρικάλων ανάμεσα στις κορυφές Κακαρδίτσα, Πλούν και Περτούσα. Μπορεί κανείς να φτάσει στο χωριό ακολουθώντας τη διαδρομή από Ελάτη (απόσταση 52 χλμ.) και από Καλαμπάκα (απόσταση 76 χλμ.). Επί τουρκοκρατίας της δόθηκε το όνομα Μουτσιάρα που σημαίνει πολύ νερό. Το σημερινό της όνομα προέρχεται από την αρχαία Αθαμανία που κατά την αρχαιότητα περιελάμβανε τα γύρω μέρη. Το χωριό είναι χωρισμένο σε δυο μαχαλάδες λόγω του ρέματος που το διασχίζει, και έπειτα χύνεται στο μουτσιαρίτικο ρέμα, έναν από τους παραποτάμους του Αχελώου. Πρόκειται για ένα από τα πλέον ατμοσφαιρικά βλαχοχώρια της περιοχής. Είναι περιοχή για «ψαγμένους» επισκέπτες, που εκτός από την άψογη φιλοξενία που θα τύχουν, θα αφουγκραστούν την ιστορία μέσα από τα φυλλώματα και τις κορυφές, στη γη της περήφανης φυλής των πολεμοχαρών αρχαίων Αθαμανών. Αποτελεί την αφετηρία για την ανάβαση προς την ψηλότερη κορυφή των Τρικάλων «Κακκαρδίτσα» στα 2.429μ. και της πεζοπορικής διαδρομής στο φαράγγι του Μουτσιαρίτη ποταμού και ιδιαίτερα τις πηγές στη θέση «στενό» και τέρμα στη θρυλική «δρακότρυπα». Η σπουδαιότερη εκκλησία η οποία βρίσκεται στο κέντρο του χωριού είναι η Αγία Παρασκευή η οποία είχε κάποτε αρκετούς μοναχούς και 12 κελιά. Άλλα χριστιανικά μνημεία είναι η μεταμόρφωση του Σωτήρος, ο ναός του Αγίου Αθανασίου, στον οποίο σώζονται παλιές τοιχογραφίες, καθώς και τα ξωκλήσια των 12 Αποστόλων, του Αη Γιάννη και του Προφήτη Ηλία. Το παλιό δημοτικό σχολείο της Αθαμανίας χαρακτηρίσθηκε ως έργο τέχνης. Χτίστηκε το 1901 και παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό και μορφολογικό ενδιαφέρον. Eπίσης, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της αρχιτεκτονικής των χωριών του Aσπροποτάμου. Eίναι κτίριο διώροφο, λιθόκτιστο, με ορθογωνική κάτοψη και αρμονικό σε όγκο, με αξιόλογες κατασκευαστικές λεπτομέρειες, όπως οι λαμπαδιές των ανοιγμάτων, τα λίθινα ανώφλια των παραθύρων με τα ανακουφιστικά τόξα, το διπλό τοξωτό υπέρθυρο και το λίθινο γείσο της στέγης με οριζόντιες και οδοντωτές ταινίες. H υψομετρική διαφορά της κυρίας εισόδου καλύπτεται με εξωτερική λιθόκτιστη σκάλα, της οποίας το πλατύσκαλο είναι στεγασμένο με λιθόκτιστο στέγαστρο. Το λιθόκτιστο στέγαστρο ακουμπά σε στρογγυλές λίθινες κολώνες που συνδέονται μεταξύ τους, καθώς και με το κτίριο, με τρία τόξα. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, το καθένα ξεχωριστά αλλά και στο σύνολό τους, συνθέτουν την έννοια του έργου τέχνης.

Αρματολικό

Το Αρματολικό είναι χτισμένο σε υψόμετρο 840μ., απέχει 70 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 113 κατοίκους. Περιλαμβάνει τους οικισμούς Λεφαίικα, Σκλήθρα, Γράβο και Γούρνες (Αγία Τριάδα). Όπως δηλώνεται και από το όνομα του χωριού, Αρματολικό, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν κατάλυμα αρματολών, σύμφωνα με την εξήγηση που δίνουν οι κάτοικοί του. Ο πιο γνωστός απ’ αυτούς υπήρξε ο καπετάν Σβάρνας και το μεγάλο ασκέρι του, που αποτελούν το αντικείμενο τοπικών εξιστορήσεων. Ωστόσο, η αρχική θέση του χωριού, κατά το 16ο-17ο αιώνα, εντοπίζεται εκεί όπου βρίσκονται τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου, που καταστράφηκε παλιότερα από τους Σταυροφόρους. Το 1942 το χωριό καταστράφηκε για μια ακόμη φορά. Τα στρατεύματα κατοχής το έκαψαν ολοσχερώς και πολλοί κάτοικοί του εκτελέστηκαν. Οι μνήμες των ανθρώπων από τον εμφύλιο είναι εξίσου επώδυνες. Το Αρματολικό βρίσκεται ανάμεσα σε δάση από έλατα και δρυς, σημαντικούς βιότοπους που φιλοξενούν μεγάλο αριθμό άγριων ζώων. Μέσα στη δασώδη περιοχή βρίσκεται η βρύση Καναλάκης. Το ίδιο το χωριό υδρεύεται από τα νερά των πηγών Μουχαλένες, Διαμαντόβρυση και Καλογριές. Από την Παχτουρνέτσα, σε υψόμετρο 2.000μ. (1 χλμ. με τα πόδια, 5 χλμ. με το αυτοκίνητο) διακρίνονται η Άρτα και οι ακτές της Ηγουμενίτσας, αλλά και το Γαρδίκι, η Δέση και η Μουτσιάρα. Από το Παλιάγωνο (όπου και το ποδοσφαιρικό γήπεδο του χωριού), φαίνονται η γέφυρα του Αλεξίου, το κατοχικό αεροδρόμιο και η γύρω περιοχή. Ένας θρύλος συνδέει το Αρματολικό με το ποτάμι του Αχελώου: 2 μόλις χλμ. μακριά, κοντά στο Σπανό Βουνό, βρισκόταν η Δρακότρυπα, απ’ όπου ένα θηρίο εξορμούσε στην περιοχή του ποταμού. Αυτά που μαρτυρούν τη σχέση του χωριού με το ποτάμι στο παρόν είναι τα ειρηνικά έργα: το ρέμα του Φαφούτη, το υδροτριβείο, το μαντάνι, ο μύλος που ακόμη λειτουργεί στην τοποθεσία Αμπελά και το γεφύρι του Αρματολικού (1894). Σήμερα το χωριό, μοναχικό αλλά πανέμορφο το χειμώνα, με τις χιονοστιβάδες που σωρεύονται στις περιβάλλουσες πλαγιές, αρχίζει να συγκεντρώνει κόσμο στις αρχές της άνοιξης, στις 23 Απριλίου, γιορτή του Αη-Γιώργη. Τότε προσφέρεται στο κοινό φαγητό (κρέας με τραχανά) από καζάνι στην εκκλησία και για δυο βράδια γίνεται λαϊκό γλέντι στην πλατεία. Αλλά το γεγονός που συγκεντρώνει τον περισσότερο κόσμο είναι το τριήμερο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου. Τότε γίνεται και το ετήσιο αντάμωμα όσων κατάγονται από το Αρματολικό, το οποίο επισφραγίζεται με τον παραδοσιακό χορό, τα «Κάγκελα». Όλοι χορεύουν κυκλικά κλείνοντας σιγά-σιγά τον κύκλο, ώσπου «να γίνουν όλοι ένα». Αναπαράσταση παραδοσιακού γάμου γίνεται κάθε δυο-τρία χρόνια. Κάθε χρόνο στις 10-15 Ιανουαρίου ο σύλλογος Αρματολικού δίνει χορευτικές παραστάσεις, στις οποίες παρουσιάζεται η χορευτική παράδοση του χωριού, στα Τρίκαλα. Στο Αρματολικό υπάρχουν ακόμη τεχνίτες που ασκούν επαγγέλματα που έχουν χαθεί στις περισσότερες περιοχές της χώρας. Υπάρχουν σιδεράδες που δουλεύουν με το φυσερό, καλατζής, κερατζής που οργώνει και μεταφέρει εμπορεύματα με τα ζώα, μυλωνάς που δουλεύει πετρόμυλο, μαραγκοί που δουλεύουν με τα παλιά σύνεργα της τέχνης τους, και ένας δημιουργός λαϊκής τέχνης.

Βαθύρρευμα

Το Βαθύρρευμα βρίσκεται σε ύψος 840μ., απέχει από την πόλη των Τρικάλων 48 χλμ. και έχει πληθυσμό 54 κατοίκους. Η πρώτη γραπτή αναφορά για το χωριό υπάρχει στην τουρκική απογραφή του 1454/55 ως Vasirama. Σε έγγραφα του 16ου αιώνα αναφέρεται ως Βαθύρρευμα. Το όνομα είναι ελληνικό και σχετίζεται με τη γεωγραφική θέση του χωριού. Γύρω από το χωριό υπάρχουν άφθονα νερά: Γκούρα, Βλαχόβρυση, Λαιούσα, Μουσαμάς, Μπουκουβάλα, Παλιοκόπρι, Ποτιστής, Κανάλια, Λιβάδια, Βαθυρρευματιώτης (ο οποίος είναι παραπόταμος του Αχελώου). Το χωριό περιστοιχίζεται από δάση με έλατα και οξιές, ενώ πιο πάνω υψώνονται γυμνές βουνοκορφές. Τα βουνά Λαίουσα (1.800μ.) και Τραμπάλα (1.500μ.), προσφέρουν θέα προς τα χωριά της Άρτας, ενώ από τη Μαγγανιάρα, η θέα προς το θεσσαλικό κάμπο είναι πανοραμική.

Βαλκάνο

Το Βαλκάνο βρίσκεται σε υψόμετρο 750μ. κοντά στον παραπόταμο του Αχελώου, απέχει από την πόλη των Τρικάλων 65 χλμ., και έχει πληθυσμό 59 κατοίκους. Το Βαλκάνο αναφέρεται για πρώτη φορά το 16ο-17ο αιώνα. Το όνομά του προέρχεται από την τουρκική λέξη Balkan, που σημαίνει απότομη, ψηλή, δασωμένη οροσειρά. Οι κάτοικοι του χωριού, κτηνοτρόφοι κατά το πλείστον, το εγκαταλείπουν το χειμώνα για να διαχειμάσουν στα πεδινά. Το καλοκαίρι που επιστρέφουν, προετοιμάζουν το μεγάλο ετήσιο πανηγύρι του χωριού, που γίνεται στις 26 και 27 Ιουλίου, γιορτή της Αγίας Παρασκευής, με γλέντι που ακολουθεί τη λειτουργία στην παλιά εκκλησία της τιμώμενης Αγίας. Στην πλατεία του χωριού ντόπιοι και επισκέπτες τραγουδούν και χορεύουν με τη συνοδεία κομπανίας δημοτικών τραγουδιών και απολαμβάνουν μαγειρεμένα κρέατα που μοιράζονται από “καζανιές” στους παρευρισκόμενους. Αξίζει τον κόπο να επισκεφθεί κανείς το χωριό το καλοκαίρι, όταν η διαφορά θερμοκρασίας με την πεδιάδα είναι αισθητή και πράγματι ανακουφιστική, και να περπατήσει τη μικρή απόσταση μέχρι το βουνό της Λαίουσας (προσφέρεται για ορειβασία), με τα άφθονα κρύα νερά των πηγών του, κατάφυτο με οξιές και έλατα. Επιπλέον, στο ποτάμι μπορεί κανείς να ψαρέψει πέστροφες.

Βροντερό

Το Βροντερό, ένα μικρό χωριό 67 κατοίκων πνιγμένο στο πράσινο, βρίσκεται σε υψόμετρο 903μ., σε απόσταση 68 χλμ. νοτιοδυτικά των Τρικάλων. Ως το 1928 ονομαζόταν Λάντς. Το όνομα Βροντερό το αποδίδουν οι κάτοικοι στις βροντές των όπλων που έπεσαν όταν εκεί διοργανώθηκε το πρώτο συμβούλιο των Καπεταναίων, όπως οι Στουρναραίοι, αλλά και ο επικηρυγμένος από τους Τούρκους Θεόδωρος Μαρκαντάς. Στο Βροντερό βρήκε καταφύγιο και ο γνωστός στην περιοχή λήσταρχος Τζατζάς, προς τιμήν του οποίου ονομάσθηκε και μια βρύση. Το διασχίζουν οι παραπόταμοι του Πορταϊκού, ο Τζαρμπάνος και ο Μύλος, ενώ περιστοιχίζεται από όμορφα καστανοδάση. Ακολουθώντας ένα στενό δασικό δρόμο φθάνει κανείς στις κορυφές της Καζάρμας και του Άνω Λάπατου, απ’ όπου και μπορεί να περιηγηθεί νοερά από τη λίμνη του Μέγδοβα ως και το Περτούλι. Η περιλάλητη στην περιοχή φράση «χαμπέρια από το Λάντς», επιβεβαιώνει τη φήμη που είχε το χωριό σαν «ανταποκριτής» των νέων της περιοχής. Αυτό οφειλόταν στο πολυτάξιδο πνεύμα των κατοίκων του χωριού, αλλά και στο γεγονός ότι στη θέση «καστανόδασος της Καργώνας» λειτουργούσε χάνι, που ήταν στέκι όλων όσων περνούσαν από την περιοχή. Στο Βροντερό τα πανηγύρια γίνονται του Αη Γιωργιού και του Προφήτη Ηλία, με γλέντι και φαγητό στα καζάνια που στήνονται στο προαύλιο των εκκλησιών, αλλά και του Σωτήρος, όπου το γλέντι μεταφέρεται στα τοπικά καταστήματα.

Γαρδίκι

Το Γαρδίκι, είναι χτισμένο στον ορεινό όγκο της Κακαρδίτσας των Αθαμανικών ορέων (Τζουμέρκων) της Νότιας Πίνδου, και για την ακρίβεια στη νοτιοανατολική πλαγιά της κορυφής Κουρούνα (1.988μ.) και σε υψόμετρο 1.100μ. Απέχει 81 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 134 κατοίκους. Το όνομά του, Γκαρντίστι στα βλάχικα, αποτελεί παραφθορά της λέξης «γκάρντου» που σημαίνει οχυρό, ταμπούρο. Ιστορικά, στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το Γαρδίκι, μνημονεύεται αρχαίος οικισμός με την πρωτεύουσα του στη θέση «Βρύσες», κάπου 250μ. ψηλότερα από το συνοικισμό Παλαιοχώρι. Ακόμα και σήμερα σώζονται ερείπια και κομμάτια από κεραμίδια. Προπολεμικά είχαν γίνει ανασκαφές και βρέθηκαν αρχαία νομίσματα με τη λέξη «Αθαμάνων». Πρώτος βασιλιάς της Αθαμανίας ήταν ο Αθάμας. Στα νεότερα χρόνια, την πρώτη καταγραφή του χωριού τη βρίσκουμε το 1.454 μ.Χ., στην πρώτη επίσημη απογραφή των Τούρκων μετά την άλωση της Πόλης και την οριστική πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αναφέρεται από τουρκικές πηγές ως «Gardik», Γαρδίκι, Βλαχογαρδίκι. Στο Γαρδίκι μετοίκησαν οι κάτοικοι του οικισμού Λιάσοβο, που βρισκόταν στη δυτική πλευρά του βουνού και διαλύθηκε στο διάστημα μεταξύ 1592-1593 και 1858, αλλά και του οικισμού Κεράσοβο, που βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού οικισμού Παλαιοχώρι Γαρδικίου, και διαλύθηκε μεταξύ των ετών 1868 και 1881. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881), το Γαρδίκι εξελίχθηκε σε μεγαλοχώρι και αποτέλεσε την έδρα του πάλαι ποτέ Δήμου Αθαμανών, που περιελάμβανε και τα χωριά Τζούρτζια (Αγία Παρασκευή), Μουτσιάρα (Αθαμανία), Δέση, Άγιο Νικόλαο (Καμνάι) και Δροσοχώρι (Τυφλοσέλι), και ο οποίος καταργήθηκε το 1912. Έκτοτε υπήρξε έδρα της κοινότητας Γαρδικίου, ως την εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστριας. Ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι η κεντρική εκκλησία του χωριού. Ένας ναός σε ρυθμό βασιλικής με τρούλο, χτισμένος με πέτρα, το 1700 μ.Χ. Η μητρόπολη του χωριού λειτουργεί κάθε Κυριακή του καλοκαιριού και πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου. Η ιερά μονή Αγίας Τριάδας είναι παραδοσιακή, πέτρινη εκκλησία, χτισμένη το 1750 μ.Χ, από το Γαρδικιώτη ιερομόναχο Ιωαννίκιο, και αποτελεί τη δεύτερη παλαιότερη εκκλησία του χωριού. Τιμάται στη μνήμη της Αγίας Τριάδος και πανηγυρίζει στις 6 Αυγούστου, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Με υπουργική απόφαση, και οι δύο αυτοί ναοί, έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά, διατηρητέα μνημεία.

Γόμφοι

Οι Γόμφοι βρίσκονται σε υψόμετρο 135μ., απέχουν 15 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχουν 818 κατοίκους. Το χωριό έχει πάρει το όνομά του από τον μεγάλης αρχαιολογικής σημασίας χώρο των αρχαίων Γόμφων, ενώ «Ραψίστα» ήτανε η παλιά του ονομασία. Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται στα όρια με το Μουζάκι Καρδίτσας. Διαθέτει ανεκτίμητη ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά, από τη νεολιθική εποχή με πολλά ευρήματα ως σήμερα. Αποτέλεσε αρχαία πόλη υψηλής στρατηγικής σημασίας που ονομάστηκε Φιλιππούπολη» προς τιμήν του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας. Υπήρξε μήλον της έριδος μεταξύ του Φιλίππου Ε΄ και του Αμυνάδρου βασιλιά των Αθαμανών, ενεργό μέλος της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Αποτέλεσε πέρασμα του Ύπατου Πόλπιου Λίκινου Κράσσου και του Ιουλίου Καίσαρα, στο δρόμο για την αναμέτρησή του με τον Πομπηίο. Στους πρόποδες του όρους Ίταμος και στα όρια του νομού Τρικάλων και Καρδίτσας υπάρχουν τρείς λόφοι: το Βουλωτό, το Παλαιομονάστηρο Ι και το Παλαιομονάστηρο ΙΙ. Ανάμεσά τους και προς τα νοτιοανατολικά, ως την κοίτη του ποταμού Πάμισου, σχηματίζουν μια κοιλάδα με άνοιγμα περίπου 600μ. Η θέση ονομάζεται σήμερα Επισκοπή. Αυτό το σημείο είχαν επιλέξει οι αρχαίοι Γομφαίοι για να χτίσουν την πόλη τους. Η λέξη «Γόμφος» σήμαινε χονδρό ξυλοκάρφι, αυτό που χρησιμοποιείται για τη συνένωση δύο μεγάλων καδρονιών. Η παρομοίωση της περιοχής με γόμφο ήταν επιτυχής, τόσο γιατί οπτικά έδινε την εικόνα του καρφιού, αλλά και γιατί αποτελούσε το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Η υψηλή στρατηγικής, λοιπόν, σημασίας πόλη έπαιζε το ρόλο του φρουρού και διέκοπτε την πορεία προς την Εστιαιώτιδα (την περιοχή δηλαδή των Τρικάλων της αρχαίας Θεσσαλίας) μέσα από το πέρασμα της Πύλης, ανάμεσα από τα όρη Τζουμέρκα και το όρος Κόζιακα, καθώς και την πορεία προς την Θεσσαλιώτιδα (η αντίστοιχη περιοχή της Καρδίτσας), ανάμεσα από το όρος Φτέρη και τα Άγραφα, μέσα από το Μουζάκι. Γι’ αυτό το λόγο οι κάτοικοι είχαν οχυρώσει την πόλη με διπλά τείχη: ένα εξωτερικό με μεγάλους ογκόλιθους και εσωτερικά ένα με ωμές πλίθινες πλάκες σκεπασμένες με κέραμους. Τμήμα του τείχους φαίνεται στα ανατολικά, ενώ τμήμα της Ακρόπολης έχει βρεθεί στο δάσος του Παλαιομονάστηρου. Το δάσος παρείχε επιπλέον προστασία από βόρειους ανέμους και έτσι η διαμονή στην πόλη ήταν πιο άνετη. Το κέντρο της βρισκόταν στην περιοχή της Επισκοπής και πλαισιωνόταν από δύο συνοικισμούς, το Παλαιομονάστηρο και τη Λυγαριά. Κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η καλλιέργεια σιτηρών. Πρέπει να άνθιζε όμως και η αμπελοκαλλιέργεια, αφού σύμφωνα με τις επιγραφές που έχουν βρεθεί, πολιούχος της πόλης ήταν ο “Κάρπιος” Διόνυσος. Επίσης λατρευόταν ο Ζεύς ο Παλάμνιος και ο Ζεύς ο Φίλλιπος ο Β’, βασιλιάς της Μακεδονίας που κατέλαβε τη Θεσσαλία, και προς τιμήν του η πόλη μετονομάστηκε προσωρινά σε «Φιλλίπους» ή «Φιλλιπούπολη». Το 208 π.Χ. η πόλη προσχώρησε στην Αιτωλική Συμπολιτεία, γεγονός που μαρτυρά ανολοκλήρωτη επιγραφή στους Δελφούς, μεταξύ των ιερομνημόνων της συμπολιτείας. Το 198 π.Χ. ο Φίλλιπος ο Ε’ κατέλαβε την περιοχή και το 197–196 π.Χ. έπεσε στα χέρια του εχθρού του Ανυμάνδρου, βασιλιά των Αθαμανών. Σύμφωνα με μαρτυρία του Πλούταρχου, ο βασιλιάς Αμύνανδρος προχώρησε προς τους Γόμφους που τους είχε αδιάκοπα στο μάτι και κυρίευσε την ποθητή αυτή πόλη. Αυτή τη διετία η πόλη έμεινε σε πολιτική αδράνεια και έχασε την επαφή της με τη Συμπολιτεία. Με επανάκτηση της κυριότητας από το Φίλλιπο τον Ε’ το 189 π.Χ., απαλλάχθηκε από τους Αθαμανούς και ως το 185 π.Χ. ήταν μέλος των ελεύθερων θεσσαλικών πόλεων. Τότε έγινε και μια συμπολιτεία μεταξύ Γόμφων και Θαμίων της Ιθώμης (σημερινό Φανάρι Καρδίτσας) σε θέματα δικαίου και νόμων, πολιτιστικών στοιχείων κλπ. Το 171 π.Χ. διήλθε ο Ύπατος Πόπλιος Λίκινος Κράσσος στην πορεία του να συναντήσει τον Περσέα βασιλιά της Μακεδονίας. Το 48 π.Χ. την πόλη προσέγγισε ο Ιούλιος Καίσαρας κατά την πορεία του για να συναντήσει τον Πομπηίο και τον Σκιπίωνα. Όμως ο στρατηγός Ανδροσθένης ο Γυρτώνιος, ταγός της Θεσσαλίας και υπερασπιστής της πόλης, παρασυρόμενος από τη νίκη του Πομπηίου στο Δυρράχιο, συμμάχησε με αυτόν. Αρνήθηκε λοιπόν την αίτηση του Καίσαρα για φιλοξενία, στηριζόμενος στην προστασία από τα τείχη και στη βοήθεια του Πομπηίου. Όμως η βοήθεια καθυστέρησε να έρθει με αποτέλεσμα η πόλη να κυριευτεί από τον Καίσαρα. Στη μάχη αυτή πέθανε και ο Ανδροσθένης. Τα στρατεύματα λεηλάτησαν με αισχρό τρόπο την πόλη και όπως αναφέρει ο Αππιανός, ήπιαν άφθονο κρασί και μέθυσαν τόσο πολύ, ώστε συμπεριφέρθηκαν εντελώς απρεπώς. Παράλληλα, θεραπεύτηκαν και από μια ασθένεια που βασάνιζε το στράτευμα για πολύ καιρό. Τον 6ο μ.Χ. αιώνα και με εντολή του Ιουστινιανού έγινε επιδιόρθωση των τειχών, ενώ αργότερα ο Ηράκλειος έκανε την πόλη έδρα επισκόπων (ονομασία «Επισκοπή»). Στην περιοχή υπήρχε και ένα παλιό μοναστήρι που έδωσε το όνομά του στην κοινότητα Παλαιομονάστηρου. Το 1600 η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς με την επανάσταση του Επισκόπου Τρίκκης και Λαρίσης Διονυσίου του Β’ του Φιλοσόφου ή Σκυλοσόφου. Στην περιοχή έχουν βρεθεί από τον αρχαιολόγο κ. Ζιάκα και δύο νεολιθικοί οικισμοί της 6ης χιλιετίας π.Χ., με αξιόλογα ευρήματα, όπως μια ανάγλυφη πλάκα που απεικονίζει τον Ομηρικό Οδυσσέα να καθαρίζει πληγή του από το κυνήγι. Τέλος με την υπουργική απόφαση 1154/4-3-1964 (ΦΕΚ. 91/Β/19.3.1964) η περιοχή κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος.

Δροσερό

Το Δροσερό, «Στεφανοσαίοι» σύμφωνα με την παλιά ονομασία, απέχει από τα Τρίκαλα 6 χλμ. Βρίσκεται σε υψόμετρο 110μ. και έχει 383 κατοίκους. Χαρακτηρίζεται από τον Πηνειό ποταμό, του οποίου τα πρανή είναι χώρος πορείας για αθλητές, βόλτα με ποδήλατο κ.α., καθώς και από το δάσος, που ήδη αποτελεί επισκέψιμο χώρο φυσιολατρικού τουρισμού για σχολεία και όχι μόνο. Το όνομα «Στεφανοσαίοι» αναφέρεται για πρώτη φορά το 1688 στην πρόθεση 38 του Δουσίκου, φύλλο 26β. Σε άλλες πηγές της Τουρκοκρατίας θα δούμε τα ονόματα Στεφανοσέοι, Στεφανοσέος, Στεφανωσέοι. Με τα στοιχεία αυτά απορρίπτεται η άποψη που είχαν οι παλαιότεροι κάτοικοι του χωριού ότι η ονομασία προέρχεται απ’ τον Παύλο Στεφάνοβικ που αγόρασε τον οικισμό από τους Τούρκους, γιατί η αγορά πραγματοποιήθηκε το 1881.

Δροσοχώρι

Το Δροσοχώρι (παλιά ονομασία Τυφλοσέλι) είναι χτισμένο σε υψόμετρο 950μ. και πήρε τη σημερινή του ονομασία το 1963 μ.Χ. Βρίσκεται σε απόσταση 68 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 18 κατοίκους. Πολλοί το θεωρούν το πιο γοητευτικό και το πιο όμορφο χωριό της Πίνδου γιατί η θέση όπου έχει χτιστεί είναι μοναδική, σ’ ένα χαμηλό πλάτωμα. Οι πανύψηλες κορυφές που υψώνονται γύρω του, όπως αυτές της Τσούκας, της Τσάρτας και του Αυγού, δείχνουν να το προστατεύουν και να το σκιάζουν τόσο πολύ, που ακόμα και το φεγγάρι κρύβεται από το ύψος τους (γι’ αυτό και η παλιά ονομασία Τυφλοσέλι). Όπου και να στρίψεις τη ματιά σου θα συναντήσεις πηγές, ενώ ο καταρράκτης «Μάνα του Νερού» τρέχει ιλιγγιωδώς με πτώση νερού 8μ. Βέβαια και από το Δροσοχώρι δεν απουσιάζουν άγρια ζώα, όπως λύκοι και αρκούδες που μπορεί να τα συναντήσει κανείς στο βιότοπο που δημιουργείται στη θέση «Σπιτάκι». Όπως και στον Άγιο Νικόλαο έτσι και στο Δροσοχώρι, επώνυμοι ραφτάδες άφησαν τη σφραγίδα τους με τις στολές να πωλούνται μέχρι και τον κάμπο. Στην άκρη του χωριού στέκει αγέρωχος ο ναός των Αγίων Αποστόλων με τοιχογραφίες Σαμαριναΐων ζωγράφων που χρονολογούνται στα 1867 μ.Χ. Τη γιορτή τους τη γιορτάζουν με ένα μοναδικό τρόπο, ανάβοντας φωτιές και προσφέροντας το παραδοσιακό «μπλοτς», φαγητό βασισμένο στο πληγούρι, ενώ τραγουδούν τοπικά τραγούδια, με το τραγούδι της Σιάνας, της όμορφης κοπέλας που κλέφτηκε με τον αγαπημένο της, να αντιλαλεί σ’ όλη την Πίνδο.

Ελάτη

Σε απόσταση 14 χλμ. από την Πύλη και 36 χλμ. από τα Τρίκαλα συναντάμε τη ναυαρχίδα του ορεινού όγκου, τη γνωστή Ελάτη, με 396 κατοίκους. Είναι χτισμένη σε χαμηλό σχετικά υψόμετρο (920μ.) μέσα στα έλατα, στο νότιο τμήμα της οροσειράς της Πίνδου. Η Ελάτη αποτελεί κι αυτή τμήμα του Αρχαίου Βασιλείου των Αιθήκων. Τα ερείπια του αρχαίου κάστρου στη θέση Παλαιόκαστρο, εκτείνονται από το πλάτωμα που υπάρχει λίγο πιο κάτω από το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία (υψομ. 800μ.) ως τη θέση Κατώφλι (υψομ. 700μ.). Η αρχική ονομασία Τύρνα ή Τίρνα αναφέρεται στην κοινότητα για πρώτη φορά στην απογραφή των τιμαρίων το 1423 μ.Χ., και ανήκε στο τιμάριο του Maxmud, αν και το όνομα έχει σλάβικες ρίζες και σημαίνει αγκαθότοπος. Η ονομασία αυτή διατηρήθηκε έως το 1955 μ.Χ. Μέχρι το 1943 μ.Χ, το χωριό βρισκόταν σε θέση πιο δυτικά στο ποτάμι, οπότε και μεταφέρθηκε στη σημερινή θέση μετά την καταστροφή του από τους Γερμανούς. Η ορεινότητα και η ομορφιά του χώρου και η αξιόλογη και ποιοτική υποδομή στέγασης και εστίασης, καθιστούν την Ελάτη έναν από τους πιο δημοφιλείς και κοσμοπολίτικους προορισμούς της Ελλάδας. Δεν περιορίζει τον επισκέπτη μόνο στη χειμερινή περίοδο ή εκείνη του Δεκαπενταύγουστου, αλλά μπορεί να τον φιλοξενήσει όλο το χρόνο. Η διαμονή έχει τα χαρακτηριστικά της φιλοξενίας και όχι του απρόσωπου τουρισμού, με παροχές όπως διαμονή σε εξαιρετικούς ξενώνες, ξενοδοχεία και διαμερίσματα όλων των προσωπικών απαιτήσεων και βαλαντίων, τα οποία είναι διαρκώς ανοιχτά. Η διατροφή χαρακτηρίζεται από εξαιρετικής ποιότητας φρέσκα, τοπικά προϊόντα, υπάρχουν δραστηριότητες για ψυχαγωγία για όλες τις ηλικίες και απαιτήσεις, και η παροχή όλων των υπηρεσιών εξασφαλίζει το αίσθημα της οικειότητας και της ασφάλειας.

Ελευθεροχώρι

Το Ελευθεροχώρι (παλιά ονομασία Βακούφι), είναι ένα γεωργικό κυρίως χωριό, 15 χλμ. δυτικά των Τρικάλων, σε υψόμετρο 120μ., με πληθυσμό 391 κατοίκους. Στις υπώρειες του Κόζιακα, όπου ξεχωρίζουν μερικοί κωνικοί λόφοι πρέπει να αναζητήθηκε Μυκηναϊκός οικισμός 15ου-13ου αιώνα π.Χ. Έξω από το χωριό εκτείνεται μικρό δάσος, 80 περίπου στρεμμάτων.

Καλόγηροι

Οι Καλόγηροι βρίσκονται στο νομό Τρικάλων, σε υψόμετρο 720μ. και ανήκουν στο δήμο Πύλης. Απέχουν 35 χλμ. από το κέντρο της πόλης των Τρικάλων και μόλις 6 χλμ. από την Ελάτη, και έχουν 144 κατοίκους. Το χωριό συσχετίζει την ονομασία του με την εκκλησιαστική ιστορία του τόπου, αφού ήταν η πατρίδα του ηγούμενου της Μονής Δουσίκου Ιερόθεου. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από μία απαράλλακτη φυσική ομορφιά η οποία ξεπερνά κάθε προσδοκία. Πρώτη απόδειξη της το βουνό του Ασκληπιού, ο Κόζιακας, που συντροφεύει το χωριό και αποτελεί τόπο έλξης πολλών βοτανολόγων εξαιτίας της σπάνιας χλωρίδας του. Τους Καλόγηρους περιβάλλουν οι κορυφές της Τσούκας (1.300μ.), του Μαυροπουλίου (1.700μ.), απ’ όπου φαίνονται τα Στουρναραΐικα, τα Τρίκαλα, η Καρδίτσα και το Νεραϊδοχώρι της Νεράιδας (917μ.), στην οποία βρίσκεται και η σπηλιά της Νεράιδας, απ’ όπου φαίνονται τα Τρίκαλα, τα Χάσια, η Καλαμπάκα και τα Μετέωρα. Στα δάση της περιοχής συναντά κανείς οξιές, δρυς, πλατάνια, καρυδιές, καστανιές και έλατα. Στον περίπατό του ο επισκέπτης μπορεί να γευτεί τα γάργαρα νερά των άφθονων πηγών, όπως είναι η Σκλήθρα, η Γκούρα, η Βρυσούλα, η Γκορούλα, τα Συμιτέικα, του Λαύρου, και του ρέματος των Καλογήρων. Επίσης εκεί ζει μεγάλος αριθμός ζώων όπως αλεπούδες και αγριογούρουνα, λύκοι και αρκούδες. Εκτός από τη φυσική ομορφιά του τοπίου ο περιηγητής αξίζει να απολαύσει την αρχιτεκτονική των διασωθέντων εκκλησιών, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται της Αγίας Τριάδος, του Αγίου Φανουρίου, του Προφήτη Ηλία, η κεντρική εκκλησία του χωριού του Αγίου Νικολάου καθώς και το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου. Ιστορικό μνημείο του χωριού είναι και το λιθόκτιστο σχολείο που χτίστηκε το 1908 μ.Χ., επί δημάρχου Αιθήκων Νικολού Στουρνάρα, και είχε 100 μαθητές την περίοδο της ακμής του. Εικάζεται ότι οι Καλόγηροι σχετίζονται ειδικότερα με το βασίλειο των Αιθήκων, το αρχαίο Πότναιο. Η άποψη αυτή βασίζεται στα αρχαιολογικά ευρήματα και ειδικότερα στα ερείπια του ελληνιστικού κάστρου στη θέση Παλαιόκαστρο, στο αρχαίο νεκροταφείο.

Κορυφή

Η Κορυφή είναι το τελευταίο χωριό του Ν. Τρικάλων προς την Άρτα και περικλείεται από τα όρη Καπροβούνι και Καταφύλι. Βρίσκεται σε υψόμετρο 700μ., σε απόσταση 82 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 34 κατοίκους. Το παλιό του όνομα, Καπρόι, συνδέεται με την ύπαρξη αγριόχοιρων στην περιοχή. Υδρεύεται από τις πηγές Πηγαδούλι, Καλυβού, Αλατζέκου και Κλήματα. Το δάσος Μέγας Λόγγος γεμάτο έλατα και οξιές, αποτελεί καταφύγιο πολλών θηραμάτων, ενώ στη θέση Σκίπς σώζεται νερόμυλος σε καλή κατάσταση. Στις 20 Ιουλίου πανηγυρίζει το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία και στις 15 Αυγούστου, γίνεται το κορυφαίο πανηγύρι που ξεκινά από την εκκλησία και συνεχίζεται στην πλατεία του χωριού.

Κοτρώνι

Σε υψόμετρο 750μ. στις πλαγιές του Κόζιακα, σε απόσταση 14 χλμ. από την Πύλη, βρίσκεται το χωριό Κοτρώνι, με πληθυσμό 321 κατοίκους. Σ’ αυτό υπάγεται ο οικισμός Λογγιές, σε υψόμετρο 300μ. Η συγκεκριμένη δημοτική κοινότητα είναι χτισμένη στην περιοχή όπου εκτείνονταν η «Αθηκία χώρα», και κατοικούνταν από την «ευγενέστατη φυλή των Αιθήκων», όπως αναφέρει ο γεωγράφος Στράβων. Δραµίζι είναι η πρώτη ονομασία του χωριού, κατά τους µέσους χρόνους και το αναφέρουν και νεότερες μαρτυρίες. Στις 30 Ιουλίου 1821 μετά την επανάσταση των Αγράφων υπό τον Νικόλαο Στουρνάρη, το Κοτρώνι κάηκε από τους Τούρκους, μαζί µε την Πύλη και την Ελάτη. Τη νεότερη ονομασία, κατ’ άλλους, την οφείλει στα πολλά κοτρώνια (βράχους) που έχει, ενώ επικρατέστερη είναι η άποψη ότι του δόθηκε αυτό το όνομα προς τιμήν του γυµνασιάρχη Παν. Κοτρώνη που ήταν µέλος της επιτροπής µετονοµασίας των χωριών της περιοχής. Η κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία. Στην περιοχή υπάρχουν οι πηγές του Κόζιακα: Κρανιά, Καγκέλια, και Μάνα, καθώς και οι κορυφές Αϊ-Λιάς με υψόμετρο 1600μ., Λεύκες και Παλιομάντρι με υψόμετρο 1500μ., απ’ όπου είναι ορατός όλος ο θεσσαλικός κάμπος. Στους βιότοπους Ομπράβα και Παλιομάντρι είναι πλούσια η πανίδα σε ζαρκάδια, λύκους, μπεκάτσες, πέρδικες κ.ά. Υπάρχουν στον οικισμό, οικοδοµήματα του προηγούμενου αιώνα (1830 – 1860), τα οποία αποτελούν δείγματα της αρχιτεκτονικής της περιοχής. Μεταξύ αυτών, το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής που βρίσκεται στην είσοδο του χωριού και χτίστηκε το 1858, το εξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου που βρίσκεται ανατολικά του χωριού και χτίστηκε το 1891 και οι εικόνες του Τέµπλου, έργα του αγιογράφου Ιωάννη Παντοστόπουλου το 1895. Το χωριό πανηγυρίζει κατά την εορτή της Αγίας Παρασκευής (25-26-27/7), με τριήμερο γλέντι και ντόπια φαγητά, και το Γενέσιον της Θεοτόκου (7-8/9), με γλέντι στην πλατεία του χωριού και ντόπιες γεύσεις. Ο οικισμός Λογγιές πανηγυρίζει των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (20-21/5). Εντυπωσιακή είναι η παραδοσιακή τελετή, τα Πασχαλιόγιορτα, τη 2η ή 3η ημέρα του Πάσχα, στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία, κατά την οποία φωνητικό συγκρότημα ηλικιωμένων ανδρών και γυναικών του χωριού, τραγουδούν παραδοσιακά τραγούδια που χορεύονται με ειδικούς χορούς. Στην περιοχή Κρανιά και Μπέη είναι χτισμένο καταφύγιο το οποίο πλησιάζει ο επισκέπτης με τα μονοπάτια μέσα από έλατα.

Λιβαδοχώρι

Το Λιβαδοχώρι απέχει από τα Τρίκαλα περίπου 56 χλμ., βρίσκεται σε υψόμετρο 1.140μ., και έχει 14 μόνιμους κατοίκους. Για πρώτη φορά το χωριό αναφέρεται σε πηγές του 16ου-17ου αιώνα. Το τοπωνύμιο Γκιόνθι είναι αρβανίτικο. Στην αλβανική γλώσσα η λέξη Gionth σημαίνει φυλλόψειρα. Αυτό ίσως να ήταν το παρατσούκλι του ιδρυτή του χωριού. Αργότερα ονομάστηκε Λιβαδοχώρι, όνομα που οφείλεται στα αρκετά λιβάδια του χωριού. Οι λάτρεις της πεζοπορίας μπορούν μετά από δίωρο περπάτημα να βρεθούν στο Αυγό (2.000μ.) απ’ όπου, όπως λένε, όταν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, φαίνεται ο Παγασητικός κόλπος, η λίμνη Πλαστήρα και το Ιόνιο Πέλαγος. Μπορούν επίσης να επισκεφτούν την κορυφή Χούνη.

Λυγαριά

Η Λυγαριά, με υψόμετρο 148μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, απέχει 11 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 446 κατοίκους. Βρίσκεται στο μέσο περίπου του οδικού δικτύου και γι’ αυτό και ορίστηκε έδρα του δήμου Γόμφων, έτσι ώστε η εξυπηρέτηση των δημοτών όλων των τοπικών κοινοτήτων από τις δημοτικές υπηρεσίες να είναι περίπου η ίδια. Η παλιά ονομασία είναι «Γουρζί», ενώ η καινούργια προέρχεται από το πλήθος των αυτοφυών λυγαριών, που εκφύονται στις όχθες του Πορταϊκού ποταμού. Είναι δε γνωστή για τη Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Χριστόφορου και τον καταπράσινο και πανέμορφο χώρο του Αγίου Γεωργίου.

Μεσοχώρα

Η Μεσοχώρα απέχει από τα Τρίκαλα 68 χλμ., βρίσκεται σε υψόμετρο 750μ., και έχει 179 κατοίκους. Η πρώτη γραπτή αναφορά για τη Μεσοχώρα γίνεται στην τουρκική απογραφή του 1454/55 με το όνομα Βιτσίστα, που πιθανότατα προέρχεται από το σλαβικό bezatic, που σημαίνει «τρέχω, ρέω ορμητικά». Προφανώς ονομάστηκε έτσι γιατί βρίσκεται στη συμβολή του Αχελώου (ο οποίος από το μεσαίωνα ονομάζεται Ασπροπόταμος λόγω της άσπρης, από τα χαλίκια, κοίτης του) με τον παραπόταμό του Συμνιώτη. Ονομάστηκε Μεσοχώρα το 1928, γιατί βρισκόταν στο κέντρο από τα χωριά που απάρτιζαν το δήμο Κοθωνίου στον οποίο ανήκε. Στην αρχαιότητα αποτελούσε τμήμα της χώρας των Αθαμάνων. Σύμφωνα με αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή εντοπίστηκαν παραποτάμιοι οικισμοί των πρώτων ρωμαϊκών χρόνων στις τοποθεσίες Λούτσα και Παλαιοχώρι. Στη σημερινή της θέση μεταφέρθηκε τον 6ο-7ο αιώνα. Το 1200 Λατίνοι σταυροφόροι πολιόρκησαν ορθόδοξους καλόγερους στη θέση Βάκαρη και κατέλαβαν το μοναστήρι του Αγίου Ερμολάου. Κατά την τουρκοκρατία έγινε καταφύγιο για αρματολούς και κλέφτες, και στην περιοχή έδρασε ο Νικολός Στουρνάρης. Οι τοποθεσίες Στουρνάρι και Λιακατά θυμίζουν τη δράση των δύο οπλαρχηγών. Μετά την επανάσταση αναπτύχθηκε και κατά την απελευθέρωση ήταν το μεγαλύτερο από τα χωριά που μετέπειτα αποτέλεσε το δήμο Κοθωνίου. Το 1940 έχασε έμψυχο υλικό και υπέστη υλικές καταστροφές, με αποκορύφωμα την πυρπόληση της από τους Γερμανούς το Νοέμβριο του 1943. Λίγο έξω από τη Μεσοχώρα υπάρχει η περίφημη λίθινη τοξωτή γέφυρα ή «Γέφυρα του Κόκκου Χατζηπέτρου», έργο Ηπειρωτών μαστόρων. Σε καλή κατάσταση βρίσκονται και τα αλώνια του Βλάχου, στο Παλαιομονάστηρο και στον Αη-Λια. Aξιοσημείωτες είναι και οι βρύσες Βλαχοτάτσι, Μπαρούτα, Παπαγιάννη και Μαυρογιώργη. Πανέμορφες είναι και οι τοποθεσίες στις πηγές Κοχλαστήρας, Παλαιόμυλος, Γκούρα, Κορομηλιές και Λιβάδια Αράντζου. Πάνω από τη Μεσοχώρα υψώνονται οι κορυφές Αγκάθι ή Βαβούρι (1.665μ.) και Χατζή (2.038μ.), απ’ όπου είναι ορατά τα όρη των Αθαμανών, καθώς και οι πηγές του Αχελώου στο Χαλίκι. Στον ποταμό Συμνιώτη υπάρχει νερόμυλος και δριστέλα. Στο ποτάμι, στα Καζάνια του Ντάβανου, μαζεύονται το καλοκαίρι για κολύμπι ντόπιοι αλλά και ξένοι επισκέπτες. Το χωριό γιορτάζει στις 15 Αυγούστου στο Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Στο χωριό γίνονται τριήμερες εκδηλώσεις με φαγητό και γλέντι. Μία ημέρα του τριημέρου είναι αφιερωμένη στο χαρακτηριστικό χορό του πιπεριού, ένα παραδοσιακό έθιμο, όπου όλοι οι κάτοικοι του χωριού και των περιχώρων καθώς και επισκέπτες, σχηματίζουν ένα μεγάλο κύκλο και χορεύουν το «πώς το τρίβουν το πιπέρι».

Μοσχόφυτο

Το Μοσχόφυτο βρίσκεται σε υψόμετρο 800μ., απέχει από τα Τρίκαλα 60 περίπου χλμ., και έχει 41 κατοίκους. Αναφέρεται για πρώτη φορά σε έγγραφο του 1336, υπέρ της επισκοπής Σταγών. Στην τουρκική απογραφή του 1454/55 αναφέρεται ως kornisi. Η ονομασία προέρχεται από τη βλάχικη λέξη cornu που σημαίνει κρανιά. Γύρω από το Μοσχόφυτο υψώνονται οι κορυφές της Λαίουσας και του Ξηροβουνίου. Στην περιοχή υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Νικολάου που χρονολογείται από το 1810, της Αγίας Τριάδας (1849) και της Αγίας Παρασκευής (1870). Το χωριό έχει πανηγύρι στις 20 Ιουλίου, στο συνοικισμό Πλατανάκια και στις 26 Ιουλίου στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Και στα δύο πανηγύρια γίνεται διήμερο γλέντι, ενώ στο μεσοδιάστημα πραγματοποιούνται εκδηλώσεις όπως θεατρικές παραστάσεις.

Μουριά

Η Μουριά βρίσκεται νοτιοδυτικά των Τρικάλων και σε απόσταση περίπου 10 χλμ. Είναι ένα χωριό 518 κατοίκων, σε υψόμετρο 120μ., όμορφο με ίσιους δρόμους και σχέδιο πόλης. Έχει γύρω-γύρω σα στεφάνι περιφέρεια και στη μέση του σχεδόν τη μεγάλη πλατεία με το Ηρώον, και δίπλα τον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών και το δημοτικό σχολείο. Συνορεύει βορειοδυτικά με την Πηγή και τη Λυγαριά, νοτιοδυτικά και νότια με τους Γόμφους και τη Λαζαρίνα αντίστοιχα, ανατολικά με τα Μεγάλα Καλύβια και βόρεια με το Δροσερό. Ανήκει στην επαρχία Τρικάλων του Νομού Τρικάλων Θεσσαλίας. Η πρώτη ονομασία της Μουριάς ήταν «Μικρή Πουλιάνα» και φέρεται στα κοινοτικά ληξιαρχικά βιβλία από το 1932. Ίσως τότε χωρίστηκε σαν κοινότητα από τη «Μεγάλη Πουλιάνα» (τη σημερινή Πηγή). Η ονομασία Πουλιάνα φαίνεται να έχει σχέση με το σλάβικο «Πολιάνα» και δεν αποκλείεται το χωριό να υπήρχε, σε συνοικισμούς έστω, από τη Σερβοκροατία στην περιοχή (επί Στεφάνου Δουσάν και Συμεών Ούρεση, περί το 14ο αιώνα). Το «Πουλιάνα» μάλλον έχει σχέση με τα πουλιά που υπήρχαν στο δάσος, που εκτείνονταν δυτικά του χωριού στη περιοχή «Λόγγος». Ακριβώς πάλι και πιο πειστική είναι η ονομασία από το Πολιάνα = ξέφωτο (μέσα στο δάσος) όπου φαίνονταν τα πουλιά όταν πετούσαν όλα μαζί. Άρα και πριν την Τουρκοκρατία υπήρχε ή ξεκίνησε μάλλον η Μουριά, έστω με μικρούς εδώ και εκεί συνοικισμούς. Αρχικά υπάγονταν στο Δήμο Πιαλείων και από το 1928 που δημιουργήθηκαν οι κοινότητες, ανήκε στην κοινότητα Μεγάλης Πουλιάνας (Πηγής) μέχρι το 1932. Από 28-12-1955, όπως φαίνεται στα αρχεία και πρακτικά της κοινότητας, ονομάζεται «Μουριά». Αυτό έγινε ύστερα από εντολή του Υπουργείου Εσωτερικών με τη σύσταση: «η νέα ονομασία του χωριού με απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου να είναι δισύλλαβη και να έχει σχέση με την παραγωγή του χωριού». Προτάθηκαν τότε δύο ονόματα: «Μουριά», από τις πολλές μουριές (σκαμνιές) και «Λεύκα» από τις πολλές λεύκες πού υπάρχουν στο χωριό, όπου επικράτησε τελικά το «Μουριά». Τα αρχεία της κοινότητας και η ονομασία δε μας μιλούν ξεκάθαρα για το ξεκίνημα και τη διαμόρφωση (συγκέντρωση) του χωριού, που η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων. Από την αρχή όμως της Τουρκοκρατούμενης εποχής έχουμε ενδεικτικά ιστορικά στοιχεία για την ύπαρξη-διαμόρφωση και ιστορία του χωριού, όπως η μεραγάτικη (Ομέρ-Αγάδικη) βρύση κοντά στην οποία έμεινε ο Ομέρ-Αγάς, Τούρκος αφέντης της περιοχής, και υπήρχε και τούρκικος στρατώνας. Στο προσκεφάλι της βρύσης υπήρχε και το μεγάλο δέντρο με τις 50 περίπου πεληκανοφωλιές. Κάτω από το μεγάλο αυτό δέντρο με τον απλωτό ίσκιο και τη μεγάλη κουφάλα του, έβρισκαν παλαιότερα καταφύγιο και ανάπαυση οι περαστικοί από τα χωριά Γελάνθη και Μαυρομμάτι, με τα γαϊδουράκια τους με σταφύλια, για τα Τρίκαλα και την επιστροφή. Η ανάπαυση-ξεκούραση συμπληρώνονταν με το δροσερό νερό της βρύσης. Ποτίζονταν σχεδόν το μισό βορειοδυτικό χωριό μέχρι και μετά το 1950, ενώ το δέντρο είχε σαπίσει και είχε κοπεί νωρίτερα. Σήμερα βέβαια δεν υπάρχει ούτε ίχνος από τα δύο αυτά υπέροχα, υπεραιωνόβια στολίδια του χωριού. Περνάει πλέον επάνω τους ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος. Ευτυχώς έπεσε πολύ αμμοχάλικο και τα νερά της βρύσης βγαίνουν παρακάτω και σχηματίζουν το μικρό ποταμάκι της Μπαρούκας, που στην περιφέρεια, έξω από το χωριό, περνάει απ’ το γεφύρι του Γαλάνη. Σε όλο το διάστημα της Τουρκοκρατίας υπήρχε λοιπόν το χωριό σε συνοικισμούς από τους οποίους συγκέντρωσαν οι Τούρκοι τους κατοίκους για να τους ελέγχουν καλύτερα.

Μυρόφυλλο

Η Δημοτική Ενότητα Μυροφύλλου του Δήμου Πύλης αποτελείται από 1 δημοτική κοινότητα, έχει έκταση 33 km2, και συνολικό πληθυσμό 234 κατοίκους. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό μέρος του Ν. Τρικάλων και συνορεύει βορειοανατολικά με τη Δ.Ε. Πινδέων και νοτιοδυτικά με το Ν. Άρτας. Περιλαμβάνει τη δημοτική κοινότητα Μυροφύλλου με τους οικισμούς Γκολφάρι, Γλίστρα, Άγιος Γεώργιος, Φτέρη, Μπουρνιάς, Καραβδαίικα, Μηλότοπος και Πύργος. Είναι καθαρά ορεινή περιοχή, ενώ το φυσικό περιβάλλον στο Μυρόφυλλο είναι από τα πιο πλούσια στην περιοχή, με εξαιρετικές εναλλαγές του τοπίου (Αχελώος ποταμός και ορεινοί χείμαρροι, δάση, χαράδρες). Υπάρχουν πολλές πηγές (Γκούρα, Μάλεσι, Κρύα Βρύση) και πανέμορφες κορυφές (Χατζή 2.038μ., Τζούμα 1.800μ., Βρομερή 1.850μ., Αλαμάνος 1.600μ., Σέλομο 1.500μ., και Αη-Λιάς 1.800μ.). Τα παρθένα δάση του όρους Χατζή, του Σέλομου και του Πετρομπά, προσφέρουν καταφύγιο σε αρκετά είδη της άγριας πανίδας (ζαρκάδια, ελάφια, λύκους), ενώ αρκετά είναι και τα είδη της άγριας χλωρίδας.

Νέα Πεύκη

Η Νέα Πεύκη είναι ορεινό χωριό του νομού Τρικάλων. Βρίσκεται σε υψόμετρο 920μ. ανατολικά της Μεσοχώρας, απέχει 62 χλμ. από τα Τρίκαλα, και έχει πληθυσμό 39 κατοίκους. Το χωριό βρίσκεται ανάμεσα στα δάση των Γούπατων, της Ιταμίας και του Χατζάκου, όπου καταφεύγουν πέρδικες και λύκοι. Μέσα στο χωριό κυλά ο χείμαρρος Κακόρεμα, ενώ στην είσοδό του κυλά παραπόταμος του Αχελώου. Δίπλα και προς τη μεριά της εκκλησίας, βρίσκονται οι πηγές Βρυσούλα και Φράξος (1200μ.) καθώς και το σπήλαιο Αλώνια, ενώ λίγο μακρύτερα και βορειοδυτικά είναι η Κόκκινη Σπηλιά.

Νεράιδα

Η Νεράιδα είναι το πιο ακριτικό χωριό του νομού Τρικάλων, χτισμένο σε μια πλαγιά προέκτασης των Τζουμέρκων προς τα ανατολικά. Βρίσκεται σε υψόμετρο 1.100μ. με θέα προς τον Ασπροπόταμο (Αχελώο), απέχει 80 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 34 κατοίκους. Από την κορυφή του Κριάκουρα (2.130μ.) βλέπει κανείς να απλώνονται στο βάθος η λίμνη των Ιωαννίνων και η πόλη της Άρτας. Στον Κριάκουρα υπάρχει ενδιαφέρον σπήλαιο που κρατάει το χιόνι ακόμη και το καλοκαίρι. Εντυπωσιακό είναι το τοπίο στο οροπέδιο Λάκκες (1.600μ.). Σε μεγάλο υψόμετρο βρίσκονται και οι εξαιρετικής ωραιότητας πηγές της Νεράιδας (1.500μ.) και του Χαλικίου (1.800μ.). Ο Αχελώος, ο Γρεβενίτης και ο Γκούρας (Θεοδωριανίτης) είναι τα τρία ποτάμια που διασχίζοντας την περιοχή διασταυρώνονται και σχηματίζουν ανάμεσά τους μια νησίδα, που εξαιτίας της θέσης της ονομάζεται Μεσονήσι. Τις όχθες του Γρεβενίτη γεφυρώνει ωραίο πέτρινο γεφύρι των αρχών του 19ου αιώνα. Η ιστορία του χωριού είναι στενά δεμένη με το ιστορικό Μοναστήρι της Αγίας Κυριακής. Το μοναστήρι αυτό, που και σήμερα ανήκει στη Νεράιδα, είναι το θρησκευτικό κέντρο της περιοχής και πρέπει να υπήρχε πριν από την άλωση της Πόλης το 1453, όπως προκύπτει από τα ευρήματα και την παράδοση. Καθόλη τη διάρκεια του χρόνου, επισκέπτονται το μοναστήρι πολλοί πιστοί από πολλά μέρη της χώρας, με αποκορύφωμα το βράδυ της 6ης προς την 7η Ιουλίου, γιορτή της Αγίας Κυριακής, όταν χιλιάδες άνθρωποι συρρέουν στο μοναστήρι, για να προσκυνήσουν και να ζητήσουν τη χάρη της Αγίας. Ευρήματα δείχνουν ότι το χωριό με το παλιό όνομα Γρεβενοσέλι, χτίστηκε απέναντι από το μοναστήρι, στη θέση Παλαιοκκλήσι, όπου υπήρχε ναός αφιερωμένος στην Αγία Τριάδα. Η ανάγκη για περισσότερη καλλιεργήσιμη γη ανάγκασε τους πρώτους κατοίκους, στα χρόνια που ακολούθησαν, να εκχερσώσουν τη δασώδη περιοχή, οπότε ο οικισμός μεταφέρθηκε βορειότερα στη θέση Καλύβια. Εκεί υπάρχει ο ναός της Αγίας Παρασκευής. Αργότερα ο οικισμός μεταφέρθηκε στη σημερινή τοποθεσία. Προς τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι περίπου τα μέσα του 20ου, το χωριό παρουσίασε μεγαλύτερη άνθηση και ακμή (αύξηση του πληθυσμού, καλλιέργεια της γης και ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και δημιουργία λαϊκού πολιτισμού). Αναγνωρίστηκε ως κοινότητα Γρεβενοσελίου το 1912, προερχόμενη από τον τέως δήμο Κοθωνίων. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα ονομάστηκε «Χλωρό» και από το 1928 πήρε τη σημερινή ονομασία Νεράιδα, από το ομώνυμο βουνό-τοπωνύμιο. Από το 1998 και μέχρι το 2010 ήταν η έδρα της διευρυμένης κοινότητας Νεράιδας, που απαρτιζόταν και από τα χωριά Λαφίνα, Παχτούρι, Κορυφή, Αετό και Αρματολικό. Σήμερα αποτελεί δημοτική κοινότητα και έδρα της δημοτικής ενότητας Νεράιδας, και υπάγεται στο δήμο Πύλης. Οι κάτοικοι και επισκέπτες του χωριού χαίρονται τις πολλές φυσικές πηγές (με πιο ονομαστή και πιο υδροφορούσα, αυτή του χείμαρρου Γλαβά), την άγρια ομορφιά της φύσης, το πράσινο από τα δάση της ελάτης και την υγρή βλάστηση. Παράλληλα οι κάτοικοι προσπαθούν να διατηρήσουν τα έθιμα των προγόνων τους, όπως είναι το διήμερο (26-27 Ιουλίου) πανηγύρι, στη δεύτερη μέρα του οποίου λαμβάνει χώρα ο περίφημος παραδοσιακός χορός «το διπλοκάγκελο», ή όπως τον λένε οι ντόπιοι, «τα Κάγκελα». Το χωριό έχει υποστεί τρεις καταστροφές περί τα μέσα του 20ου αιώνα. Το 1943 πυρπολήθηκε από τους Γερμανούς. Το 1963 χαρακτηρίστηκε ακατάλληλο από τους γεωλόγους, μετά από καταστροφική κατολίσθηση, και το 1967 χτυπήθηκε από μεγάλο σεισμό. Μετά από αυτά τα συμβάντα οι κάτοικοι ξενιτεύτηκαν. Όμως οι αναμνήσεις, τα βιώματα, η νοσταλγία και η αγάπη για τον τόπο, τους έφεραν ξανά στο χωριό και ξαναέχτισαν τα σπίτια τους. Όχι πλέον για μόνιμη εγκατάσταση αλλά για αναψυχή και συνάντηση. Οι σκορπισμένοι σε διάφορα μέρη της Ελλάδας κάτοικοι της Νεράιδας δεν είναι Βλάχοι, ούτε Σαρακατσαναίοι. Είναι χωρικοί που διατήρησαν κάποιο τοπικό τζουμερκιώτικο ιδίωμα στην προφορά των λέξεων. Σημαντική είναι και η δράση του Πολιτιστικού Συλλόγου Νεραϊδιωτών, με πλούσιες εκδηλώσεις (θεατρικές παραστάσεις, αθλητικές εκδηλώσεις, χορευτικό, δραστηριότητες για τα παιδιά κ.α.). Επίσης ο σύλλογος εκδίδει συνεχώς από το 1988 το πολιτιστικό περιοδικό «ο Γλαβάς της Νεράιδας».

Νεραϊδοχώρι

Το Νεραϊδοχώρι είναι χτισμένο αμφιθεατρικά στην πλαγιά Νεράιδα της οροσειράς της Πίνδου σε υψόμετρο 1.200μ. Απέχει μία ώρα τόσο από τα Τρίκαλα όσο και από τα Μετέωρα (50 χλμ.) και μόλις 10 λεπτά από το χιονοδρομικό κέντρο του Περτουλίου (9 χλμ.) και έχει 191 κατοίκους. Αποτελεί ένα από τα πλέον ιστορικά χωριά του δήμου Πύλης και της ευρύτερης περιοχής του Ασπροποτάμου (Αχελώου), καθώς αναφέρεται στους καταλόγους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ εδώ γεννήθηκε ο στρατηγός της ελληνικής επανάστασης του ’21, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος. Παλιότερα ήταν γνωστό, ως Χατζηπέτριο και στα νεότερα χρόνια ως Βετερνίκ. Φημίζεται τόσο για το εξαιρετικό κλίμα του όσο και για τη φυσική ομορφιά του, καθώς περιβάλλεται από δάση ενταγμένα σε δίκτυο NATURA 2000. Εκτός από την απαράμιλλη φυσική ομορφιά του, οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν τοπικά εδέσματα, ανεπανάληπτες διαδρομές εντός περιβάλλοντος NATURA 2000, διαδρομές τόσο για trekking όσο και για mountain bike, καθώς και τη φημισμένη φιλοξενία των κατοίκων. Προσφέρεται τόσο για χαλαρωτικές οικογενειακές διακοπές όσο και για ταξιδιώτες που αναζητούν την περιπέτεια και τις φυσικές δραστηριότητες. Στο Νεραϊδοχώρι μπορεί κανείς να επισκεφθεί τον Ι.Ν. του Αγίου Νικολάου, το ξωκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα και του Προφήτη Ηλία, και το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, γνωστό και ως «Μονή Τσούκας». Το γεφύρι του Χατζηπέτρου, βρίσκεται δύο περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Νεραϊδοχωρίου και γεφυρώνει το Περτουλιώτικο ρέμα, λίγο πριν τη σμίξη του με το ρέμα Κόρμπου. Το γεφύρι συνέδεε παλιά τα χωριά του Ασπροποτάμου με τον Τρικαλινό κάμπο. Συνδέεται με το καλντεριμωτό μονοπάτι «Σκάλα Κόρμπου» ή «βλαχόστρατα» που οδηγεί στην περιοχή της Ελάτης. Προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι το γεφύρι χτίστηκε στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα και χρηματοδότης του ήταν ο Γούσιος Χατζηπέτρος, πατέρας του αγωνιστή της Επανάστασης και στρατηγού, Χριστόδουλου Χατζηπέτρου. Η πέτρινη τοξωτή γέφυρα του Νεραϊδοχωρίου και τμήμα της παλαιάς «Βλαχόστρατας» (λιθόστρωτο μονοπάτι από το γεφύρι έως τη θέση «Αγία Σοφία»), χαρακτηρίσθηκαν με υπουργική απόφαση ως μνημεία, καθότι αποτελούν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες τεχνικές κατασκευές του β΄ μισού του 19ου αιώνα και σημαντική ιστορική μαρτυρία για τον τρόπο επικοινωνίας και την κοινωνική οργάνωση της περιοχής και τις μνήμες των κατοίκων. Στο ποτάμι του Νεραϊδοχωρίου βρίσκεται ο πετρόχτιστος νερόμυλος που χρησιμοποιούνταν για την επεξεργασία τροφών (σιτάρι, καλαμπόκι κ.α.), ούτως ώστε να είναι δυνατή η επιβίωση των τοπικών πληθυσμών κατά τους χειμερινούς μήνες που ήταν αποκλεισμένοι λόγω χιονοπτώσεων. Παράλληλα διέθετε εξοπλισμό και μηχανισμούς για τη χρήση του ως δριστέλα. Η χρήση του νερόμυλου εγκαταλείφθηκε με τη δημιουργία δημόσιου δρόμου και την πληθώρα προσφοράς εμπορευμάτων και τροφών.

Παλαιοκαρυά

Η Παλαιοκαρυά, σε υψόμετρο 730μ., απέχει 25 χλμ. από την πόλη των Τρικάλων και 11 χλμ. από την Πύλη Τρικάλων. Έχει πληθυσμό 102 κατοίκους. Βρίσκεται σε μια χαράδρα ασύγκριτης φυσικής ομορφιάς. Είναι ένα τοπίο άγριο και εντυπωσιακό που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις άλλες χαράδρες της πατρίδας μας (Βίκου, Σαμαριάς, Νέστου, Αώου). Έχει μήκος 15 χλμ. περίπου και μικρότερο πλάτος 1 χλμ. Το δε βάθος αρχίζει από 1 χλμ. και φτάνει το 1.5 χλμ. Ολόκληρο το μήκος της χαράδρας της Παλαιοκαρυάς διαρρέεται από τον Παλαιοκαρίτη ποταμό που πηγάζει από τον αυχένα της Γκρόπας, ύψους 1700μ. περίπου, και εκβάλει στον Πορταϊκό ποταμό. Σε σύγκριση με ποταμούς άλλων xαραδρών, ο Παλαιοκαρίτης διατηρεί τα νερά του όλο το χρόνο. Οι πλαγιές της χαράδρας είναι πετρώδεις, συνήθως κατακόρυφες, και το σπουδαιότερο καταπράσινες από πλούσιες συστάδες δένδρων και θάμνων που μαγεύει τον επισκέπτη, δίνοντας μοναδικό αισθητικό αποτέλεσμα από τον καλύτερο καλλιτέχνη, τη φύση. Ο επισκέπτης υποκλίνεται στην ευρηματικότητα και την έμπνευση του δημιουργού όπου η σύνθεση του τοπίου σε γεμίζει από θαυμασμό και σε μεταφέρει σε ονειρικές διαστάσεις. Μεγάλη και σπάνια ποικιλία βοτάνων και αγριολούλουδων στολίζει κατά την περίοδο της άνοιξης και του θέρους όλη την έκταση του βουνίσιου τοπίου της χαράδρας. Από πλευράς πανίδας στους απότομους βράχους, στις ξέφωτες πλαγιές και τα δάση, φωλιάζουν και ενδημούν όλα σχεδόν τα άγρια ζώα και πουλιά της ευρύτερης περιοχής των Τρικάλων. Αετοί, γυπαετοί και γύπες αυλακώνουν ακατάπαυστα με το ανάλαφρο πέταγμά τους τον ουράνιο χώρο της χαράδρας και της χαρίζουν έτσι ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια και συναρπαστικό θέαμα. Πλούσιες πηγές με κρυστάλλινα νερά αναβλύζουν από παντού, αριστερά και δεξιά στις πλαγιές της χαράδρας. Υπάρχουν τρία οροπέδια που μπορεί κανείς να πάει είτε με όχημα είτε με τα πόδια (πεζοπορία). Το ένα είναι της Γκρόπας, το δεύτερο της Μπέης και το τρίτο του Καρβασαρά, που μπορεί να δει κανείς όλο το θεσσαλικό κάμπο . Αποτελείται από τους οικισμούς Άνω, Κάτω, Μέση Παλαιοκαρυά και Τσιμπιδέϊκα. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία. Η τοξωτή γέφυρα της Παλαιοκαρυάς, το φράγμα του Πορταϊκού στην Κάτω Παλαιοκαρυά, το δάσος της Κατούνας, κατάφυτο με έλατα και βαλανιδιές, και οι κορυφές Γκρόπα και Καράβα, στολίζουν το τοπίο της περιοχής με ιδιαίτερη ομορφιά. Στο δάσος της Κατούνας εμφανίζονται αρκούδες με τα μεγάλα χιόνια του χειμώνα, ενώ στη θέση Αέρι της Μέσης Παλαιοκαρυάς υπάρχει σπήλαιο με υπόγεια νερά. Η Παλαιοκαρυά, κατά την παράδοση, δημιουργήθηκε από τον κλεφταρματολό Κουτσοδαίμονα, πρωτοπαλίκαρο του Στουρνάρα, που αποσκίρτησε και κατέλαβε την περιοχή. Αναδείχθηκε νικητής της μάχης με το Στουρνάρα για τον έλεγχο του αρματολικίου του Ασπροποτάμου και διατήρησε την κυριαρχία του χωριού. Γόνος της Παλαιοκαρυάς είναι ο ποιητής Καλαπανίδας. Το ποίημά του «Το Χωριό μας» βρίσκεται στο Αναγνωστικό της Β’ Δημοτικού. Στο χωριό υπάρχει ιδιωτική συλλογή με εκθέματα από τον 18ο αιώνα. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκκλησίες των Αγίων Νικολάου και Αγίας Παρασκευής. Στο πανηγύρι του Αγίου Νικολάου προσφέρονται καζανιές, πατσάς το βράδυ της παραμονής, ακολουθεί Θεία Λειτουργία, γλέντι και χορός μετά την απόλυση.

Παλαιομονάστηρο

Το Παλαιομονάστηρο ή «Μπελέτσι» έχει 946 κατοίκους, υψόμετρο 175μ., απέχει 14 χλμ. από τα Τρίκαλα και μόλις 3 χλμ. από την Πύλη. Το χωριό βρίσκεται πολύ κοντά στην περιοχή των αρχαίων Γόμφων. Στο χωριό βρέθηκαν σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα. Στις θέσεις «Ζευγαρολίβαδο» και «Φούρλα Αμπέλι» εντοπίσθηκαν τάφοι Ελληνιστικών χρόνων. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές ο αρματολός Χατζηπέτρος, ως πολέμαρχος, έδωσε στην περιοχή μάχες με τους Τούρκους πριν απελευθερωθεί η Θεσσαλία από τον τουρκικό ζυγό. Ερχόμενος στο χωριό ο επισκέπτης μπορεί επίσης να επισκεφθεί το μικρό και παλιό εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία όπου κατά την εορτή του, στις 20 Ιουλίου, συγκεντρώνεται πλήθος πιστών. Ξενοδοχείο δεν υπάρχει στο χωριό. Παρόλα αυτά, ο επισκέπτης μπορεί να διανύσει μια απόσταση πέντε λεπτών προς την Πύλη και να διανυκτερεύσει σε ένα από τα αρκετά ξενοδοχεία που υπάρχουν εκεί.

Παράμερο

Το Παράμερο είναι ορεινό χωριό του νομού Τρικάλων, χτισμένο σε υψόμετρο 1.040μ., στις πλαγιές της νότιας Πίνδου, και αποτελεί έναν από τους πιο ορεινούς οικισμούς του νομού Τρικάλων. Ανήκει στη δημοτική ενότητα Πινδέων και απέχει περίπου μία ώρα και ένα τέταρτο από τα Τρίκαλα, δηλαδή περίπου 61 χλμ., ενώ έχει 14 κατοίκους. Πρόκειται για οικισμό της Βυζαντινής εποχής και για πρώτη φορά αναφέρεται σε έγγραφο του 1336 ως Βαρδάνι. Στην τουρκική απογραφή του 1454/55 αναφέρεται ως Vantan. Από εκεί και πέρα αναφέρεται ως Βαρδάρι. Περιστοιχίζεται από το δάσος Νταλαμήτρου που είναι βιότοπος της αρκούδας και από τις κορυφές Φούρκα (1.820μ.), Όρνιο (1.800μ.) και Πυργάκι (1.600μ). Από τη Φούρκα διακρίνεται η Άρτα και ο κάμπος των Τρικάλων. Η Φούρκα προσφέρεται για ορειβασία, ενώ το δάσος Νταλαμήτρου για κυνήγι, και ο Φουρνιώτης και Μποντούλας για ψάρεμα πέστροφας. Το χωριό είναι ιδιαίτερα προσβάσιμο καθότι ο δρόμος είναι ασφαλτοστρωμένος, και κατοικείται κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, ενώ το χειμώνα ερημώνει καθώς οι κάτοικοί του κατεβαίνουν στα λεγόμενα χειμαδιά. Στην όμορφη πλατεία του χωριού γίνεται μεγάλο διήμερο πανηγύρι στη γιορτή της Αγίας Παρασκευής, με παραδοσιακή ορχήστρα και χορό μέχρι πρωίας, ενώ έχει καθιερωθεί πλέον και το λεγόμενο καζάνι ανήμερα της Αγίας Παρασκευής, όπου διανέμεται δωρεάν φαγητό μετά τη λειτουργία. Οι κάτοικοι του Παραμέρου είναι στην πλειονότητά τους κτηνοτρόφοι, ενώ παράλληλα τους καλοκαιρινούς μήνες λαμβάνει χώρα καλλιέργεια διαφόρων γεωργικών προϊόντων, με βιολογικές μεθόδους. Για τους λάτρεις της φύσης το Παράμερο αποτελεί μοναδικό προορισμό καθώς μπορούν να αναπτύξουν ποικίλες δραστηριότητες μέσα σε ένα περιβάλλον απαράμιλλου φυσικού κάλλους.

Παραπόταμος

Ο Παραπόταμος, (παλιά ονομασία Τσιαγαλί), βρίσκεται 8 χλμ. δυτικά των Τρικάλων, σε υψόμετρο 110μ., και έχει πληθυσμό 405 κατοίκους. Είναι εύφορο χωριό και παράγει πολλά γεωργικά προϊόντα. Μπροστά από το χωριό περνά ο Ανάποδος ποταμός. Στον Παραπόταμο υπάγονται οι οικισμοί Βαλομάνδρι και Λιλή.

Παχτούρι

Το Παχτούρι απέχει 76 χλμ. από τα Τρίκαλα και βρίσκεται σε υψόμετρο 950μ., σε μια εσοχή της Μεγάλης Ράχης. Φαντάζει σαν ένα καταφύγιο ανάμεσα στις κορυφές Καταφύλι (2.200μ.), Παχτουρνέτσα (2.000μ.), Τσαρδάκι (2.000μ.) και Σουφλί (1.900μ.), που στα πόδια του απλώνεται ο Αχελώος. Στη δημοτική κοινότητα Παχτουρίου ανήκει ο οικισμός του Αετού (Δοβρόι). Το χειμώνα μένουν στο χωριό ελάχιστα άτομα (43 μόνιμοι κάτοικοι), αλλά το καλοκαίρι, όταν οι απανταχού Παχτουριώτες επιστρέφουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, ο πληθυσμός πολλαπλασιάζεται. Οι λίγοι μόνιμοι κάτοικοι, ανάμεσά τους και υπερεκατονταετείς γέροντες, απασχολούνται κυρίως στην κτηνοτροφία, και εν μέρει στη γεωργία και στην κατασκευή του φράγματος του Αχελώου. Οι οξιές, τα έλατα και οι φράξοι του δάσους της Παναγίας, οι πολυάριθμες πηγές (Παλιοχώρι, Ποτιστής, Λάκκος, Μπαλτά, Παλιοστάνη, Χούνι, Τσίγκορι και λίγο μακρύτερα Παχτουρνέτσα, Σταυρός και Τσαρίτσανη) και το ρέμα Τσαγκλί, δεν είναι τα μόνα ελκυστικά στοιχεία του περιβάλλοντος φυσικού χώρου. Υπάρχει ακόμη ο βιότοπος στο Αφτί, στα δυτικά του χωριού, στο πέρασμα προς την Αθαμανία, απ’ όπου είναι εύκολη η παρατήρηση άγριων ζώων. Μιάμιση ώρα ποδαρόδρομο από τον Αετό, στη θέση Ποτιστής, βρίσκεται καταρράκτης, με είκοσι μέτρα πτώση. Στο σπήλαιο του Χουλιαρά, που πήρε το όνομά του από τον άτυχο που σκοτώθηκε προσπαθώντας να πιάσει ένα άγριο μελίσσι, φαίνονται οι πολεμίστρες πίσω από τις οποίες είχε ταμπουρωθεί το χωριό στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Στη θέση Πλάκα, ο Αχελώος σχηματίζει φυσική πέτρινη λεκάνη, κατάλληλη για κολύμπι. Ανεβαίνοντας τέλος στο Καταφύλι (μέχρι την Παλιοστάνη με αυτοκίνητο, και μετά δύο ώρες πεζοπορία), βλέπει κανείς τη λίμνη, τα Ιωάννινα, τον κάμπο της Άρτας και τη γύρω περιοχή. Τα ερείπια της Μονής του Αγίου Γεωργίου (18o αιώνα) και των εκκλησιών του Αγίου Νικολάου (1858) και του Αη-Λιά (1850), οι νερόμυλοι, το μαντάνι και η δριστέλλα Γουρνάρα, αλλά και τα παλιά σπίτια στον Αετό, είναι αξιόλογα μνημεία του παρελθόντος. Δυο μεγάλα, τριήμερα πανηγύρια, ζωντανεύουν το χωριό κάθε καλοκαίρι. Ο εορτασμός του Δεκαπενταύγουστου αρχίζει ουσιαστικά στην αρχή του μήνα με ποδοσφαιρικό τουρνουά (1-14 Αυγούστου), στο οποίο συμμετέχουν όλα τα χωριά του Ασπροποτάμου, και συνεχίζεται με διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, που συμπεριλαμβάνουν το ανέβασμα θεατρικής παράστασης με ντόπιους συντελεστές, ειρηνοδρομία, διαγωνισμό πίτας με ειδικό πιτολόγο-κριτή κ.ά., και καταλήγουν την παραμονή στις 14 του μηνός με λαϊκό γλέντι. Ανήμερα της γιορτής, μετά τη λειτουργία στο ξωκλήσι της Παναγίας, οι κάτοικοι, με παραδοσιακές ενδυμασίες, χορεύουν και τραγουδούν στο προαύλιο κι από κει ξεκινούν για το χωριό με τα πόδια, ρίχνοντας κάθε τόσο τουφεκιές, ώσπου να φτάσουν στην πλατεία, όπου το γλέντι συνεχίζεται μέχρι το βράδυ. Την επομένη γίνεται μνημόσυνο για τους πεσόντες των χρόνων της κατοχής. Ακολουθεί η παραδοσιακή «βίζιτα», κατά την οποία μια ομάδα, φορώντας τις τοπικές ενδυμασίες, ακολουθούμενη από όλο το χωριό, περνούν από τα σπίτια που γιορτάζουν για να ευχηθούν και να κεραστούν. Η πομπή καταλήγει στην πλατεία και το πανηγύρι κλείνει εκεί με το χαρακτηριστικό χορό της περιοχής, τα «Κάγκελα», και το «Προσκλητήριο Γερόντων» με το δικό τους χορό. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και κατά το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, με τη διαφορά πως τα «Κάγκελα» γίνονται πολύ αργά το βράδυ, στην πλατεία του Αετού.

Περτούλι

Το Περτούλι είναι χτισμένο αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 1.150μ., στις πλαγιές του Κόζιακα. Απέχει 47 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 102 κατοίκους. Περιτριγυρισμένο από τα ξακουστά βουνά Νεράϊδα, Κόζιακας, Λουπάτα και Αυγό και γεμάτο από πυκνά δάση, καταπράσινα λιβάδια, αγριολούλουδα που με την πολυχρωμία τους ξεπετάγονται δίπλα στα ψηλά έλατα και τα τρεχούμενα νερά του χειμάρρου που γεμίζουν με υδρόβια φυτά, δε θα ήταν υπερβολή να μιλήσουμε για ένα ορεινό παράδεισο. Το εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων, μια άσπρη μινιατούρα μέσα στο καταπράσινο τοπίο, που γίνεται ακόμα πιο γραφικό και πανέμορφο όταν το χιόνι σκεπάζει την περιοχή, προσφέρει μια εικόνα που δε μπορεί να τη συλλάβει ο ανθρώπινος νους εάν δεν τη ζήσει από κοντά. Το Περτούλι πρωτοαναφέρεται στον κώδικα 221/8α της Μονής Βαρλαάμ στις αρχές του 10ου αιώνα. Το 1720 το χωριό ερημώθηκε εξαιτίας μιας επιδημίας πανούκλας και ξανακατοικήθηκε από τον Τριαντάφυλλο Χατζή Μπέρτα. Κατά μία εκδοχή, το όνομα του χωριού, (Μπερτούλι, το χωριό του Μπέρτα), οφείλεται σ’ αυτόν. Το όνομα «Περτούλι» συναντάται και σε κατάστιχο του Μεγάλου Μετεώρου το 1741, όπως και σε αναφορά των κατοίκων του Ασπροποτάμου προς τον πασά των Τρικάλων το 1841. Τον Ιούνιο του 1823 κάηκε από τον Αρβανίτη Σελιχτάρ Μπόδα, μαζί με το Νεραϊδοχώρι και την Πύρρα, και έτσι καμένα τα βρήκαν όταν τα επισκέφθηκαν το 1826, ο Στουρνάρης και ο Κασομούλης. Το Περτούλι ξαναχτίζεται το 1841, όπως και ο πύργος του Χατζηγάκη, εγγονού του Χατζή Μπέρτα. Το 1943 η ιστορία επαναλαμβάνεται για το Περτούλι και καταστρέφεται ξανά, γιατί ήταν η έδρα του Κοινού Γενικού Στρατηγείου των ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων κατά των Άγγλων. Κατά μήκος της Ε.Ο. Tρικάλων-Άρτας δημιουργείται ένα οροπέδιο όπου εκτείνονται τα Περτουλιώτικα Λιβάδια. Είναι αλπικό τοπίο εξαιρετικής αισθητικής με άφθονη υδρόβια ζωή και ποικιλία χλωρίδας. Τα λιβάδια αποτελούν πόλο έλξης για το σύνολο των επισκεπτών του δήμου αλλά ταυτόχρονα συντελούν στην τοπική οικονομία, η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εκτατική κτηνοτροφία. Το ποτάμι που διασχίζει τα Περτουλιώτικα Λιβάδια είναι ο Ξεριάς ή Περτουλιώτικος που πηγάζει από το όρος Κόζιακα και τα χωρίζει σε μαιάνδρους. Η βλάστηση των λιβαδιών συντηρείται από τη βόσκηση και τους παγετούς που δεν αφήνει τα έλατα να μεγαλώσουν και το δάσος να επεκταθεί μέσα σε αυτά. Στη θέση «Λιβάδια Περτουλίου» βρίσκεται το χιονοδρομικό κέντρο της περιοχής, που μόνο και μόνο λόγω της μικρής του απόστασης από τα χωριά της περιοχής αλλά και τα Τρίκαλα, συγκεντρώνει τα βλέμματα των φίλων του σκι. Διαθέτει μικρή σχετικά πίστα, που απευθύνεται κυρίως σε λιγότερο έμπειρους σκιέρ, εξοπλισμένη όμως με σκι-λιφτ και τελεφερίκ. Εντυπωσιακή είναι η εικόνα που δίνουν στην είσοδο του χωριού οι κτιριακές εγκαταστάσεις της διοίκησης δάσους Περτουλίου, βασισμένες σε αρχιτεκτονικά σχέδια, του διάσημου αρχιτέκτονα Πικιώνη. Γύρω από το Περτούλι βρίσκεται το ομώνυμο δάσος με έκταση 33.000 περίπου στρεμμάτων, διαχειριζόμενο από τη διοίκηση δάσους Περτουλίου. Το Περτούλι διαθέτει επίσης πανεπιστημιακό δάσος. Βρίσκεται στην κεντρική Πίνδο και εκτείνεται από τις δυτικές πλαγιές του Κόζιακα μέχρι τις βορειοανατολικές πλαγιές της Μπουντούρας, σε υψόμετρο 1.150-2.060μ., εκτεινόμενο κατά μήκος της επαρχιακής οδού Τρικάλων-Ασπροποτάμου. Το δάσος είναι ιδιοκτησίας του ελληνικού δημοσίου και η νομή του μαζί με τα δημόσια νομήματά του έχουν παραχωρηθεί στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από το έτος 1934. Η έκταση όλου του πανεπιστημιακού δάσους Περτουλίου ανέρχεται σε 3.296,59 εκτάρια, από τα οποία τα 2.361,83 είναι δάσος. Σκοπός του πανεπιστημιακού δάσους είναι η πρακτική εκπαίδευση των φοιτητών του τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ., η έρευνα και η πρότυπη εκμετάλλευση του δάσους. Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις του χωριού περιλαμβάνουν το πανηγύρι της Αγίας Κυριακής (6-7 Ιουλίου), της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος (5-6 Αυγούστου), και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (14-15 Αυγούστου). Οι πανηγυρικές εκδηλώσεις ξεκινούν με λειτουργία, όπου πλούσια προσφέρονται ντόπια εδέσματα (κυρίως κρέας, πίτες, γαλακτοκομικά) και κορυφώνονται με γλέντι, με τη συμμετοχή των παρευρισκομένων, με δημοτικά παραδοσιακά συγκροτήματα. Τον Ιούνιο γίνεται η γιορτή των μελισσοκόμων στην εκκλησία της Αγίας Κυριακής. Τέλη Ιουνίου πραγματοποιείται κάθε χρόνο στα Περτουλιώτικα Λιβάδια η μεγάλη και σχετικά πρόσφατη γιορτή, που είναι το «Αντάμωμα των Σαρακατσαναίων». Σαρακατσάνοι από όλη την Ελλάδα συγκεντρώνονται για να αναπαραστήσουν τον παλιό νομαδικό τρόπο ζωής, στήνοντας «κονάκια», αργαλειούς, και μαγειρεύοντας παραδοσιακά φαγητά υπό τους ήχους της παραδοσιακής μουσικής τους.

Πετροχώρι

Έξι χλμ. ανατολικά των Στουρναραίικων, σε υψόμετρο 650μ., ανάμεσα στα ελατοδάση της Μπουζιάρας και του Μπάλαρου και κάτω από τις κορυφές του Ψηλού (1.500μ.) και του Προφήτη Ηλία (1.010μ.), συναντούμε το Πετροχώρι, μικρή κοινότητα γεωργοκτηνοτρόφων. Έχει πληθυσμό 83 κατοίκους και απέχει 31 χλμ. από τα Τρίκαλα. Μέχρι το 1912 ονομαζόταν Βίτσαινα και μέχρι το 1928, γραφόταν και ονομαζόταν Βύτσενα ή Βούτσενα. Το δάσος του Μπάλαρου, απ’ όπου φαίνονται η λίμνη του Πλαστήρα και τα Τρίκαλα, κυλούν τα νερά της πηγής και του χειμάρρου με το ίδιο όνομα, αλλά και του καταρράκτη Κληρονόμια ή Πουριά. Κοντά στο χωριό ρέει ο παραπόταμος του Πορταϊκού Πετροχωρίτης και βρίσκονται οι πηγές Πλατανάκι και Μουτσιαροπούλα. Το όνομα της τοποθεσίας Λώλου – Μαντρί διασώζει το όνομα του Γιώργου Λώλου, πρωτοπαλίκαρου του Στουρνάρη. Άλλο όνομα γύρω από το οποίο πλέχτηκαν ιστορίες είναι του αρχικλέφτη Θεμιστοκλή Τζήμα ή Γκούλια. Στο χωριό ασκούνται τα επαγγέλματα του κυρατζή και του ξυλογλύπτη. Λειτουργούν ακόμη αποστακτήρια και ο μύλος «του Βλασιώτη» και διατηρείται το παλιό πέτρινο σπίτι «Χάνι Μπέκου». Μισή ώρα με τα πόδια από το χωριό βρίσκονται τα ερείπια αρχαίας οχύρωσης αποτελούμενης από δύο μέρη, το Πάνω και το Κάτω Κάστρο που επικοινωνούν μεταξύ τους με υπόγεια σήραγγα. Το Πετροχώρι πανηγυρίζει δύο φορές το χρόνο με λαϊκό γλέντι και καζανιές που ακολουθούν τις θρησκευτικές εκδηλώσεις. Στις 8 Σεπτεμβρίου στην εκκλησία της Παναγίας Φανερωμένης και στις 20 Ιουλίου στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία (4 χλμ. έξω από το χωριό). Στο δρόμο προς τον Προφήτη Ηλία βλέπει κανείς παλιά αλωνιστήρια.

Πηγή

Η Πηγή ή αλλιώς μεγάλη Πουλιάνα είναι ένα όμορφο χωριό 8 χλμ. έξω από την πόλη των Τρικάλων, στην Εθνική οδό Τρικάλων-Άρτας. Έχει 986 κατοίκους και υψόμετρο 120μ. Στις 4-12-1997 η κοινότητα Πηγής καταργήθηκε και συνενώθηκε με το δήμο Γόμφων. Διοικητικά ανήκει στο Δήμο Πύλης, ενώ πριν το νόμο Καποδίστρια ανήκε στο δήμο Γόμφων. Είναι από τα μεγαλύτερα χωριά του νομού. Το χωριό άλλαξε πολλές τοποθεσίες, λόγω κυρίως ασθενειών που αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό, μέχρι να κατασταλάξει στη σημερινή του τοποθεσία. Σύμφωνα με πληροφορίες, στην τελευταία μετακίνηση του χωριού οι κάτοικοι χωρίστηκαν σε δύο οικισμούς, ο ένας είναι η Πηγή (Μεγάλη Πουλιάνα) και ο άλλος η Μουριά (Μικρή Πουλιάνα). Μέχρι και πριν τον αναδασμό, το χωριό είχε πάρα πολλά νερά και πηγές, απ’ όπου προκύπτει και η μία θεωρία από πού μπορεί να προέρχεται το όνομα του. Κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η αγροτική ενασχόληση. Αξιοθέατα του χωριού είναι το Κονάκι, το οποίο δεσπόζει επιβλητικά δίπλα από την κεντρική πλατεία του χωριού. Χτίστηκε στις αρχές του 1800 και σταδιακά χρησίμευσε σαν διοικητήριο Γερμανών και Τούρκων κατακτητών. Επίσης ανήκε στον εκάστοτε τσιφλικά του χωριού. Οι Σκαμνιές με το χώρο αγώνων είναι άλλο ένα σημείο αναφοράς του χωριού, όπου το 2000 διεξήχθησαν εκεί οι πανευρωπαϊκοί αγώνες ανωμάλου δρόμου.

Πιαλεία

Η Πιαλεία, (παλιά ονομασία Καρβουνολεπενίτσα), βρίσκεται στα ριζά του Κόζιακα. Έχει υψόμετρο 120μ., απέχει από τα Τρίκαλα 22 χλμ. και έχει πληθυσμό 640 κατοίκους. Ερείπια της αρχαίας πόλης Πιαλείας βρίσκονται στη σημερινή τοποθεσία «Παλαιόκαστρο», όπως και στους αρχαιότερους συνοικισμούς «Φτελιά» και «Αλπίνα», στους οποίους φαίνεται ότι εγκαταστάθηκαν οι κάτοικοι της Πιαλείας, μετά την καταστροφή της πρώτης πόλης από το Ρωμαίο στρατηγό Τίτο Φλαμινίνο το 198 π.Χ., καθώς και στη θέση «Νούλα». Το τείχος της ακρόπολης στη θέση «Παλαιόκαστρο» χρονολογείται από τον 4ο αιώνα π.Χ. Στην Πιαλεία έγιναν ανασκαφές το 1902 από τον αρχαιολόγο Π. Καστριώτη, ο οποίος έφερε στο φως σημαντικά ευρήματα. Γενικά μπορεί να πει κανείς ότι ολόκληρη η περιοχή της σημερινής Πιαλείας είναι ένας απέραντος αρχαιολογικός χώρος. Βρέθηκαν κατά καιρούς ανάγλυφες παραστάσεις ακολουθίας της Αρτέμιδος, νομίσματα Κλασικής, Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής, αγγεία κ.λ.π., που μαρτυρούν τη φήμη της πανάρχαιας αυτής πόλης. Σύμφωνα με μια άποψη, η Πιαλεία ήταν η πατρίδα του Ασκληπιού, ενώ σύμφωνα με μια άλλη, την πιο πιθανή, ο Ασκληπιός πήγαινε στον κοντινό Κόζιακα όπου μάζευε τα φαρμακευτικά βότανα, τα οποία αφού επεξεργαζόταν στα φαρμακοτριβεία της Πιαλείας, τα μετέφερε κατόπιν στο Ασκληπιείο της Τρίκκης. Η απέραντη θέα προς το θεσσαλικό κάμπο αποτελεί έναν πίνακα ζωγραφικής που δεν περιγράφεται, μόνο βιώνεται. Ο πεζοπόρος έχει την αίσθηση ότι συνοδοιπορεί με τον Ασκληπιό που μαζεύει τα βότανά του στις πλαγιές του Κόζιακα.

Πολυνέρι

Το Πολυνέρι βρίσκεται σε υψόμετρο 750μ., απέχει από τα Τρίκαλα 70 χλμ., και έχει 70 κατοίκους. Είναι το τελευταίο χωριό του νομού στα σύνορα με την Καρδίτσα και το προτελευταίο στα σύνορα με την Άρτα. Αναφέρεται για πρώτη φορά σε έγγραφο υπέρ της επισκοπής Σταγών ως Κοθώνι, το 1393. Πιστεύεται ότι το όνομα οφείλεται σε κύριο όνομα (του Κοθώνη). Αυτή η άποψη δεν αντικρούει αναγκαστικά εκείνους που συσχετίζουν το όνομα με την αρχαία ελληνική λέξη «κώθων» που σημαίνει πήλινο αγγείο, κύπελλο, ποτήρι. Λιγότερο πιθανή θεωρείται η εκδοχή το όνομα να οφείλεται στον αρχαίο βασιλιά Κόθωνα. Στην απογραφή του 1454/55 δεν αναφέρεται, ίσως γιατί δεν ήταν τόπος μόνιμης κατοικίας. Υπάρχουν ευρήματα αρχαία, προχριστιανικά, μεταβυζαντινά. Υπάρχουν τρεις εκκλησίες που λειτουργούν (του Αγίου Νικολάου και της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, όπου υπάρχουν κάποιες αξιόλογες τοιχογραφίες, και της Παναγίας, που κατά την παράδοση χτίστηκε το 1500) και σώζονται τα ερείπια άλλης μιας (του Αγίου Γεωργίου). Υπάρχουν ακόμη τα ερείπια από δύο νερόμυλους (έναν κοινοτικό και έναν ιδιωτικό), από Μαντάνια και Δριστέλες. Οι ποταμοί Αρέντιος και Χαντζής σμίγουν και χύνονται στον Αχελώο προσφέροντας μια πανέμορφη εικόνα. Στο χωριό λειτουργεί λαογραφικό μουσείο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το πρωτάθλημα δηλωτής που διοργανώνεται στο Πολυνέρι κάθε πρώτο Σαββατοκύριακο του Ιουνίου, ενώ κάθε Ιούλιο ο πολιτιστικός σύλλογος διοργανώνει στη θέση «Γκορτζιά» το ετήσιο αντάμωμα των απανταχού Πολυνεριτών, με διάφορες εκδηλώσεις.

Πύλη

Η πόλη της Πύλης βρίσκεται νοτιοδυτικά της Περιφερειακής Ενότητας Τρικάλων, σε απόσταση 18 χλμ. από την πόλη των Τρικάλων. Είναι ο μεγαλύτερος πληθυσμιακά οικισμός του Δήμου Πύλης (1.792 κάτοικοι), για τον οποίο αποτελεί και την έδρα. Γεωμορφικά απλώνεται σε υψόμετρο 233μ. ανάμεσα στα δύο αντικριστά βουνά Κόζιακας (ή Κερκέτιο) και Ίταμος, που διαχωρίζονται από τον Πορταϊκό ποταμό και διαμορφώνουν οπτικά και λειτουργικά μια όμορφη κοιλάδα, τη «Μεγαλόπρεπη Πύλη ή Μεγάλη Πόρτα», το κύριο πέρασμα δηλαδή από τον κάμπο προς τον ορεινό όγκο των Τρικάλων και γενικότερα της Κεντρικής και Νότιας Πίνδου. Ο Πορταϊκός ποταμός χωρίζει την Πύλη σε δύο οικισμούς: Το νέο οικισμό, που βρίσκεται πάνω στον κύριο οδικό άξονα που ενώνει την  πεδινή περιοχή των Τρικάλων με  την ορεινή  και τον παλαιό οικισμό που εκτείνεται στην απέναντι  όχθη του Πορταϊκού. Ο  παλαιός οικισμός προήλθε από τη βυζαντινή  πόλη  «Μεγάλαι Πύλαι» ή «Μεγάλη Πόρτα», η οποία στην Τουρκοκρατία ονοµαζόταν «Πόρτα – Παζάρ» και  εκτείνονταν στο χώρο που βρίσκεται γύρω από την εκκλησία της Πόρτα-Παναγιάς. Ένας μεγάλος σεισμός το 1822 μ.Χ., οδήγησε τους κατοίκους της στη μετακίνηση. Ορισμένοι πέρασαν απέναντι και άρχισε να σχηματίζεται ο νέος οικισμός της Πύλης και άλλοι έφυγαν στα βόρεια – σε Αλεξανδρούπολη, Κομοτηνή, Σέρρες και Χαλκιδική. Το 1886 μ.Χ., Ηπειρώτες που ήρθαν µε το Στουρνάρη, προστέθηκαν στον τοπικό πληθυσμό. Η ιστορία της Πύλης είναι μεγάλη και ξεκινά από την προϊστορία και την αρχαιότητα. Αυτό το μαρτυρούν τα ερείπια αρχαίου κάστρου, ενός ισχυρού φρουρίου, του Αθήναιον, που βρίσκεται σε υψόμετρο 1356μ. πάνω από το μοναστήρι της Γκούρας. Το όνομά του το πήρε από ιερό αφιερωμένο στη θεά Αθηνά. Το 189 π.Χ. ο Φίλιππος Ε΄ κατέλαβε το κάστρο και το 46 π.Χ. καταστράφηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα. Η ιστορία της Πύλης συνεχίζεται στη βυζαντινή περίοδο. Το 1204 μ.Χ., οπότε οι Φράγκοι καταλαμβάνουν την Πόλη, ο νομός Τρικάλων περνά στην κυριαρχία του Ελληνικού Δεσποτάτου της Ηπείρου του Μιχαήλ Άγγελου Κομνηνού Δούκα, ο οποίος παραχώρησε στο νόθο γιο του, σεβαστοκράτορα Ιωάννη Άγγελο Κομνηνό  Δούκα, τον έλεγχο. Ο Ιωάννης Άγγελος σε σημείωμά του αναγράφεται (στον κώδικα 793 της Ι.Μ. Αγ. Παντ/να Αγ. Όρους) ως ο ιδρυτής της Ι.Μ. Μεγάλων Πυλών και της βυζαντινής Πόλης «Μεγάλαι Πύλαι», εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο οικισμός Πόρτα Παναγιά. Κατά την Τουρκοκρατία ονομάστηκε Πόρτα – Παζάρ. Η πορεία αυτή της Πύλης στην ιστορία, την έχει προικίσει  με σπουδαία, κυρίως βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία, όπως ο Ι.Ν. Πόρτα Παναγιάς, η Γέφυρα του Αγ. Βησσαρίωνα ή Καμάρα, η Ι.Μ. Γκούρας  και στην ευρύτερη περιοχή η Ι.Μ. Αγίου Βησσαρίωνα ή Δούσικου, ενώ η φύση σε συνεργασία με το χρόνο την έχει στολίσει με ιδιόμορφους και πανέμορφους φυσικούς σχηματισμούς, με πλούσια βλάστηση, σπάνια χλωρίδα και πανίδα, τρεχούμενα νερά και πλούσιο πεδίο ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων. Σήμερα η Πύλη συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή, αφού είναι κέντρο εξυπηρέτησης του κοινού σε υπηρεσίες όλων των κατηγοριών (υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, αγορά, ιατρεία, τράπεζες, εστίαση, διαμονή κ.α.). Δέχεται σημαντική επιρροή από το αστικό κέντρο των Τρικάλων και γενικότερα από το σηµαντικό ενδοπεριφερειακό άξονα ανάπτυξης Τρικάλων – Καρδίτσας.

Πύρρα

Η Πύρρα είναι ένα από τα πιο όμορφα χωριά της Πίνδου, απέχει 59 χλμ. από την πόλη των Τρικάλων και έχει 47 κατοίκους. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 1.056μ., μέσα σε πυκνά δάση, όπου η οξιά και η βαλανιδιά σκορπούν απλόχερα το οξυγόνο, με τις κορυφές Αυγό, Τσούμα και Χαμένο να κάνουν ακόμα πιο έντονο το εκπληκτικό τοπίο, είτε κάτω από το λαμπερό φως του ήλιου, είτε καλυμμένες από το κάτασπρο στρώμα του χιονιού. Το τοπίο αυτό, που μοιάζει με ανάγλυφο γεωφυσικό χάρτη, συμπληρώνουν με την έντονη ροή τους οι δαιδαλώδεις χείμαρροι, οι πολλές φυσικές πηγές και βρύσες που τα νερά τους καταλήγουν στον Καμναΐτικο ποτάμι. Σύμφωνα με την παράδοση, η Πύρρα, πήρε το όνομα της από το βασιλιά Πύρρο, ο οποίος έκτισε την περιστοιχισμένη με κάστρο πολιτεία της Πύρρας στη θέση «Φονίσκα». Η παράδοση επαληθεύτηκε όταν κατά τη διάνοιξη του δρόμου της Πύρρας-Δέσης βρέθηκαν ακόντια της προχριστιανικής εποχής. Η παράδοση αναφέρει ακόμη ότι στην ίδια τοποθεσία (Φονίσκα) υπάρχει η «χρυσή περικεφαλαία» του βασιλιά Πύρρου. Στην περιοχή της Πύρρας, έχουν εντοπισθεί πολλά σπήλαια, τα οποία παραμένουν δυστυχώς ανεξερεύνητα. Στο σπήλαιο, στη θέση« Καζάνια», παρά το γεγονός ότι είναι σχεδόν απροσπέλαστο, έχουν εντοπιστεί σταλαγμίτες και σταλακτίτες του, ενώ διαθέτει και ένα μοναδικό και σπάνιο για τα σπηλαιολογικά δεδομένα, υπόγειο καταρράκτη. Το ίδιο μας εντυπωσιάζει και το σπήλαιο στη θέση «Σαρμανίτσα». Στη θέση Καζάνια θυμούνται οι γέροντες του χωριού τη φημισμένη δριστέλα όπου έπλεναν τα ρούχα, γνωστά ως «σκουτιά», που τα ύφαιναν στους αργαλειούς τους και τα πήγαιναν ως εμπόρευμα προς πώληση σε πολλές αγορές ακόμα και της Κύπρου, όπως λένε καμαρώνοντας οι κάτοικοι. Στην νότια είσοδο του χωριού βρίσκεται πέτρινο γεφύρι, που γεφυρώνει το ρέμα Κρυόβρυση που χύνεται στον Καμναΐτικο ποταμό. Το γεφύρι συνέδεε παλιά την Πύρρα με το Νεραϊδοχώρι δια μέσου ενός απότομου και επικίνδυνου καλντεριμωτού μονοπατιού (Σκάλα Πύρρας), που άρχιζε κοντά στο γεφύρι. Το μονοπάτι καταστράφηκε από τα μπάζα κατά την διάνοιξη του δασικού δρόμου Νεραϊδοχωρίου-Πύρρας το 1954. Με υπουργική απόφαση, το γεφύρι και ζώνη προστασίας 50μ. περιμετρικά αυτού, χαρακτηρίσθηκε ως μνημείο. Η Ι.Μ. Προφήτη Ηλία και Αγίου Μοδέστου, που βρίσκεται βορειοανατολικά της δημοτικής κοινότητας Πύρρας, χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με ζώνη προστασίας 150μ. Από την Ιερά Μονή σώζεται σήμερα το Καθολικό της και στη νότια πλευρά διώροφο κτίσμα, όπου λειτουργούσε στον α’ όροφο το αρχονταρίκι και στον β’ το ηγουμενείο. Η αρχιτεκτονική της Μονής, όσο και το εικονογραφικό της πρόγραμμα και η υπογραφή των Σαμαριναΐων ζωγράφων, καθιστούν σημαντικό για την περιοχή της Πίνδου το μνημείο.

Ροποτό

Έντεκα χλμ. νοτίως της Πύλης και 31 χλμ. από τα Τρίκαλα, σε υψόμετρο 750μ. απλώνεται το Ροποτό που αποτελείται από επτά οικισμούς: τον κεντρικό, του Τσεκούρα, της Παναγιάς, την Πολυθέα (Μούσια), τον Άγιο Ιωάννη, τον Άγιο Δημήτριο και τις Λογγιές. Οι 255 κάτοικοί του είναι κατά κύριο λόγο δενδροκαλλιεργητές και γεωργοκτηνοτρόφοι. Δεξιά και αριστερά του κεντρικού οικισμού απλώνονται 3.500 στρέμματα καστανοδάσους, όπου ζουν αγριογούρουνα, λύκοι, αλεπούδες και τσακάλια, πέρδικες και μπεκάτσες, ενώ όλη η περιοχή γύρω από το χωριό είναι κυριολεκτικά πνιγμένη στο έλατο (15.000 στρέμματα.). Την πραγματικά ειδυλλιακή εικόνα του χωριού συμπληρώνουν οι 15 πηγές που το δροσίζουν. Ανάμεσά τους η Γκούρα, οι Μουρτζιές, η Ιτιά, το Σγουρολίβαδο και η Κορομηλιά, και οι παραποτάμοι του Πορταϊκού, Ροποτιανός και Παλικαριάς. Ανεβαίνοντας στην περίφημη κορυφή της Καράβας (1618μ.), απολαμβάνει κανείς μια καταπληκτική εικόνα του θεσσαλικού κάμπου. Το μονοπάτι, ξεκινώντας από εκεί, οδηγεί μέσα από μια ωραιότατη διαδρομή με τα πόδια, μέχρι την Παναγία τη Σπηλιά, της Αργιθέας Καρδίτσας. Στο χωριό σώζονται και λειτουργούν νερόμυλος, δριστέλα (που ανήκει στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη) και τέσσερα παραδοσιακά αποστακτήρια με καζάνια. Υπάρχει ακόμη τεχνίτης που κατασκευάζει κλειδοπίνακα, φτσέλες, αδράχτια και άλλα ξύλινα σκεύη και εργαλεία. Από το Πάσχα μέχρι το Σεπτέμβριο, στο Ροποτό ζωντανεύουν οι παραδοσιακές γιορτές. Την τρίτη μέρα του Πάσχα στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας του κεντρικού οικισμού, φωνητικό συγκρότημα αποτελούμενο από μικρά παιδιά, τραγουδά τραγούδια που τα χορεύουν όλα τα μέλη της κοινότητας, με προεξάρχοντες τους ιερείς και τον πρόεδρο. Στις 7 και 8 Μαΐου πανηγυρίζει με λαμπρότητα η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη και λαϊκό γλέντι ακολουθεί τις λατρευτικές εκδηλώσεις. Κάθε δύο χρόνια, μέσα στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου γίνεται το αντάμωμα των γερόντων στον κεντρικό οικισμό. Ο αρχαιότερος των γερόντων προσκαλεί τους υπολοίπους, αναφέροντας και αυτούς που λείπουν, και όλοι μαζί ανακηρύσσουν τον πρόεδρο της σύναξης, ο οποίος ρυθμίζει τη σειρά που οι γέροντες απαγγέλουν αυτοσχέδια ποιήματα που έχουν κατασκευάσει για την περίσταση. Το αντάμωμα κλείνει με τραγούδια που τα τραγουδούν και τα χορεύουν οι ίδιοι οι γέροντες. Στις 20 Ιουλίου πανηγυρίζεται η μνήμη του Προφήτη Ηλία στο εξωκλήσι του Αγίου. Την παραμονή μοιράζεται πατσάς και ανήμερα φαγητό από καζάνι, και το γλέντι στον κεντρικό οικισμό κρατάει δυο μέρες. Την τελευταία Κυριακή του Ιουλίου γίνεται στη θέση «Μαντρί» με το πέτρινο καταφύγιο (όπου γίνεται και η κουρά των προβάτων την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου), σε υψόμετρο 1.300μ., το αντάμωμα όλων των Ροποτιανών, με αναβίωση παλιών παραδοσιακών παιχνιδιών, χορό, ψήσιμο αρνιών και προσφορά βραστόγαλου, με αλάτι και ψωμί (τριψάνα), από τους κτηνοτρόφους. Το Δεκαπενταύγουστο γίνεται διήμερο πανηγύρι, και στις 20 Σεπτεμβρίου οι Παλαιοημερολογίτες κάτοικοι του χωριού πανηγυρίζουν τη μνήμη του Αγίου Ευσταθίου, στο συνοικισμό της Παναγίας. Γνωστή στους περιοίκους είναι η ιστορία της δολοφονίας του Τούρκου φοροεισπράκτορα Κατσίμπα, στα τέλη του 18ου αιώνα, στην τοποθεσία που έκτοτε φέρει το όνομά του, στη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 και συγκεκριμένα το έτος 1963 έπληξαν την περιοχή κατολισθήσεις οι οποίες εκδηλώθηκαν με μεγαλύτερη ένταση στον κεντρικό συνοικισμό προκαλώντας ευρείας έκτασης ζημιές σε σπίτια, δρόμους και καλλιεργημένες εκτάσεις. Μικρότερης έκτασης εδαφικές μετακινήσεις σημειώθηκαν και σε άλλες θέσεις του κοινοτικού χώρου. Ο κεντρικός οικισμός αριθμούσε τότε περί τα 100 σπίτια. Στην δεκαετία του 1970 οι κατολισθήσεις επαναλήφθηκαν προκαλώντας πρόσθετες ζημιές, πάλι στον κεντρικό οικισμό. Μεταγενέστερα, το 1979 οι κατολισθήσεις έπληξαν πάλι τον κεντρικό οικισμό με επιπτώσεις στις οικοδομές και σε άλλες κατασκευές (τσιμέντινα αυλάκια, ξερολιθιές). Το 1984, στην κοινότητα Ροποτού αναζητήθηκε ο τρόπος επιλογής μέτρων, κυρίως τεχνικών έργων, που μπορούν να υλοποιηθούν, ώστε αφού ανασχεθούν οι κατολισθήσεις, να βελτιωθούν οι συνθήκες θεμελίωσης. Παράλληλα επιζητήθηκαν τρόποι ώστε να είναι δυνατή η ασφαλής παραμονή και η ανάπτυξη του οικισμού στην ίδια θέση. Τα επόμενα χρόνια δεν εκδηλώθηκαν εδαφικές ρωγμές, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εκ νέου ανησυχία μεταξύ των κατοίκων, αλλά εμφανίζονταν μικρορωγμές σε οικοδομές της περιοχής του κεντρικού οικισμού. Μετά από αίτημα της κοινότητας Ροποτού εγκρίθηκε το 1990 πρόγραμμα γεωτεχνικής έρευνας, το οποίο περιέλαβε τη διάνοιξη δύο γεωτρήσεων μέγιστου βάθους 20.0μ. σε επιλεγμένες θέσεις του κεντρικού οικισμού. Εντός των δύο γεωτρήσεων εγκαταστάθηκαν αποκλισιόμετρα για την παρακολούθηση των εδαφικών μετακινήσεων. Παράλληλα τον Αύγουστο του 1991 διανοίχθηκαν δυο ερευνητικά ορύγματα βάθους 10.0μ. και 7.0μ., σε δύο θέσεις της περιοχής.

Στουρναραίικα

Τα Στουρναραίικα συναντά κανείς στο 37ο χλμ. της Εθνικής οδού Τρικάλων – Άρτας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 840μ., απέχει 36 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει 545 κατοίκους. Η πρώτη αναφορά που έχουμε για το χωριό είναι στην τουρκική απογραφή του 1454/55 με το όνομα «Κούτσαινα». Το χωριό ονομάστηκε Στουρναραίικα το 1929 προς τιμήν του Νικολού Στουρνάρη. Οι απόψεις για τη σημασία του ονόματος διίστανται. Κάποιοι υποστηρίζουν πως πρόκειται για λέξη σλαβικής καταγωγής και σημαίνει οικογενειακό χωριό ή ότι πρόκειται για ανθρωπονύμιο, ενώ η άλλη άποψη υποστηρίζει πως προέρχεται από την αλβανική λέξη kuze, που δηλώνει μεγάλο και ρηχό ταψί με γυρισμένα χείλη. Ήταν η πατρίδα του Νικολού Στουρνάρη, οπλαρχηγού του αρματολικίου «πόρτα κολ» (πολιταρχία), που στις 5 Ιουλίου 1821 κήρυξε την επανάσταση στην περιοχή του Ασπροποτάμου μαζί με τον Χατζηπέτρο και το Λιακατά. Ο Νικολός Στουρνάρης έπεσε στην έξοδο του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826. Στο χωριό δίδαξε το 1777 (κατ’ άλλους το 1779) ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Η παράδοση αναφέρει πως το χωριό επισκέφτηκε ο Ρήγας Βελεστινλής, μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο καθώς και ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ. Ο L.Hezey το 1858 το χαρακτήρισε ως το σημαντικότερο χωριό της περιοχής. Το χωριό ονομάστηκε Στουρναραίικα το 1929 προς τιμήν του Νικολού Στουρνάρη. Στα χρόνια της κατοχής και της εθνικής αντίστασης ήταν έδρα της Ιης Μεραρχίας του ΕΛ.ΑΣ. Πριν φτάσουμε στο χωριό, σε ένα από τα πανέμορφα σημεία της διαδρομής, συναντούμε δύο γραφικές γέφυρες, την Πηγή των Θεών και το Εκκλησάκι του Αη-Νικόλα, το οποίο είχε καταστραφεί από κατακλυσμό και μόλις πρόσφατα ανακατασκευάστηκε. Από εκείνο το σημείο είναι ορατός ο εντυπωσιακός καταρράκτης «κοριτσαμπήδημα». Σύμφωνα με το θρύλο, από εκείνο το σημείο έπεσαν τρία κορίτσια για να γλιτώσουν από τα χέρια Σαρακηνών ή Τούρκων που τα καταδίωκαν. Στη θέση «Κουκουρέλος», κοντά στο χωριό, υπάρχουν ερείπια κάστρου ελληνιστικών χρόνων. Στο κέντρο του χωριού η πλατεία και η πέτρινη βρύση της σκεπάζονται από τον τρισαιωνόβιο πλάτανο, ένα από τα ελάχιστα, τέτοιου είδους, μνημεία της φύσης. Λίγο έξω από το χωριό υπάρχει η θέση Ψάρρο, ονομασία που οφείλεται στον αρματολό του 1821 καπετάν–Ψαρρό, που σκοτώθηκε σ’ εκείνο το σημείο. Προχωρώντας και φτάνοντας στο βουνό Κυδωνιά, υπάρχει το ομώνυμο σπήλαιο με σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Στο χωριό υπάρχουν ακόμη δύο νερόμυλοι, ενώ μπορούμε να συναντήσουμε και λιθοξόους. Τα γύρω βουνά (Αυγό, Κυδωνιά, Καρατζούνη, Σφένδαμος, Πυργάκια, Λουπάτα, Μαυροπούλι, Μποζιάρης-Πικοράρος, Πετρόσκαλες, Φούρκα, κτλ.), με υψόμετρο που κυμαίνεται από 1.200 ως 2.000 περίπου μέτρα, προσφέρουν εκπληκτική θέα. Μπορεί κανείς από το κατάλληλο σημείο να αντικρίσει το θεσσαλικό κάμπο, τη Λίμνη Πλαστήρα, τα Τζουμέρκα και τα Άγραφα. Προσφέρονται δυνατότητες για δραστηριότητες όπως πεζοπορία, αναρρίχηση, κυνήγι, ψάρεμα πέστροφας στο «πηγαδάκι», λίγο πιο κάτω απ’ τις πηγές της Γκούρας. Στο διάσελο υπάρχει βιότοπος της καφετιάς αρκούδας και του λύκου. Το χωριό πανηγυρίζει στις 20 Ιουλίου στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, στις 26 Ιουλίου στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στο κέντρο του χωριού, και στις 15 Αυγούστου στην εκκλησία της Παναγίας, στον ομώνυμο συνοικισμό. Σ’ όλες τις περιπτώσεις ακολουθούν εκδηλώσεις, παράθεση φαγητού και γλέντι, στο οποίο συμμετέχει όλο το χωριό. Ο συνοικισμός Καστανιά (Ράχοβο), που ανήκει στα Στουρναραίικα, πανηγυρίζει στις 29 Αυγούστου στο ξωκλήσι του Ιωάννη του Προδρόμου, όπου υπάρχουν τοιχογραφίες που χρονολογούνται από το 1663/64.

Φιλύρα

Η Φιλύρα βρίσκεται στα ριζά του Κόζιακα σε υψόμετρο 180μ., απέχει 22 χλμ. από τα Τρίκαλα και έχει πληθυσμο 325 κατοίκους. Διακόσια μέτρα έξω από το χωριό διακρίνονται ίχνη παλαιού κάστρου Ελληνιστικής εποχής. Η Φιλύρα και η Πιαλεία έχουν τη μεγαλύτερη ποικιλία ιαματικών βοτάνων.

Δήμος Τρικκαίων

Άγιος Νικόλαος Σπαθάδων

Ο Άγιος Νικόλαος είναι ημιορεινός οικισμός στο κεντρικό τμήμα του νομού Τρικάλων. Βρίσκεται κοντά στους νοτιοδυτικούς πρόποδες των Αντιχασίων, στη δυτική όχθη του ποταμού Ληθαίου και ανατολικά της Καλαμπάκας, πάνω στην επαρχιακή οδό Θεόπετρας-Κονισκού και σε μέσο σταθμικό υψόμετρο 260. Απέχει 23 χλμ. περίπου Β.ΒΔ. των Τρικάλων. Μέχρι το 1912 ο οικισμός ονομαζόταν Βεραντζί, μέχρι το 1928 Βερεντζής και μέχρι το 1955 ονομαζόταν Κοιλάδα.

Αμμουδιά

Η Αμμουδιά είναι ημιορεινό χωριό χτισμένη σε υψόμετρο 120 μέτρα και βρίσκεται προς το νότιο τμήμα του πρώην νομού Τρικάλων, σε απόσταση 10 χλμ. ΝΔ. από τα Τρίκαλα και δίπλα στον Πορταϊκό ποταμό. Ως οικισμός αναφέρεται επίσημα πρώτη φορά το 1920 να προσαρτάται στον τότε κοινότητα Βαλτσινού με την παλιά της ονομασία Ζγκάρι. Μετονομάστηκε σε Αμμουδιά το 1928.

Αρδάνι

Το Αρδάνι βρίσκεται 9 χιλιόμετρα ΒΑ της πόλης των Τρικάλων σε υψόμετρο 200 μέτρων. Παλαιότερη θέση του χωριού ήταν και η θέση «Βελωτά», ΝΑ περίπου στα δύο χιλιόμετρα προς Παλαιόπυργο, όπου σώζονται μέχρι σήμερα οι εκκλησίες του Αγίου Νικολάου και της Παναγίας. Εκεί κάθε Δεκαπενταύγουστο γίνεται λειτουργία και κατά το έθιμο (με μέριμνα του συλλόγου των απανταχού Αρδανιωτών) προσφέρεται κρεατόσουπα, η οποία παρασκευάζεται εκείνη τη στιγμή με κρέας από αιγοπρόβατα που είναι ταγμένα στην Παναγία. Η τοπική κοινότητα Αρδανίου είναι χαρακτηρισμένη ως αγροτικός πεδινός οικισμός.

Βαλτινό

Το χωριό Βαλτινό βρίσκεται 13 χιλιόμετρα Β.Δ. της πόλης των Τρικάλων σε υψόμετρο 120 μέτρα. Η ονομασία του χωριού οφείλεται στη μορφολογία του εδάφους, καθότι στην περιοχή, παλαιότερα υπήρχαν τέλματα (βαλτότοποι, βάλτοι). Ο προσδιορισμός της αρχαιότητας του χωριού, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, ανάγεται στη μετά – Βυζαντινή εποχή. Παλαιότερα το χωριό ήταν χτισμένο βορειότερα, στη θέση «Παλιοχώρι», αλλά λόγω κάποιας αρρώστιας που έπληξε τους κατοίκους ανάγκασε τη μετοίκιση τους στη σημερινή τοποθεσία. Έχει καλή ρυμοτομία, μεγάλους και φαρδιούς ασφαλτοστρωμένους δρόμους, πλατείες και πάρκα και δάσος αναψυχής. Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται ο Ιερός ναός του Αγίου Αθανασίου και λίγο έξω από το χωριό σε ένα δάσος δρυός υπάρχει το ξωκλήσι της Παναγίας (Κοίμηση της Θεοτόκου) στην μνήμη της οποίας πανηγυρίζει το χωριό τον Δεκαπενταύγουστο.

Γενέσι

Το Γενέσι βρίσκεται στα ανατολικά του όρους Κόζιακα σε υψόμετρο 340 μέτρα, σε περιοχή που καλύπτεται από μικρές καλλιέργειες ζωοτροφών, βοσκότοπους και δάση. Απέχει περίπου 20 χλμ. Δ.-ΒΔ. από τα Τρίκαλα και 22 χλμ. Ν.-ΝΔ. από την Καλαμπάκα. Αξιοθέατο του χωριού είναι ο παλιός πέτρινος νερόμυλος που βρίσκεται λίγο έξω νότια από το χωριό. Δυτικά στην τοποθεσία «Κρυόβρυση» είναι το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής.

Γλίνος

Το Γλίνος είναι πεδινό χωριό και βρίσκεται στα νοτιοανατολικά του νομού Τρικάλων στο δυτικό τμήμα του θεσσαλικού κάμπου, ανάμεσα στα Τρίκαλα και την Καρδίτσα. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι το Γλίνος πήρε το όνομα του από τα ψάρια (γλίνια). Μία άλλη εκδοχή που υφίσταται από παλαιότερα είναι ότι υπήρχαν στη περιοχή βάλτοι και έντονη λάσπη, αφού το χωριό βρίσκεται στις όχθες του Πηνειού ποταμού(γλίνια). Πάντως το χωριό αρχικά βρισκόταν σε άλλη περιοχή, και συγκεκριμένα στη θέση Παλιοκόπρια, λίγα χιλιόμετρα ανατολικά από το σημερινό χωριό. Μεταφέρθηκε στη σημερινή θέση δίπλα στον Πηνειό κατά το 19ο αιώνα, λόγω έλλειψης νερού. Στο Γλίνος μπορείτε να επισκεφθείτε το ναό του Αγίου Γεωργίου, που χτίστηκε το 1818 στη θέση Παλιοκόπρια, όπου βρισκόταν αρχικά το χωριό, την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, τα ξωκλήσια του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Όλγας που είναι στον ίδιο χώρο και τον παραδοσιακό περιστεριώνα, ένα από τους ελάχιστους εναπομείναντες στη Θεσσαλία που επίσης είναι στον ίδιο χώρο με τα δύο τούρκικα κονάκια. Στο Γλίνος γίνεται επιπλέον πανηγυρική εκδήλωση στις 30 Ιουνίου, παραμονή της θρησκευτικής εορτής των Αγίων Αναργύρων. Το απόγευμα πραγματοποιείται μέγας πανηγυρικός εσπερινός και στη συνέχεια ακολουθεί η λιτανεία της εικόνας των αγίων. Έπειτα αρχίζουν μουσικές εκδηλώσεις, όπου συμμετέχουν χορευτικά συγκροτήματα. Στους επισκέπτες προσφέρεται παραδοσιακό φαγητό και κρασί. Επιπλέον, κάθε χρόνο στην εορτή του Αγίου Γεωργίου (που είναι ο πολιούχος του χωριού) γίνεται αναπαράσταση του καραγκούνικου γάμου και επιδείξεις παραδοσιακών χορών από τις πολιτιστικές ομάδες χορού του χωριού και άλλων περιοχών.

Γοργογύρι

Το Γοργογύρι είναι ένα χωριό του Νομού Τρικάλων, στα ριζά του βουνού Κόζιακα (Κερκέτιο όρος 1.901 μ.υψόμετρο), σε υψόμετρο 206 μέτρων. Διαρρέεται από τον Κεφαλοπόταμο. Ο Δήμος Τρικκαίων αναβιώνει το «Μονοπάτι του Ασκληπιού», με το οποίο, σύμφωνα με τους μύθους, φέρεται ο Ασκληπιός, ο πρώτος γιατρός της ανθρωπότητας, να συνέλεγε αρωματικά φυτά και φαρμακευτικά βότανα. Ξακουστές και οι περίφημες βάθρες ως τόπος αναψυχής. Πρόκειται για μία πανέμορφη διαδρομή μέσα στην πλούσια φύση, κάτω από αιωνόβια πλατάνια με τους παραμορφωμένους κορμούς των δέντρων που μοιάζουν να λικνίζονται και δίπλα στα καθαρά και γάργαρα νερά του ποταμού που ρέουν από την «καρδιά» του Κόζιακα και περνούν μέσα από το χωριό. Το Μονοπάτι του Ασκληπιού εξελίσσεται σε viral προορισμό για όσους και όσες επιζητούν χαλάρωση και ηρεμία, μέσα σε ένα μοναδικό φυσικό περιβάλλον. Φημισμένες επίσης είναι οι νεροτριβές (δριστέλες) που παραδοσιακά γίνεται η κατεργασία και το πλύσιμο των μάλλινων ειδών και υφασμάτων (επεξεργασία φλοκάτης). Οι ασχολίες των κατοίκων περιλαμβάνουν κυρίως το πλύσιμο, επεξεργασία και τη φύλαξη ταπήτων και χαλιών – λόγω της αφθονίας των νερών (έδρα πολλών ταπητοκαθαριστηρίων), τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τη μελισσοκομία, ενώ προσπάθειες γίνονται για την ανάπτυξη του αγροτουρισμού. Περίφημα είναι τα τοπικά παραδοσιακά προϊόντα όπως είναι οι διαφόρων ειδών παραδοσιακές πίτες, οι λαγκίτες με τυρί/ζάχαρη, η μπατζίνα καθάρια/μπομπότα, το πασπάλι ή πλαστό, τα κρέατα και λουκάνικα πού σερβίρονται στις ταβέρνες του χωριού, το τυρί φέτα, γιαούρτι, ξυνόγαλο, βούτυρο, η μυζήθρα, ο τραχανάς παραδοσιακός και όσπρια βραστερά και νόστιμα, κάστανα, μέλι από αγριολούλουδα του βουνού, παραδοσιακά γλυκά, αποξηραμένα αγριολούλουδα, υφαντά με παραδοσιακά σχέδια που έρχονται από το μακρινό παρελθόν, βότανα που μοσχοβολούν. Κεντρικός ναός του οικισμού είναι το Γενέσιο της Θεοτόκου, που εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου όπου σερβίρεται από τα καζάνια παραδοσιακό φαγητό (πρόβειο κρέας με κριθαράκι). Γραφικό και πανέμορφο σε ωραία τοποθεσία είναι το ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου όπου επίσης την παραμονή της εορτής σερβίρεται παραδοσιακό φαγητό. Στο χωριό τηρείται το έθιμο των Καρκάτζαλων (με τις παραδοσιακές κουδούνες) κάθε Πρωτοχρονιά. Τα Καρκατζάλια είναι έθιμο της Πρωτοχρονιάς, που διατηρείται στο χωριό και χάνεται στα βάθη του χρόνου. Μικροί και μεγάλοι, ανύπαντροι και παντρεμένοι, προμηθεύονται την κατάλληλη φορεσιά, που αποτελείται από το μπουραζάνι, την κάπα ή το μαλέτο, το κυπρί ή το κουδούνι ή το τσιουκάνι, την πάνινη προσωπίδα (μάσκα) και την κοσσιά. Το μπουραζάνι το φορούν πάνω από το παντελόνι για να προφυλάσσονται από το κρύο. Η κάπα ή το μαλέτο έχουν κατσιούλα για να μπαίνει στο κεφάλι, έχουν άσπρο ή μαύρο ή καφέ χρώμα, είναι από τράϊο μαλλί και φοριέται πάνω από όλα τα άλλα ρούχα. Όλα μαζί αυτά μπαίνουν μέσα στο μπουραζάνι για να φαίνεται ο Καρκάτζαλος πιο χονδρός και να μην αναγνωρίζεται. Τα κυπριά τα κρεμούν στο στήθος και τα κουδούνια ή τα τσιουκάνια στη μέση. Η προσωπίδα ράβεται την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Πάνω της ράβουν φρύδια, μουστάκια και γένια από τα άσπρα μαλλιά του προβάτου. Στα παλιά χρόνια στο χέρι ο καθένας κρατούσε κοσσιά για να κόβει μια τούφα από τα μαλλιά των κοριτσιών, τρουβάδες για να βάζουν τα τζαφάρια, τα λουκάνικα και τις παππαδίτσες και ένα κακάβι για να μαζεύουν την λίπα. Πίστευαν πως, αφού ο διάβολος ντύνεται, παραμορφώνεται και είναι δαίμονας, έτσι και ο άνθρωπος κρύβει τα μάτια του, βάζει πάνω του διάφορα σκέρτσα (κόλπα) και κάνει θόρυβο με τα «σαϊτανικά» κουδούνια και κυπριά που φορούν στα γίδια.

Δενδροχώρι

Το Δενδροχώρι βρίσκεται ανατολικά του όρους Κόζιακας σε υψόμετρο 120 μέτρα και σε απόσταση περίπου 14 χλμ. Δ. από τα Τρίκαλα. Βορειοδυτικά είναι ο Πρίνος, βορειοανατολικά περνάει ο Πηνειός ποταμός, νοτιοανατολικά είναι το Βαλτινό, νότια το Ελευθεροχώρι. Το όνομά του προήλθε από τέσσερις τεράστιες βελανιδιές ή «δένδρα» (για τους ντόπιους) που βρίσκονταν γύρω από τη μοναδική του τότε εκκλησία. Το χωριό αναφέρεται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας με την ονομασία Παπαράντζα που σημαίνει περιοχή με βάλτους και πλούσια δενδρώδη βλάστηση. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση λέγεται ότι οι περισσότεροι από τους κατοίκους της, εκείνη την περίοδο, διασκορπίστηκαν στις γύρω ορεινές περιοχές για να αποφύγουν τις αγριότητες των Τουρκαλβανών μπέηδων, που ήταν οι μόνοι ιδιοκτήτες της περιοχής. Οι μπέηδες αυτοί για να μη μείνουν τα χωράφια τους ακαλλιέργητα μετέφεραν Αρβανίτικους πληθυσμούς από το Αργυρόκαστρο κ.α. οι οποίοι μαζί με αυτούς που δεν έφυγαν είναι οι πρόγονοι των σημερινών Δενδροχωριτών.

Ελληνόκαστρο

Το Ελληνόκαστρο βρίσκεται στους νότιους πρόποδες των Ορέων Αντιχάσια σε υψόμετρο 610 μέτρα ενώ απέχει περίπου 22 χλμ. βόρεια από τα Τρίκαλα. Το χωριό προήλθε από παλαιότερο οικισμό ο οποίος την περίοδο της επανάστασης του παπά – Θύμιου Βλαχάβα (1808) λεγόταν Παλαιοχώρι. Στα νότια, στην περιοχή «Οβριά» ή «Οβριάσα», διασώζονται ερείπια παλαιού κάστρου της Κλασσικής – Ελληνιστικής εποχής το οποίο μετέπειτα υπήρξε Βυζαντινό φρούριο, ενώ διακρίνονται ακόμη ίχνη αρχαίας πολίχνης. Η περιοχή έχει κηρυχθεί αρχαιολογικός χώρος. Στα δυτικά και σε έκταση 40 στρεμμάτων εκτείνεται πουρναρόδασος της προστατευόμενης περιοχής Σβόρος – Πετρομαγούλα ή αλλιώς Ελληνοκάστρου – Λιόπρασου. Ενοριακός ναός είναι η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (του 1898) ενώ υπάρχουν τα ξωκλήσια της Αγίας Παρασκευής του 1873 και του Αγίου Γεωργίου το 1870. Οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και λιγότερο τη γεωργία.

Κάτω Ελάτη

Η Κάτω Ελάτη βρίσκεται βόρεια του Πορταϊκού και ανατολικά του όρους Κόζιακα (Κερκέτιο) σε υψόμετρο 115 μέτρα ενώ απέχει περίπου 20 χλμ. δυτικά από τα Τρίκαλα. Η περιοχή δίπλα στο χωριό ήταν τέλμα – βάλτος με κατάλευκα νερά και σε αυτό οφείλεται η παλιά ονομασία του χωριού, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, Ασπρόβαλτος. Ιδρύθηκε από κατοίκους της Ελάτης (σε υψόμετρο 860 μ. στον Κόζιακα) οι οποίοι ήταν μεταφορείς ξύλων και είχαν στην περιοχή τις καλύβες τους προκειμένου να διανυκτερεύουν σε αυτές. Το 1881, με την απελευθέρωση των Τρικάλων από τους Τούρκους, την αγόρασαν από τον Τούρκο Μπέη της περιοχής, Μέτο Κατσίκη του οποίου το τσιφλίκι εκτείνονταν από το Βαλτινό μέχρι το Διαλεκτό.

Κεφαλόβρυσο

Το Κεφαλόβρυσο βρίσκεται 7 χιλιόμετρα βορειοδυτικά των Τρικάλων σε υψόμετρο 125 μέτρων. Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν «Μέρτζιον», «Μέρτζι», «Μικρό Μέρτζι», «Μικρό Μέρτσι». Η λέξη Μέρτσι προέρχεται από την παλαιοσλαβική «μερτς» (mrc) που με τη σειρά της ανάγεται στην -πάλι- παλαιοσλάβικη λέξη «μρκ» (mrk) και σημαίνει «σκοτεινός», «μαύρος», «μαυριδερός». Άλλωστε στο Κεφαλόβρυσο υπάρχει τοπωνύμιο «μαυρόεια» δηλωτικό των χωμάτων της περιοχής. Για τη σημερινή ονομασία του χωριού υπάρχουν διάφορες προφορικές παραδόσεις. Σύμφωνα με τη γραπτή παράδοση, ένας ληστής προγενέστερης εποχής που δρούσε στην περιοχή του Μετσόβου είχε βρει ένα σπουδαίο τρόπο να κατεβάζει τα κλοπιμαία στον θεσσαλικό κάμπο αποφεύγοντας τους ελέγχους της χωροφυλακής. Έριχνε τα φλουριά και τις λίρες στο ρέμα που ξεκινούσε από το Μέτσοβο και αυτό τα κατέβαζε στη λίμνη του χωριού Μέρτσι. Εκεί το πρωτοπαλίκαρο του ληστή έκανε δήθεν ότι έπαιρνε νερό από την πηγή μαζεύοντας με τρόπο τα κλοπιμαία. Το σχέδιο λειτουργούσε για τους ληστές μέχρι τη μέρα που ένας χωρικός είδε το πρωτοπαλίκαρο να επιστρέφει από την πηγή με δυο βαριά σακιά και ενημέρωσε τη χωροφυλακή. Τότε οι χωροφύλακες ανέβηκαν στο Μέτσοβο, έπιασαν το ληστή, τον αποκεφάλισαν και πέταξαν το κεφάλι του στο ρέμα. Έτσι την επόμενη μέρα που το πρωτοπαλίκαρο πήγε στη λίμνη να πάρει τα κλοπιμαία βρήκε αντί αυτών το κομμένο κεφάλι του καπετάνιου του. Από εκείνη τη μέρα δόθηκε στο χωριό το όνομα Κεφαλόβρυσο. Το χωριό λίγο πριν τα μέσα του 16ου αιώνα βρισκόταν βορειότερα στη θέση «Λάκκα». Διάφορες αρρώστιες (ελονοσία, χολέρα, τύφος) καθώς και η έλλειψη νερού ανάγκασε 13 από τις 24 τότε οικογένειες να μετακινηθούν ανατολικά προς τη σιδηροδρομική γραμμή Τρικάλων-Καλαμπάκας και να εγκατασταθούν στη θέση «Μαγούλα». Το νέο χωριό ονομάστηκε «Μεγάλο Μέρτζι» (σημερινό Μεγάλο Κεφαλόβρυσο) και το άλλο «Μικρό Μέρτζι» ή «Λάκα Μέρτζι» λόγω αυτής της κατανομής των οικογενειών. Στη σημερινή θέση του χωριού υπήρχε ένα παρθένο δάσος από βελανιδιές, λεύκες και ιτιές. Οι Μικρομερτσιώτες είχαν ως κύρια ασχολία την κτηνοτροφία, βοσκώντας τα κοπάδια τόσο στο αρχικό χωριό όσο και στο συγκεκριμένο δάσος. Κάποια μέρα ένα γουρούνι ξέφυγε από την επιτήρηση του βοσκού και μπήκε στο δάσος. Όταν το βρήκε ο ιδιοκτήτης ήταν γεμάτο λάσπες, το παρακολούθησε και βρήκε την πηγή νερού καθώς και μια μεγάλη λίμνη. Έτσι με τους υπόλοιπους Μικρομερσιώτες έκοψαν τα δέντρα, καθάρισαν την πηγή και εγκαταστάθηκαν εκεί, δημιουργώντας το σημερινό οικισμό. Η έκταση της λίμνης παλιότερα ανερχόταν στα 20 στρέμματα αλλά σήμερα έχει περιοριστεί. Το βάθος της έφτανε τα τρία μέτρα και η νεολαία του χωριού κολυμπούσε και ψάρευε σε αυτή. Από το νότιο άκρο της λίμνης αρχίζει σταδιακά να οριοθετείται η αφετηρία του Κουμέρκη ή Γκιντζή η Μερτσιώτικου ποταμού, του οποίου παλιότερα σε μεγάλα τμήματα της διαδρομής το πλάτος έφθανε μέχρι τα 40 μέτρα. Πολιούχος του Κεφαλόβρυσου είναι ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος ενώ στο χωριό υφίσταται δραστήρια Ενορία. Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου (1961) αποτελεί την κεντρική εκκλησία του χωριού ενώ το εκκλησάκι του κοιμητηρίου (1987) είναι αφιερωμένο στον συμπολιούχο, Άγιο Ευθύμιο. Άξιο αναφοράς είναι και το ενοριακό πνευματικό κέντρο που έχει χτιστεί. Οι κάτοικοι του Κεφαλοβρύσου ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, παράγοντας σιτάρι, κριθάρι και καλαμπόκι. Επίσης ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων ασχολείται με τα κηπευτικά και ιδίως με τα θερμοκήπια και μια μικρή μερίδα ανθρώπων ασχολείται με τη βιολογική καλλιέργεια. Στο Κεφαλόβρυσο η διατήρηση των παραδοσιακών αξιών, ηθών και εθίμων ανέκαθεν αποτελούσε σημαντικό μέλημα των κατοίκων. Το ρόλο της οργάνωσης πολιτιστικών εκδηλώσεων έχουν αναλάβει ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Κεφαλοβρύσου και ο Λαογραφικός-Χορευτικός Όμιλος Κεφαλοβρύσου με τη μαζική συμμετοχή των Κεφαλοβρυσιωτών και την πολύτιμη αρωγή της Κοινότητας Κεφαλοβρύσου. Το χωριό διαθέτει επίσης Κέντρο Λαογραφίας και Πολιτισμού με διάφορα εκθέματα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής των κατοίκων σε προγενέστερες εποχές.

Κοκκόνα

Η Κοκκόνα βρίσκεται στη βόρεια άκρη του κάμπου των Τρικάλων σε υψόμετρο 160 μέτρα ενώ απέχει περίπου 10 χλμ. ΒΑ. από το κέντρο της πόλης. Αναφέρεται επίσημα, ως ξεχωριστός οικισμός για πρώτη φορά το 1961 να απογράφεται στην κοινότητα Παλαιοπύργου.

Αγρελιά

Η Αγρελιά είναι ορεινός οικισμός στο ανατολικό τμήμα του νομού Τρικάλων, δίπλα στα όρια με το νομό Λαρίσης. Βρίσκεται στις νότιες κλιτύς της κορυφής «Οξυά» (1.416 μ.) των Αντιχασίων, βόρεια του μικρού ποταμού Σμολιώτικου (Σμολιώτη) και σε μέσο σταθμικό υψόμετρο 720. Μέχρι το 1928 ο οικισμός ονομαζόταν Παλαιά Σμόλια και μέχρι το 1940 Αγριλιά. Απέχει 33 χλμ. περίπου ΒΑ. των Τρικάλων. Η τοπική κοινότητα είναι χαρακτηρισμένη ως αγροτικός ορεινός οικισμός.

Κόρη

Η Κόρη βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές του όρους Κόζιακα (Κερκέτιο) σε υψόμετρο 870 μέτρα με θέα ανατολικά το Θεσσαλικό κάμπο ενώ απέχει περίπου 26 χλμ. δυτικά από τα Τρίκαλα. Πρόκειται για βλάχικο ορεινό χωριό το οποίο δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από Τρικαλινούς καταγόμενους από τη Σαμαρίνα. Η έκτασή του φθάνει τα 14.000 στρέμματα και το 1882 είχε αγοραστεί από ένα Τούρκο και έναν Εβραίο για να αποικιστεί στη συνέχεια από Βλάχους και να αποτελεί πλέον παραθεριστικό θέρετρο

Κρηνίτσα

Η Κρηνίτσα είναι πεδινός οικισμός σε υψόμετρο περίπου 106 μέτρα. Το όνομα είναι Σλαβικής προέλευσης και σημαίνει πηγάδι (το μαρτυρά και η ύπαρξη πολλών πηγαδιών στην ευρύτερη περιοχή). Οι εκκλησίες του είναι ο Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου, ο Ιερός Ναός Αγίων Κωνσταντίνου & Ελένης που είναι και ο πολιούχος, ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου με σπάνιες αγιογραφίες του 17ου αιώνα και τέλος το ξωκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Από το 2011 η περιοχή έχει ενσωματωθεί στα Τρίκαλα. Κατά την διάρκεια των εργασιών του αυτοκινητόδρομου Ε-65 στη θέση «Ντρογκάρι» Κρηνίτσας ήρθαν στο φως κατάλοιπα (δόμοι) λατομικής περιοχής, που αποτελεί το μοναδικό σωζόμενο δείγμα εξόρυξης λίθων στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας. Λόγω έλλειψης αρχαιολογικών ευρημάτων, η θέση δε δύναται να χρονολογηθεί. Υπάρχουν μαρτυρίες από τους κώδικες των Μοναστηριών των Μετεώρων για κατοίκους της Κρηνίτσας αφιερωτές των Μονών από τον 15ο αιώνα. Κατά την περίοδο του Β Παγκοσμίου πολέμου έπεσαν ηρωικά 2 άτομα και για τη μνήμη τους υπάρχει μνημείο στο Παλαιό σχολείο του χωριού όπου ο πρόεδρος του χωριού καταθέτει στεφάνι στις εθνικές εορτές. Στην περιοχή εκτός των άλλων καλλιεργειών ευδοκιμεί η καλλιέργεια αμπέλου και ελιάς με εξαιρετικής ποιότητας κρασιών και ελαιολάδου. Στις 20 Μαΐου, γίνεται αναβίωση του παλαιού πανηγυριού του Αγίου Κωνσταντίνου. Κάθε χρόνο συγκεντρώνεται πολύς κόσμος στο συγκεκριμένο πανηγύρι.

Λαγκαδιά

Η Λαγκαδιά βρίσκεται στις νότιες πλαγιές των Ορέων Αντιχάσια σε υψόμετρο 450 μέτρα ενώ απέχει περίπου 14 χλμ. Β.-ΒΑ. από το κέντρο των Τρικάλων. Σε κοντινή απόσταση, νοτιοδυτικά του χωριού είναι η Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου ή Μονή Κορμπόβου που μαζί με το παρεκκλήσι της Μεταμορφώσης του Σωτήρος έχουν χαρακτηριστεί ιστορικά διατηρητέα μνημεία. Η Μονή Κορμπόβου είναι χτισμένη στο χείλος μικρού απόκρημνου βράχου αν και αρχικά είχε κτισθεί σε απότομο γκρεμό ενώ το 1336 αναφέρεται σε χρυσόβουλο ως μετόχι της ακμάζουσας τότε Μονής Ζαβλαντίων. Η Μονή διατηρεί το καθολικό της και ένα παρεκκλήσιο. Το καθολικό, αθωνίτικου τύπου, διατηρεί λείψανα τοιχογραφιών καθώς και εγχάρακτη επιγραφή που αναφέρει ως έτος ανοικοδόμησης το 1809.Το ξυλόγλυπτο τέμπλο χρονολογείται το 1838. Το παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως ευρίσκεται νότια, εκτός του περιβόλου, είναι μονόχωρο με τοιχογραφίες, το οποίο, σύμφωνα με επιγραφή τοποθετείται στο 1660.

Λιόπρασο

Το Λιόπρασο βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές της οροσειράς Αντιχάσια, νότια από τον Νεοχωρίτη (ή Ντολερίτη) σε υψόμετρο 670 μέτρα ενώ απέχει περίπου 18 χλμ. Β.-ΒΑ. από το κέντρο των Τρικάλων. Οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία. Τα αξιοθέατα του χωριού είναι η τοποθεσία «Κουρί» με θέα το Θεσσαλικό κάμπο, τα χωριά της Νότιας Πίνδου, τους βράχους των Μετεώρων και την Κατάρα, το πουρναρόδασος της προστατευόμενης περιοχής Σβόρος – Πετρομαγούλα ή αλλιώς Ελληνοκάστρου – Λιόπρασου στα βόρεια του χωριού και σε έκταση 40 στρεμμάτων και ηπέτρινη τοξωτή γέφυρα Βλαχάβα, στα βορειοανατολικά και την τοποθεσία «Γκιοφύρια», σε περιοχή κατάφυτη με πλατάνια. Έχει συνολικό μήκος 41 μέτρα και γεφυρώνει τον παραπόταμο του Πηνειού, Νεοχωρίτη. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση χτίστηκε μεταξύ 1760 – 1770 και χρηματοδοτήθηκε από τον Αθανάσιο Βλαχάβα ή Γέρο Βλαχάβα, καπετάνιο στο αρματολίκι των Χασίων.

Λόγγος

Ο Λόγγος είναι πεδινός οικισμός του Νομού Τρικάλων σε υψόμετρο 98 μέτρα. Ο Λόγγος βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Αγία Κυριακή, Ριζάρειο, Πατουλιά και Γλίνο, σε απόσταση 10 χλμ. Ν.-ΝΑ. από τα Τρίκαλα και κοντά στον Πηνειό ποταμό. Η παλιά ονομασία του ήταν Λόγγος Αχμέτ Αγά, το 1934 με την ονομασία αυτή ορίστηκε έδρα της κοινότητας Μεγάλου Χωρίου και το 1940 μετονομάστηκε σε Λόγγος. Στην έξοδο του χωριού προς το Γλίνος βρίσκεται από το οποίο υδρεύεται το χωριό.

Μεγάλα Καλύβια

Τα Μεγάλα Καλύβια είναι κωμόπολη και βρίσκεται στα νοτιοανατολικά του νομού Τρικάλων, στο δυτικό τμήμα του θεσσαλικού κάμπου και ανάμεσα στα Τρίκαλα και την Καρδίτσα.Η κωμόπολη ιδρύθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, από τη συνένωση έξι μικρών οικισμών της περιοχής, με την προτροπή και του Τούρκου αντιπροσώπου του Αλή Πασά, στη δικαιοδοσία του οποίου ήταν τότε η Θεσσαλία. Τα Μεγάλα Καλύβια αποτελούσαν τσιφλίκι του Αλή Πασά και αργότερα του γιου του Βελή Πασά. Μετά τον θάνατο του Αλή Πασά, ο Σουλτάνος δώρισε το χωριό στη χήρα του εγγονού του Αλή, Ισμαήλ Πασά. Οι κάτοικοι των Μεγάλων Καλυβίων συμμετείχαν στην επανάσταση του 1821 με πολλούς αγωνιστές, χωρίς ωστόσο να κερδίσουν την ελευθερία τους. Το 1854 οι Μεγαλοκαλυβιώτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους λόγω της συμμετοχής τους στην αποτυχημένη επανάσταση του Χριστόδουλου Χατζηπέτρου στη Θεσσαλία και φοβούμενοι αντίποινα των Τούρκων. Κατέφυγαν στην ελεύθερη Ελλάδα και οργανώθηκαν έξω από την πόλη της Λαμίας. Αρκετοί από αυτούς επέστρεψαν στα πάτρια εδάφη μετά από περίπου ένα χρόνο, το 1855. Το χωριό απελευθερώθηκε από τους Τούρκους τον Αύγουστο του 1881 και πωλήθηκε στον Κωνσταντίνο Ζάππα, όπως και πολλές εκτάσεις σε όλη τη Θεσσαλία. Οι εκτάσεις του χωριού περιήλθαν στο ελληνικό δημόσιο το 1892, σύμφωνα με τη διαθήκη του Ζάππα. Μέχρι πρότινος, τις εκτάσεις αυτές τις ενοικίαζε στους κατοίκους του. Οι κάτοικοι ήρθαν αντιμέτωποι με τον τουρκικό ζυγό εκ νέου το 1897, έπειτα από τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο εκείνου του έτους. Η πλειοψηφία των κατοίκων απασχολούνται στο γεωργικό τομέα. Συγκεκριμένα, πιο κοινά επαγγέλματα είναι αυτά του γεωργού, του εκτροφέα ζώων και του κτηνοτρόφου. Οι υπόλοιποι κάτοικοι απασχολούνται στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Κατά τη διάρκεια του χρόνου λαμβάνουν χώρα δρώμενα και εκδηλώσεις με έμφαση στον τρόπο ζωής του παρελθόντος. Σημαντικά είναι τα έθιμα της αναπαράστασης του καραγκούνικου γάμου κατά την Καθαρά Δευτέρα όπου προσφέρεται στους επισκέπτες φασολάδα και λαγάνα και της αναβίωσης του παραδοσιακού πανηγυριού κάθε 20 Μαΐου όπου και πάλι προσφέρονται παραδοσιακά φαγητά του κάμπου. Τέλος, τη δεύτερη μέρα του Πάσχα λαμβάνει χώρα η αναπαράσταση του εθίμου Σεργιάνι, όπου οι νέες γυναίκες του χωριού κάνουν βόλτα στην κεντρική πλατεία λοξοκοιτώντας τους όμορφους νεαρούς που κάθονται στα παραδοσιακά καφενεία. Έπειτα ξεκινά χορός με παραδοσιακά τραγούδια και συμμετοχή χορευτικών συγκροτημάτων. Στους επισκέπτες προσφέρονται τσουρέκι, κόκκινα αυγά και πασχαλινά κουλούρια. Σημαντικότερα αξιοθέατα είναι το Κονάκι και ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου ήταν βασιλική με τρεις τρούλους. Ο ναός χτίστηκε κατά την επιθυμία της κυρά Βασιλικής, συζύγου του Αλή Πασά. Ο ναός φέρει στην κεντρική είσοδο χρονολογία κτίσεως 1811 και στο μέσο του θαυμάσιου ξυλογλύπτου τέμπλου χρονολογία 1860. Το 1954 ο ναός υπέστη σοβαρές ζημιές στο κέντρο της κωμόπολης. Το 1892 έμεινε εκεί ο Απόστολος Ζάππας ως διευθυντής των τσιφλικιών Καρδίτσας και Τρικάλων. Άλλα αξιοθέατα των Μεγάλων Καλυβίων είναι επίσης η πέτρινη τοξωτή γέφυρα της Μπαμπαλίνας (στον Πηνειό ποταμό), τα ξωκλήσια Αγίου Γεωργίου και Αγίων Αποστόλων, το Λαογραφικό Μουσείο (από το 1976) που στεγάζεται στο Κονάκι και το κτίριο του γηροκομείου της Ιεράς Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών.

Μεγαλοχώρι

Το Μεγαλοχώρι βρίσκεται στον κάμπο των Τρικάλων, σε υψόμετρο 95 μέτρα. Απέχει περίπου 7 χλμ. ανατολικά από την πόλη ενώ στη βόρεια πλευρά της περνάει η ΕΟ Λάρισας – Τρικάλων και δυτικά ο Αυτοκινητόδρομος Κεντρικής Ελλάδας. Η παλιά του ονομασία από την τουρκοκρατία ήταν Μπουχούνιτσα ή Μπουχούνστα (Δ. Λιθόδοξο) και από το 1928 μέχρι το 1940 Μέγα Χωρίον. Στο Μεγαλοχώρι υπάρχουν πολλοί λαογραφικοί σύλλογοι, κυρίως χορευτικοί. Μεγάλη γιορτή γίνεται στο χωριό την Καθαρά Δευτέρα κάθε έτους, ενώ επίσης τηρείται το έθιμο Ρογκατσάρια. Το χωριό γιορτάζει επίσης στις 2 Μαϊου, εορτή του Αγίου Αθανασίου, ημέρα κατά την οποία γιορτάζει η εκκλησία του Αγίου. Ο οικισμός έχει μια κεντρική πλατεία. Μνημείο Υστεροβυζαντινής Περιόδου είναι ο ναός του Αγίου Νικολάου.

Μεγάρχη

Η Μεγάρχη βρίσκεται στις δυτικές όχθες του Πηνειού σε υψόμετρο 150 μέτρα ενώ απέχει περίπου 14 χλμ. ΒΔ. από τα Τρίκαλα. Στην περιοχή, στα βορειοδυτικά και ανάμεσα με το Καλονέρι (Νικλίτσι) έχουν εντοπιστεί αρχαία λείψανα. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Πρόκειται για μονόχωρο δρομικό ναό καμαροσκεπή με νάρθηκα, που περικλείει εν είδει στοάς τη βόρεια και δυτική πλευρά. Η τοιχοποΐα του είναι από αργολιθοδομή και εσωτερικά φέρει τοιχογραφίες σε όλες τις πλευρές εκτός από την οροφή, που έχει επιχρισθεί πρόσφατα και που σύμφωνα με επιγραφή, αρκετά δυσανάγνωστη, χρονολογούνται στα 1819, και η παράδοση θέλει την Κυρά- Βασιλική χορηγό του ναού αυτού.

Μέλιγος

Ο Μέλιγος βρίσκεται στον κάμπο των Τρικάλων σε υψόμετρο 113 μέτρα και σε απόσταση περίπου 11 χλμ. Δ. από τα Τρίκαλα, ανάμεσα στο Βαλτινό (δίπλα και ΒΔ.), την Φωτάδα (ΒΑ.), την Κάτω Ελάτη (ΝΔ.) και τα Ματσουκιώτικα (Δ.). Αναφέρεται επίσημα για πρώτη φορά ως ξεχωριστός οικισμός το 1920 να προσαρτάται στην τότε κοινότητα Βαλτσινού.

Ξυλοπάροικο

Το Ξυλοπάροικο βρίσκεται στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Κόζιακα (Κερκέτιο) σε υψόμετρο 420 μέτρα και απέχει περίπου 21 χλμ. δυτικά από τα Τρίκαλα. Αναφέρεται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και πρωτοκατοικήθηκε το 19ο αιώνα κατεβαίνοντας από υλοτόμους οι οποίοι μετανάστευσαν κυρίως από την Μακεδονία (Καστοριά). Οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία, ενώ το χωριό φημίζεται για τους χτιστάδες του. Χαρακτηριστικό της περιοχής είναι τα πολλά νερά και η ύπαρξη 27 ντριστελών δηλαδή νερόμυλων που βρίσκονται ακόμη σε λειτουργία. Στο Ξυλοπάροικο λειτουργεί λαογραφικό μουσείο με εκθέματα που σχετίζονται με την τοπική παράδοση. Κάθε χρόνο, την Πρωτοχρονιά, οι κάτοικοι τηρούν το παραδοσιακό έθιμο των χωριών του Κόζιακα, τα «καρκατζάλια» (καλικάτζαροι).

Πλάτανος

Ο Πλάτανος βρίσκεται στον κάμπο των Τρικάλων, σε υψόμετρο 200 μέτρα, σε περιοχή κατάφυτη και με πολλά τρεχούμενα νερά. Απέχει περίπου 13 χλμ. βόρεια από το κέντρο της πόλης ενώ δυτικά είναι το Ρίζωμα, βορειοανατολικά το Ελληνόκαστρο και νοτιοανατολικά το Αρδάνι. Αναφέρεται επίσημα, μετά την Ένωση με την Ελλάδα, το 1883, με την ονομασία από την τουρκοκρατία ως Βάνια.

Πρόδρομος

Το χωριό Πρόδρομος βρίσκεται σε υψόμετρο 300 μέτρων σε μια τοποθεσία με πολλά πλατάνια και νερά. Το χωριό δημιουργήθηκε από χτίστες της Ηπείρου, που εγκαταστάθηκαν στη σημερινή θέση του οικισμού κατά το 16ο αιώνα για να εργαστούν στην ευρύτερη περιοχή. Ένα χιλιόμετρο νοτίως του οικισμού σώζονται τα ερείπια αρχαίου κάστρου. Σώζεται ακόμη το παλιό γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη και ο «Τούρνος» (νερόμυλος). Κοντά στο χωριό βρίσκεται ο βιότοπος της Μπαλτίστας, ένα πλατανόδασος που φιλοξενεί πολλά είδη ζώων και πουλιών, μεταξύ των οποίων φασιανούς και πετροπέρδικες. Μέσα στο δάσος υπάρχει η ομώνυμη πηγή. Άλλη πηγή είναι του Μαϊδανού. Το χωριό διατρέχει το ρέμα της Καζανούς. Την Πρωτομαγιά στη Μεγάλη Βρύση τηρείται το έθιμο του Κλήδονα. Το διήμερο 28 και 29 Αυγούστου ο Πρόδρομος πανηγυρίζει και προσελκύει πλήθος επισκεπτών από όλα τα Τρίκαλα και τη Θεσσαλία, καθώς στα ριζά του Κόζιακα βρίσκεται το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Στις 28 του μήνα πραγματοποιείται εσπερινός στον Αϊ Γιάννη στον Πρόδρομο και μετά ακολουθεί το παραδοσιακό πανηγύρι.

Ράξα

Η Ράξα βρίσκεται στον κάμπο των Τρικάλων σε υψόμετρο 130 μέτρα ενώ απέχει περίπου 7 χλμ. Β.-ΒΔ. από το κέντρο της πόλης. Βορειοδυτικά είναι η Βασιλική, βορειοανατολικά το Αρδάνι, νότια η Σωτήρα, νοτιοδυτικά το Μεγάλο Κεφαλόβρυσο ενώ στην ίδια κατεύθυνση περνάει η ΕΟ Τρικάλων – Ιωαννίνων. Αξιοθέατο του χωριού είναι η πέτρινη εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, πολιούχου της Ράξας καθώς και ο «Πλάτανος» στην κεντρική πλατεία με διάμετρο κορμού περίπου 3 μέτρα και διάμετρο σχεδόν 12. Οι κάτοικοί του ασχολούνται με τη γεωργία (αμπελουργία) και κυρίως με την οινοποίηση ενώ υπάρχουν σύγχρονες μονάδες.

Ρίζωμα

Το Ρίζωμα είναι χωριό του νομού Τρικάλων και απέχει από την πόλη των Τρικάλων περίπου 13 χιλιόμετρα. Παλαιότερα το χωριό ονομαζόταν «Σκλάταινα», όνομα το οποίο προέρχεται από το σλαβικό Slatina. Με την παλιά ονομασία το χωριό αναφέρεται για πρώτη φορά σε ένα πατριαρχικό σιγίλλιο του έτους 1163 μ.Χ.  Από τότε αρχίζει και επίσημα η ιστορία του. Ύστερα από κυβερνητική απόφαση για αποκάθαρση της ελληνικής επικράτειας από σλαβικά, τουρκικά και αλβανικά ονόματα οικισμών, το χωριό μετονομάσθηκε το 1927 σε Ρίζωμα.Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν αρχικά με την κτηνοτροφία. Στη συνέχεια ασχολούνταν παράλληλα με γεωργικές εργασίες (δημητριακά, όσπρια, αμπέλια και σκόρδα) και τη σηροτροφία (κουκούλια μεταξοσκωλήκων). Μετά από τη διανομή του αγροτικού κλήρου το 1929 οι κάτοικοι του χωριού εξειδικεύτηκαν στην καπνοκαλλιέργεια. Σήμερα, ύστερα από σχέδια της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για περιορισμό της παραγωγής καπνού, τα περισσότερα χωράφια έγιναν ελαιώνες. Στο χωριό υπάρχουν πολλές ενδιαφέρουσες μεταβυζαντινές εκκλησίες με θαυμαστή διακόσμηση.

Τρίκαλα

Τα Τρίκαλα είναι πόλη της δυτικής Θεσσαλίας, πρωτεύουσα του νομού Τρικάλων. Η πόλη διασχίζεται από τον ποταμό Ληθαίο, ο οποίος αποτελεί παραπόταμο του Πηνειού. Βρίσκεται πολύ κοντά στα Μετέωρα και την Καλαμπάκα και στον ορεινό όγκο της νότιας Πίνδου όπου βρίσκονται γνωστοί προορισμοί (Ελάτη, Περτούλι και Πύλη). Η πόλη των Τρικάλων είναι ιδιαίτερα γραφική με χαρακτηριστικά αξιοθέατα και σημεία ενδιαφέροντος. Ορισμένα από τα αξιοθέατα της πόλης των Τρικάλων είναι:

  • Το Ασκληπιείο της αρχαίας Τρίκκης
  • Το Βυζαντινό Κάστρο της πόλης
  • Το Τζαμί του Οσμάν Σαχ
  • Η παλιά πόλη, η οποία αποτελείται από τις συνοικίες Βαρούσι και παλιά Μανάβικα
  • Ο Λόφος του Προφήτη Ηλία
  • Ο Ληθαίος ποταμός που διασχίζει το κέντρο και χωρίζει την πόλη στα δύο και η Κεντρική Γέφυρα η οποία ενώνει την κεντρική πλατεία με τον πεζόδρομο της Ασκληπιού
  • Ο Μύλος Ματσόπουλου
  • Το κτίριο του Σιδηροδρομικού Σταθμού
  • Το κτίριο της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών
  • Το δικαστικό μέγαρο
  • Τα Παλαιά Ψυγεία-Παγοποιεία Κλιάφα
  • Το Χαμάμ του Οσμάν Σαχ
  • Μουσείο Τσιτσάνη
  • Δημοτικό Λαογραφικό Μουσείο
  • Δημοτικό Ιστορικό Αθλητικό Μουσείο
  • Κέντρο Ιστορίας και Πολιτισμού εταιρείας «Κλιάφα
  • Μουσείο Δημήτρη και Λέγκως Κατσικογιάννη
  • Μουσείο Ιεράς Μητροπόλεως
  • Μύλος Ματσόπουλου
  • Συλλογή Αρχείων & Πάσης Φύσεως Ντοκουμέντων της Δημοτικής Φιλαρμονικής Τρικάλων

Στα Τρίκαλα (και γενικότερα στο Νομό Τρικάλων) δραστηριοποιούνται παραγωγοί αγροτικών προϊόντων που προσφέρουν υψηλή ποιότητα και απολαμβάνουν μεγάλη αναγνωρισιμότητα τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό. Τα γνωστά χωριάτικα λουκάνικα Τρικάλων, τα γαλακτοκομικά προϊόντα (όπως κασέρι και φέτα) και ο χαλβάς είναι μερικά μόνο από τα τοπικά εδέσματα που αξίζει να αγοράσει κανείς από την αγορά της πόλης. Φημισμένα είναι επίσης τα κηπευτικά και τα φρούτα του τόπου (όπως οι ντομάτες, τα καρπούζια και τα πεπόνια), καθώς και τα διάφορα είδη κρασιών και το τσίπουρο.

Δήμος Φαρκαδόνας

Αχλαδοχώρι

Σημείο αναφοράς αποτελεί ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου που βρίσκεται βόρεια του οικισμού Αχλαδοχωρίου πίσω από τον σύγχρονο ενοριακό ναό. Πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα μνημεία μιας σπάνιας αρχιτεκτονικής, σταυρεπίστεγος ναός με νάρθηκα στη δυτική πλευρά, στον Θεσσαλικό χώρο. Αποτελείται από τον βυζαντινό σταυρεπίστεγο κυρίως ναό και τις μεταγενέστερες προσθήκες στα δυτικά του, δηλαδή δυο συνεχόμενους χώρους που ο καθένας τους φέρει κατά μήκος της νότιας πλευράς ανοιχτή στοά και όλα μαζί έχουν κοινή ξυλόστεγη δίρριχτη στέγη. Σύμφωνα με την κατάταξη του Α. Ορλάνδου, για τους σταυρεπίστεγους ναούς της Ελλάδος, ο τύπος του ναού ανήκει στον τύπο Α1 που είναι και ο αρχαιότερος και ανάγεται στον 13ο και 14ο αιώνα. Ο καθηγητής Ν. Νικονάνος που μελέτησε το μνημείο και με βάση τα μορφολογικά και κατασκευαστικά στοιχεία, (η γλυπτική διακόσμηση, τα λίγα αλλά σωστά τοποθετημένα κεραμοπλαστικά κοσμήματα, η τοιχοδομία και η κυματοειδής μορφή των απολήξεων των στεγών) τοποθετεί την ανέγερσή του, στην τελευταία δεκαετία του 13ου αιώνα. Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος με μεταγενέστερες τοιχογραφίες (18ος αι.). Οι εργασίες στερέωσης – αποκατάστασης του ναού, που πραγματοποιήθηκαν άλλαξαν όλη την εικόνα του Ναού τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, συμβάλλοντας στην επαναλειτουργία του μνημείου και την ένταξή του στην πολιτιστική – τουριστική διαδρομή Λάρισα – Τρίκαλα – Μετέωρα. Μπορείτε να επισκεφθείτε τον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ο οποίος ίσως είναι των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου και το νέο ομώνυμο ναό που χτίστηκε το 1930 ο οποίος είναι τρίκλιτος με βασιλική, ξυλοστεγος μέσα στον οποίο φυλάσσεται η εικόνα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας για 4 μήνες, Δευτέρα του Πάσχα μέχρι 14η Αυγούστου και παραδίδεται στους κατοίκους της Οιχαλίας (Νεοχωρίου Τρικάλων) μέχρι το επόμενο Πάσχα, σύμφωνα με παλιό θρησκευτικό έθιμο 500 χρόνων.

Γεωργανάδες

Οι Γεωργανάδες βρίσκονται στο Νότιο τμήμα της Οιχαλίας και απέχουν από αυτή 4 χιλιόμετρα. Είναι πάνω στην Εθνική οδό και εξυπηρετούνται τακτικά από δρομολόγια του ΚΤΕΛ. Μπορείτε να επισκεφτείτε τον Άγιο Γεώργιο που είναι και πολιούχος και γιορτάζεται στις 23 Απριλίου. Μια εκδοχή είναι πως από εκεί πήρε και το όνομά του το χωριό.

Γριζάνο

Το Γριζάνο βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Κάστρο ανατολικά των Αντιχασίων στα όρια του Νομού Τρικάλων με το Νομό Λάρισας. Χωριό με πλούσια αρχαία και βυζαντινή ιστορία βρίσκεται σε ένα γραφικό τοπίο. Στο παρελθόν κεντρικό ρόλο έπαιζε το κάστρο του Γριζάνου που επόπτευε μεγάλο μέρος του κάμπου της Θεσσαλίας και προστάτευε από τους επιδρομείς, που έρχονταν τόσο από το βορρά όσο και από τη Δύση και δίκαια θεωρείται το σπουδαιότερο αμυντικό φρούριο της βυζαντινής εποχής. Υψώνεται βορειοανατολικά του χωριού, με περίμετρο πολλών χιλιομέτρων και ύψος στη βόρεια πλευρά του 7-8 μέτρα. Αποτέλεσε στρατηγικό σημείο περάσματος από Όλυμπο, Ελασσόνα προς τη δυτική Θεσσαλία. Το κάστρο του Γριζάνου περιέκλειε μεγάλη έκταση και μαζί τις πηγές του βουνού όπου υπήρχε πέτρινο μονοπάτι το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα, από το οποίο κατέβαιναν οι στρατιώτες και έπαιρναν νερό. Την περίοδο των σλάβικων επιδρομών υπήρχε μεγάλος αριθμός στρατιωτών και δόθηκαν αρκετές μάχες. Αυτό βεβαιώνεται από τους Βυζαντινούς τάφους που βρέθηκαν στη γύρω περιοχή όταν ο ελληνικός στρατός το 1912 διάνοιγε το δρόμο για να ανεβάσουν τα κανόνια από το Γριζάνο στο Μεγάλο Ελευθεροχώρι και στη συνέχεια προς την Ελασσόνα όπου δόθηκε η μάχη του Σαρανταπόρου. Οι πρόγονοι των Γριζανιτών καταμαρτυρούν ότι ο Ιουστινιανός διερχόμενος από την περιοχή, κατασκεύασε το φρούριο στο σημείο αυτό για να αντιμετωπίζονται ευκολότερα οι επιδρομές των Σλάβων. Κατασκευάστηκε το 600 μ.Χ. και διατηρήθηκε μέχρι το 14ο αιώνα. Κατά την αρχαιότητα υπήρχε γεωργοκτηνοτροφικός οικισμός και ονομαζόταν Βλύζας ή Βλύζανος από το όνομα του άρχοντα ο οποίος δημιούργησε τον οικισμό και ονομαζόταν έτσι εξαιτίας του άφθονου νερού που «βλύζει» (αναβλύζει) στους πρόποδες του βουνού. Την ύπαρξη του οικισμού καταμαρτυρούν το ύψωμα Ράχη (Μαγούλα – Ακρόπολη) όπου εκείνη την περίοδο υπήρχε αγροτικός οικισμός καθώς και τα ερείπια κοντά στις πηγές του Κάστρου. Η ονομασία του οικισμού επιβεβαιώνεται από την ανεύρεση αρχαίας επιγραφής, πιθανότατα από κάποιο κτίριο εκείνης της περιόδου, η οποία είναι τοποθετημένη ως αέτωμα στην είσοδο του ιερού ναού Αγίου Νικολάου. Οι κάτοικοι του Γριζάνου, οι Βλυζαίοι όπως λέγονταν, μαζί με τους Οιχαλείς, τους Φαρκαδόνιους και τους Φαετούς πήραν μέρος στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο του κ. Βασιλείου Μπέη η ξυλεύσεως ύλη για την κατασκευή των 30 πλοίων με τα οποία συμμετείχαν οι Θεσσαλοί μεταφέρθηκε από τα βουνά των Αντιχασίων διά μέσου του Νεοχωρίτη ποταμού και του Πηνειού στις εκβολές όπου ήταν τα ναυπηγεία της εποχής. Σημείο αναφοράς αποτελεί η παλιά εκκλησία, το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, μετόχι της μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων, βρίσκεται μόλις 300 μέτρα από το Γριζάνο και επισκευάστηκε στις αρχές του 19°ν αιώνα (1710) από τον γέρο-Λίτσιο Μιχαλάκη. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να εμποδίσουν τις εργασίες, όμως ο Άγιος Δημήτριος έδειξε το θαύμα του. Όλα τα άλογα των Τούρκων έπεσαν στο γκρεμό, χωρίς όμως να πάθουν τίποτε. Το 1894 προσαρτήθηκαν στο μοναστήρι ως μετόχια τρία άλλα γειτονικά μοναστήρια, ήτοι της Ζωοδόχου Πηγής Παναγίτσας, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Ζάρκου και της Γέννησης της Θεοτόκου Ορφανού Οιχαλίας. Το 1901 το μοναστήρι προσαρτήθηκε στη μονή Αγίου Ζάρκου μαζί με τα μοναστήρια Παναγίτσας και Οιχαλίας. Στην Κατοχή λεηλατήθηκε. Το Μοναστήρι είχε πολλά κτήματα και κυρίως αμπέλια. Στον περίβολο υπήρχε βρύση αστείρευτη. Πότε ακριβώς χτίστηκε, δεν είναι γνωστό. Η τοξωτή είσοδος του περιβόλου της μονής βρίσκεται προς Δυτικά πάνω δε από αυτή ανοίγεται τοξωτή κόγχη με φθαρμένη τοιχογραφία τον Αγίου Δημήτριου και των Αγίων Γεωργίου και Νέστορα. Αριστερά της εισόδου υπάρχει πύργος. Τα κελιά καταλαμβάνουν την βορειοδυτική και την ανατολική πλευρά της μονής. Το καθολικό είναι μονόκλιτο με προστώο στη νότια πλευρά. Έχει δύο εισόδους, μια στη δυτική και μια στην νότια πλευρά στο υπέρθυρο της οποίας είναι χαραγμένη η χρονολογία Ι710. Ψηλότερα ανοίγεται τυφλή κόγχη με τόξο διπλής καμπυλότητας και τοιχογραφία τον Αγίου Δημητρίου. Αριστερά της νότιας εισόδου υπάρχει κρήνη αποτελούμενη από τυφλό αψίδωμα στο τύμπανο του οποίου ανοίγεται τυφλή οξυκόρυφη κόγχη. Στην κόγχη τον Αγίου Βήματος υπάρχει χαμηλά κτιστό πεζούλι. Πάνω από την κόγχη ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Στο τετρατοσφαίριο της κόγχης η Πλατυτέρα με 4 προφήτες και πιο κάτω μικρογράμματη επιγραφή. Όλα τα τοιχώματα στον κυρίως ναό είναι καλυμμένα με τοιχογραφίες. Σ’ αυτές εικονίζονται Οι Θεσσαλοί Ιεράρχες – Άγιος Οικουμένιος Τρίκκης, Αχίλλειος Λαρίσης, Βησσαρίων Λαρίσης και Σεραφείμ Φαναρίου και Νεοχωρίου. Στο ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι τοποθετημένες 5 εικόνες. Σε μια απ’ αυτές ο Πρόδρομος με μικρογράμματη αφιερωματική επιγραφή την 1820 και σ’ άλλη ο Προφήτης Ηλίας με μικρογράμματη επιγραφή και πίσω από την εικόνα η χρονολογία 1820. Το ίδιο παρατηρείται και στο παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης. Ο τελευταίος καλόγερος του Μοναστηρίου αποχώρησε το 1946.

Διάσελο

Είναι το βορειότερο χωριό της Δημοτικής Ενότητας Φαρκαδόνας και έχει υψόμετρο 500μ. Παλιότερα ονομαζόταν «Πανίτσα» και το 1930 ονομάστηκε Διάσελλο. Αποτελεί δε ένα από τα μεγαλύτερα κτηνοτροφικά πάρκα του Δήμου αλλά και του νομού Τρικάλων. Μπορείτε να επισκεφθείτε τον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ναός του 1843 που δυστυχώς καταστράφηκε και αποκαταστάθηκε τα τελευταία χρόνια, τα ίχνη του αρχαίου κάστρου της Κλασσικής Ελληνιστικής Εποχής στα βόρεια του χωριού δίπλα από τον παραπόταμο του Σαρανταπόρου, ο οποίος δημιουργεί φυσικό πέρασμα προς την περιοχή Ελασσόνας και το ναό του Αγίου Νικολάου στα δυτικά της πόλης με τοιχογραφίες του 1612.

Ζάρκο

Το Ζάρκο (γνωστό και ως Ζάρκος), βρίσκεται δυτικά της Λάρισας, βορειοδυτικά της Καρδίτσας και ανατολικά των Τρικάλων. Δεσπόζει στην πεδιάδα της Θεσσαλίας, προστατευμένο από ψηλά, γυμνά βουνά. Το αρχαίο όνομα του χωριού ήταν «Φαϋττός», ονομασία που θεωρείται από κάποιους συγγραφείς παραφθορά του «Φαιστός». Πηγές αναφέρουν πως στους Βυζαντινούς χρόνους η άλλοτε πόλη των Φαϋττίων ήταν γνωστή ως «Γαρδίκι». Δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο πότε το χωριό ονομάστηκε «Ζάρκο». Για την ονομασία «Ζάρκο», οι εκδοχές είναι αρκετές και ενδιαφέρουσες. Λέγεται ότι το όνομα προέρχεται από τα πολλά ζαρκάδια που υπήρχαν παλιά στην περιοχή ή πως το όνομα προέρχεται από τοπικό ιδιωματισμό, καθώς στα ορεινά των Τρικάλων η λέξη «ζάρκο» σημαίνει «γυμνό», όπως είναι τα βουνά του. Η πιο πιθανή εκδοχή, αποδίδει το όνομα στον Σέρβο στρατηγό Κωνσταντίνο Ζάρκο Δραγάση, ηγεμόνα της επαρχίας του Αξιού και της Θεσσαλίας τον 14ο αιώνα. Η περιοχή κατοικήθηκε από παλαιότατων χρόνων. Ευρήματα δείχνουν την παρουσία ανθρώπων από την αρχαιότερη νεολιθική εποχή (6000-5000 π.Χ.). Σημαντικότατα ευρήματα για τη ζωή και τις συνήθειες των κατοίκων έφεραν στο φως οι ανασκαφές στην Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου. Προσφορά στη θεμελίωση σπιτιού (πήλινο πρόπλασμα σπιτιού με ειδώλια) και ειδώλια στο χώρο του νεκροταφείου, το παλαιότερο κανονικό, μακριά από οικισμό. Έκαιγαν τους νεκρούς και έθαβαν τα οστά μέσα σε αγγεία, με ένα μικρότερο πλάι, για κτέρισμα. Ουσιαστικά είναι το πρώτο και το πιο σημαντικό σημάδι πολιτισμού στην ευρύτερη περιοχή. Σήμερα η περιοχή του προϊστορικού οικισμού παρουσιάζεται με τη μορφή λοφίσκου ύψους περίπου 5μ. και διαμέτρου 200μ. Στην περιοχή του Ζάρκου, κοντά στο σημερινό οικισμό και στη θέση Κρύα Βρύση, εντοπίζεται η αρχαία πόλη Φαϋττός, σημαντικό κέντρο στη περιοχή, όπως δείχνουν λείψανα οχυρώσεων και ευρήματα, αλλά και φιλολογικές αναφορές. Μάλιστα το 1883, κατά τη διάρκεια ανασκαφών ήρθε στο φως μαρμάρινη επιγραφή του 48 π.Χ., ύψους 0,72 μ, πάνω στην οποία είναι γραμμένο ένα ψήφισμα της πόλης προς τον Γοργία τον Γυρτώνιο. Επίσης έχουν ανακαλυφθεί στο Ζάρκο, πάρα πολλά αρχαιολογικά ευρήματα από διάφορες χρονολογικές περιόδους. Το 1957 κατά τη διάνοιξη του υδραγωγείου του χωριού, βρέθηκε στον περίβολο τοπικής εκκλησίας πήλινο πιθάρι γεμάτο χρυσά μακεδονικά τάλαντα με την κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που χρονολογούνται γύρω στο 264 π.Χ. Τα ευρήματα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου. Το Ζάρκο απελευθερώθηκε από την τουρκική κυριαρχία το 1881 μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας. Μετά τον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1896 η περιοχή αποτέλεσε μέρος των συνόρων μεταξύ των δύο χωρών. Ακόμα και σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να δει τα δύο φυλάκια που όριζαν τα τότε σύνορα, το Ελληνικό και το Τούρκικο. Τη δεκαετία του 1950 στο χωρίο υπήρχαν 2 στρατόπεδα καθώς υπήρξε βάση του Ελληνικού Στρατού. Ο ενοριακός ναός είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι 7 εκκλησιές του Ζάρκου και ειδικότερα του Αγίου Βησσαρίωνος και του Αγίου Γεωργίου που, σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, λειτούργησαν ως κρυφά σχολειά. Η παλιά ενοριακή εκκλησία που χρονολογείται από το 16° αιώνα, λειτουργεί σήμερα ως βυζαντινό μουσείο. Στις πλαγιές της Κούτρας, 2500 μέτρα έξω από το χωριό, υπάρχει η μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Χτίστηκε κατά τον 18ο αιώνα και λειτουργούσε ως ανδρικό μοναστήρι μέχρι το 1897, όταν και καταστράφηκε από τον οθωμανικό στρατό κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων. Προ δεκαετίας ανακαινίστηκε και πλέον το μοναστήρι λειτουργεί ως γυναικείο. Το καθολικό είναι ναός αθωνικού τύπου, σταυροειδής εγγεγραμμένος, με νάρθηκα στα δυτικά. Ανήκει στην παραλλαγή των σύνθετων τετρακιόνιων και έχει επιμηκυσμένη τη δυτική κεραία του σταυρού. Στο ναό διατηρούνται τοιχογραφίες που χρονολογούνται γύρω στο 18ο αιώνα. Ακόμη, υπάρχει ξυλόγλυπτο τέμπλο και φορητές εικόνες οι οποίες ανάγονται στον 17ο αιώνα.

Κεραμίδι

Το Κεραμίδι είναι χτισμένο στη συμβολή των ποταμών Ενιπέα και Πηνειού, και είναι το μοναδικό χωριό του δήμου Φαρκαδόνας που βρίσκεται στην αντίπερα όχθη του ποταμού Πηνειού στα όρια του δήμου με το νομό Καρδίτσας. Δημιουργήθηκε το 1850-1870 από τους κατοίκους του άλλοτε συνοικισμού «Δουβλατάνι» Καρδίτσας. Το Δουβλατάνι αποτελεί χειμαδιό λιβάδι των κτηνοτρόφων. Έγινε κοινότητα το  1912. Το όνομα το πήρε γιατί στην περιοχή έφτιαχναν κεραμίδια. Οι κάτοικοι τιμούν με λαμπρό πανηγύρι τη μνήμη του Αγίου Χαραλάμπου, που είναι και ο προστάτης τους. Κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Μεγάλο γεφύρι του Κεραμιδίου γνωστό στην περιοχή και ως Παλιογέφυρο, βρίσκεται στην έξοδο του χωριού προς το νότο. Γεφυρώνει τον ποταμό Ενιπέα και εξυπηρετούσε τη συγκοινωνία με την Καρδίτσα και τη Λάρισα. Σήμερα δεν χρησιμοποιείται. Δεν είναι γνωστό πότε κατασκευάστηκε, αλλά πιθανολογείται μεταξύ 13ου και 16ου αιώνα. Αρχικά είχε 4 τόξα, αλλά σήμερα απέμειναν 3, μετά την ανατίναξή του αριστερού τόξου που ήταν το μεγαλύτερο, από τους Γερμανούς το 1941. Τα τόξα είναι ημικυκλικά με δύο ανακουφιστικά ανοίγματα στα βάθρα. Το δεξιό βάθρο στηρίζεται σε βράχο ενώ τα άλλα θεμελιώθηκαν στο χώμα. Το μεγαλύτερο τόξο είναι το μεσαίο, με άνοιγμα 8,6 μ. και ύψος 6,2 μ. Τα άλλα δύο έχουν άνοιγμα 7,2 μ. και ύψος 5,9 μ. Το συνολικό μήκος του είναι 40 μ. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε ασβεστόλιθος από τους γειτονικούς λόφους. Το γεφύρι του Αλή-Εφένδη, όπως είναι γνωστό, βρίσκεται πριν από το χωριό όπως ερχόμαστε από την Φαρκαδόνα δεξιά της τσιμεντένιας γέφυρας, στη θέση «Βαζούρια». Γεφυρώνει παραπόταμο του Πηνειού, δίπλα από τον ποταμό Ενιπέα. Εξυπηρετούσε τη συγκοινωνία των χωριών της Καρδίτσας με τη Φαρκαδόνα και τη Λάρισα. Σήμερα δεν χρησιμοποιείται. Χτίστηκε στην εποχή της τουρκοκρατίας, σε άγνωστη χρονολογία. Είναι το μοναδικό πεντάτοξο γεφύρι που σώζεται ολόκληρο, στον νομό Τρικάλων. Τα τόξα του ημικυκλικά και έχουν όλα άνοιγμα 4 μ. και ύψος 2 μ. Το συνολικό μήκος του γεφυριού είναι 32 μ. Το κατάστρωμα του είναι καλυμμένο με χώμα και αγριόχορτα. Κατασκευάστηκε με λευκό ασβεστόλιθο της περιοχής.

Κλοκωτός

Ο Κλοκωτός βρίσκεται 7 χλμ. Νότια της Οιχαλίας, λίγα μόλις χιλιόμετρα από τους Γεωργανάδες και σε άμεση θέα και πρόσβαση από την εθνική οδό Τρικάλων – Λάρισας. Μπορείτε να επισκεφτείτε τον Άγιο Αθανάσιο πολιούχο του χωριού που εορτάζεται στις 2 Μαΐου.

Κρήνη

Γεωγραφικά, η Κρήνη Τρικάλων εκτείνεται στα ανατολικά του Νομού Τρικάλων και ειδικότερα στο 25ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Τρικάλων-Λάρισας, σε απόσταση 5 χιλιομέτρων από την Εθνική Οδό. Η συνολική έκταση του χωριού είναι 18.000 στρέμματα και έχει υψόμετρο 130 μέτρα. Συνορεύει ανατολικά με το Γριζάνο, δυτικά με την Οιχαλία, νότια με τον Κλοκοτό, νοτιοανατολικά με τη Φαρκαδόνα και βόρεια με το Αχλαδοχώρι. Πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα κατοικίσιμα χωριά του δήμου Φαρκαδόνας. Το χωριό πρέπει να έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα καθώς αυτό μαρτυρούν τα διάφορα αρχαία ευρήματα που ανασύρονταν στο παρελθόν από τους γεωργούς κατά τη διάρκεια του οργώματος. Είναι σίγουρο πως το χωριό υπήρχε και τη βυζαντινή εποχή, γεγονός που επιβεβαιώνει και η ύπαρξη του βυζαντινού Ναού του Αγίου Νικολάου, ο οποίος κατά τις έρευνες υπολογίζεται ότι χτίστηκε το 1270 μ.Χ. τουλάχιστον. Σημαντικότερες της χρονολογίας κτίσεως του ναού έχουν χαρακτηριστεί οι εικονογραφίες του και γενικότερα ο εσωτερικός του διάκοσμος, με την εικόνα του θαύματος του Αγίου Ευσταθίου να είναι η μοναδική που διασώζεται Πανελλαδικά. Κατά την Οθωμανική απογραφή του 1454-1455 μ.Χ.,η Κρήνη αναφερόταν στις τούρκικες απογραφές ως Βοστίδι που στα Σλάβικα σημαίνει οπωροφόρος τόπος, ήταν καταγεγραμμένη ως Κεφαλοχώρι και είχαν απογραφεί πληθυσμιακά 99 οικογένειες. Εκτός από το Βυζαντινό Ναό του Αγίου Νικολάου, η Κρήνη είναι μεστή από εκκλησίες και παρεκκλήσια. Σύντομα μπορούν να απαριθμηθούν: ο Ενοριακός Ναός των Αγίων Θεοδώρων που χτίστηκε το 1731 μ.Χ., το εξωκλήσι των Αγίων Αναργύρων ( το οποίο και εορτάζεται την 1η Ιουλίου στο πανηγύρι του χωριού), η εκκλησία της Παναγίας, του Αγίου Αθανασίου και της Αγίας Αικατερίνης. Η Κρήνη περιβάλλεται από λόφους που δημιουργούν ένα φυσικό φρούριο προστατεύοντάς την από τους ψυχρούς χειμωνιάτικους βοριάδες και από το ζεστό καλοκαιρινό ήλιο. Στον περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, που βρίσκεται σ’ ένα λόφο ανατολικά της Κρήνης, υπάρχει εδώ και κάποια χρόνια ένα άνετο πάρκο με πανοραμική θέα τόσο του χωριού όσο και του κάμπου και στο οποίο μπορεί κάποιος να αναζητήσει λίγες στιγμές χαλάρωσης και ηρεμίας. Στην ανατολική είσοδο του χωριού και ακριβώς κάτω από το ροδώνα του Αγίου Νικολάου βρίσκεται η τοποθεσία «Πλάτανος» και η οποία οφείλει την ονομασία της σ’ έναν αιωνόβιο πλάτανο που υπήρχε εκεί μέχρι πριν από κάποια χρόνια. Στο ίδιο σημείο βρίσκεται και μια πετρόχτιστη βρύση με τρεχούμενο γάργαρο και πόσιμο νερό προερχόμενο από την υπόγεια πηγή του Ναού του Αγίου Νικολάου. Η βρύση, σε συνδυασμό με τα πλατάνια που την περιβάλλουν, δημιουργούν μια όαση δροσιάς και αναζωογόνησης στις καυτές ημέρες του καλοκαιριού. Από εκεί μπορεί κανείς να αγναντέψει όλο τον κάμπο της Κρήνης και αν η ατμόσφαιρα το επιτρέπει, μπορεί να δει ακόμη και τη Φαρκαδόνα, η οποία απέχει 12 χιλιόμετρα μακριά. Στο νότιο τμήμα απλώνεται ο κάμπος της Κρήνης συνολικής έκτασης 8.000 στρεμμάτων. Οι κάτοικοί της Κρήνης ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, που είναι η βασικότερη πηγή εσόδων τους. Στην Κρήνη δραστηριοποιείται και Πολιτιστικός Σύλλογος που απαριθμεί 200 μέλη, κυρίως νέους, και είναι ένας από τους πιο δραστήριους στην περιοχή.Ο πληθυσμός του χωριού σύμφωνα με την απογραφή του 2011 ανέρχεται στους 733 κατοίκους. Μπορείτε να επισκεφτείτε τους Αγίους Θοδώρους τους πολυούχους του χωριού, το Βυζαντινό Ναό του Αγίου Νικολάου 1270 μ.Χ. και το δάσος των Ροδιών.

Οιχαλία

Η Οιχαλία (παλιότερη ονομασία Νεοχώρι) είναι το μεγαλύτερο διαμέρισμα πληθυσμιακά. Βρίσκεται στο 21ο χλμ. της Ε.Ο. Τρικάλων – Λάρισας. Απέχει από τα Τρίκαλα 21χλμ. και από τη Λάρισα 40χλμ. Η Οιχαλία που το όνομά της αναφέρεται από την εποχή του Ομήρου γύρω στα 1200 π.Χ. με γνωστότερο βασιλιά της τον Εύρητο, πήρε επίσημα το όνομά της το 1981 ως κοινότητα Οιχαλίας και από το 1995 έγινε Δήμος. Στη συνέχεια συνενώθηκαν μαζί της η Κρήνη που βρίσκεται ανατολικά της, το Πετρωτό από Δυτικά της και ο Κλοκωτός και οι Γεωργανάδες που βρίσκονται Νότια, αποτελώντας τον Δήμο Οιχαλίας Τρικάλων. Τελικά ενσωματώθηκε στον ευρύτερο Δήμο Φαρκαδόνας. Η οικονομία του χωριού ήταν κατεξοχήν αγροτική και κτηνοτροφική γι’ αυτό το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων μετανάστευσε στο εξωτερικό. Μπορείτε να επισκεφτείτε τον Άγιο Νικόλαο που είναι Πολιούχος Άγιος και εορτάζεται κάθε 6η Δεκεμβρίου, την Ιερά Μονή Ορφανού όπου εορτάζονται τα Γενέθλια της Θεοτόκου και στο διήμερο 7-8 Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο γίνεται πανηγύρι.

Παναγίτσα

Είναι χτισμένη ΒΔ της Φαρκαδόνας και έχει υψόμετρο 110μ. Άλλοτε λεγόταν και «Τσιότι». Πήρε το όνομα του από την Παναγία γιατί σε απόσταση 1500μ. βρίσκεται το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής. Μπορείτε να επισκεφθείτε την Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής, (1761 μ.Χ.) που είναι χτισμένη σε ένα ειδυλλιακό τοπίο της οροσειράς των Αντιχασίων και σώζεται μόνο το καθολικό ενώ τα κελιά και οι άλλες μοναστηριακές εγκαταστάσεις κάηκαν το 1949, τους Ιερούς Ναούς του Αγίου Δημητρίου (1880) και του Αγίου Νικολάου και τον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής που χρονολογικά τοποθετείται στο 13ο αιώνα με αρχιτεκτονικά στοιχεία των παλαιοχριστιανικών χρόνων.

Πετρόπορος

Το χωριό Πετρόπορος είναι χτισμένο λίγο πιο νότια από τα ερείπια των δύο πόλεων Πέλιννας και Γαρδικίου. Ονομάστηκε έτσι διότι πριν από χρόνια, όταν δεν υπήρχε ο σημερινός αμαξωτός δρόμος Τρικάλων – Λαρίσης, οι ταξιδιώτες περνούσαν τα νερά της Βούλας, λόγω ελλείψεως γεφυρών, από πόρους στρωμένους με πέτρες ώστε να μη βουλιάζουν. Η αρχική του θέση ήταν περίπου 4 χλμ. ακόμη πιο νότια, στην περιοχή Καρακαμτσί. Αργότερα αναπτύχθηκε και επεκτάθηκε στην τοποθεσία Παλιοχώρι, όπου σήμερα βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου και το κοιμητήριο του χωριού. Το 1920 μεταφέρθηκε στη σημερινή θέση, διότι ο παλιός οικισμός καταστράφηκε λόγω πλημμυρών. Σήμερα οι περισσότεροι από τους κατοίκους του ασχολούνται με τη γεωργία. Ένας μικρός αριθμός ασχολείται με την κτηνοτροφία.

Πετρωτό

Το Πετρωτό βρίσκεται 2 χλμ. Νοτιοδυτικά της Οιχαλίας, στην ανατολική πλευρά του Άη Λια. Έχει άμεση πρόσβαση προς την Εθνική οδό Τρικάλων – Λάρισας και συνδέεται απευθείας με την Οιχαλία. Μπορείτε να επισκεφτείτε το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου το οποίο βρίσκεται 2χλμ. βορείως του οικισμού, το ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου και το ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου το οποίο γιορτάζει στις 26/10. Οι Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη είναι προστάτες του χωριού και γιορτάζονται στις 21 Μαΐου.

Πηνειάδα

Έγινε αυτοτελής κοινότητα το 1948 και έχει υψόμετρο 100μ. Το όνομά της το αποκτά το 1945 και το οφείλει στον Πηνειό ποταμό που περνά κάθετα και νότια του οικισμού. Μπορείτε να επισκεφθείτε την αρχαία πόλη Άτραξ με ιστορία από τον 5ο αιώνα. Από την άλλοτε ακμάζουσα πόλη σώζονται σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση αρχαία και βυζαντινά τείχη, τα οποία με την διάνοιξη κατάλληλης οδού μπορεί να γίνουν επισκέψιμα.

Ταξιάρχες

Ταξιάρχες Τρικάλων (παλαιότερη ονομασία Κριτσίνι) είναι οικισμός του νομού Τρικάλων. Ο πληθυσμός του ήταν το 2001, 991 κατοίκους και το 2011, 902 κατοίκους. Το όνομα Ταξιάρχες το έχει από το 1963. Από το 1912, το Κριτσίνι είχε αποσπαστεί από δήμο Παραληθαίων και είχε οριστεί έδρα της κοινότητας Κριτσινίου. Το 1997 ορίστηκε ως έδρα του δήμου Πελινναίων. Μπορείτε να επισκεφθείτε τον Ιερό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ, που αποτελεί παραλλαγή του Βυζαντινού τύπου και ανακαινίσθηκε το 1625 και ιστορήθηκε από τον Τρικαλινό αγιογράφο Δημήτριο το 1635.

Φανερωμένη

Η Φανερωμένη είναι ένα χωριό πεδινό στο νομό Τρικάλων στη Θεσσαλία, που απέχει 10 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νομού, Τρίκαλα. Το χωριό περιτριγυρίζεται από μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και ο πληθυσμός του ανέρχεται σε περίπου 800 μόνιμους κατοίκους, το 90% των οποίων ασχολείται με τη γεωργία. Η ρυμοτόμηση της περιοχής είναι ενταγμένη σε σχέδιο πόλης με ασφαλτοστρωμένους δρόμους και δομημένα τετράγωνα μέσα στο πράσινο. Στα περίπου 500 μέτρα από την πλατεία του χωριού διέρχεται ο ποταμός Ληθαίος, ο οποίος πηγάζει από τα Χάσια και εκβάλλει στο Νομό Λαρίσης. Επίσης σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από την πλατεία του χωριού διέρχεται ο ποταμός Πηνειός με την ίδια περίπου διαδρομή. Τα ποτάμια αυτά αποτελούν σπουδαίο παράγοντα για την αρδευτική κάλυψη των περιοχών Τρικάλων, Καρδίτσας και Λάρισας όπου και διέρχονται.

Φαρκαδόνα

Η Φαρκαδόνα βρίσκεται νοτιοανατολικά του νομού των Τρικάλων, στο τελευταίο άκρο του που συνορεύει με τους νομούς Καρδίτσας και Λάρισας. Είναι χτισμένη στα ριζά του βουνού Ακαμάτη (υψ. 452μ.) που αποτελεί τελευταία κατάληξη των Αντιχασίων. Βρίσκεται σχεδόν στη μέση της Εθνικής οδού Τρικάλων-Λάρισας και πολύ κοντά στις εκβολές του ποταμού Πηνειού. Ο σημερινός οικισμός της Φαρκαδόνας μνημονεύεται για πρώτη φορά την περίοδο της Τουρκοκρατίας με το όνομα Τζιγότι. Ο χρόνος ίδρυσής του δεν είναι γνωστός, ωστόσο αναφέρεται σε απογραφή του 1485, οπότε συμπεραίνουμε ότι ιδρύθηκε πριν από αυτό το έτος. Γνωστότερη μέχρι σήμερα είναι η ονομασία Τσιότι που αν αναλυθεί, χωρίζεται σε δύο μέρη τσι και οτ που σημαίνουν στα τούρκικα χλωρό χορτάρι. Μπορείτε να επισκεφτείτε: τον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, την αρχαία πόλη της Φαρκαδόνας, το ναό του Απόλλωνα και το ναό του Αγίου Νικολάου στα δυτικά της πόλης με τοιχογραφίες του 1612.

Ξενοδοχεία

error: Content is protected !!
You don't have permission to register