Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr
Νομός Μαγνησίας χωριά

Χωριά στο Νομό Μαγνησίας

Πόλεις & Χωριά στο Νομό Μαγνησίας

Αγία Κυριακή

Η Αγία Κυριακή είναι παραθαλάσσιο χωριό που βρίσκεται στο απώτατο νότιο τμήμα του νομού Μαγνησίας, σε θέση που βλέπει στο Δίαυλο Τρικερίου. Στην ουσία αποτελεί το επίνειο του Τρικερίου καθώς και όλης της περιοχής. Αξιοθέατα του χωριού είναι το λιμάνι και το φημισμένο καρνάγιο του χωριού, όπου ναυπηγούνται και επισκευάζονται με αριστοτεχνικό τρόπο διάφορα σκάφη, η εκκλησία της Αγίας Κυριακής και η παραλία του Μύλου στα δυτικά του χωριού. Η Αγία Κυριακή συνδέεται με το Τρίκερι, μέσω ενός πλακόστρωτου μονοπατιού (καλντερίμι), από τα ομορφότερα της περιοχής. Στις 6-7 Ιουλίου πραγματοποιείται γιορτή και πανηγύρι στην ομώνυμη εκκλησία του χωριού. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Άγιοι Θεόδωροι

Οι Άγιοι Θεόδωροι βρίσκονται πολύ κοντά στα όρια του νομού Φθιώτιδας. Το χωριό χτίστηκε το 1867 πάνω σ’ ένα λόφο με υψόμετρο 180 μέτρα και έχει θέα προς τη θάλασσα. Οι Άγιοι Θεόδωροι έχουν πολλούς ελαιώνες και ένα μεγάλο ελαιοτριβείο. Ακόμη, το χωριό έχει δυο εκκλησίες, τον Άγιο Παντελεήμονα και τους Αγίους Θεοδώρους, από τους οποίους πήρε και το όνομά του. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Άγιος Γεώργιος Νηλείας

Ένα από τα γραφικότερα χωριά του Πηλίου, χτισμένο ανάμεσα σε δύο ράχες, με υπέροχη θέα τον Παγασητικό κόλπο. Το κάθε τι στο χωριό είναι φτιαγμένο με γούστο και μεράκι, από ανθρώπους που τιμούν την αρχιτεκτονική μας παράδοση, δίνοντας μια ξεχωριστή έννοια στη λέξη «διακοπές». Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου και το Εκκλησιαστικό του Μουσείο, η Μονή Ταξιαρχών και το Μουσείο Τέχνης του γλύπτη Νικόλα. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Θεσσαλίας)

Άγιος Γεώργιος Φερών

Ο Άγιος Γεώργιος Φερών είναι ένα χωριό χτισμένο σε υψόμετρο 113 μέτρων. Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Κατά τον 4ο αιώνα π.χ. το χωριό είχε την ονομασία Μικρά Φερά, όντας οικισμός της αρχαίας Θεσσαλικής πόλης Φερές (Φεραί). Στη νοτιοδυτική πλευρά του χωριού και σε απόσταση των 300 μέτρων από την κεντρική πλατεία του χωριού δεσπόζει ο ιστορικός Ναός του Αγίου Γεωργίου Φερών. Ο Ναός βρίσκεται εντός οικοπέδου εκτάσεως 5 στρεμμάτων και είναι περιφραγμένος από λιθόκτιστο περίβολο, εντός του οποίου βρίσκεται το Κοιμητήριο της ενορίας, το οστεοφυλάκιο, διάφοροι βοηθητικοί χώροι και το Ενοριακό Πνευματικό Κέντρο της ενορίας. Ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Φερρών είναι ρυθμού Βασιλική Τρίκλιτη και έχει χτιστεί περί το 1802 μ.Χ. Στο νότιο και βόρειο μέρος βρίσκεται ο Νάρθηκας και το παρεκκλήσιο του Αγίου Βησσαρίωνος. Ο Ναός χωρίζεται σε τρία μέρη. Το Ιερό Βήμα, τον κυρίως Ναό και τον γυναικωνίτη. Το Ιερό Βήμα χωρίζεται από τον κυρίως Ναό με λιθόκτιστο τέμπλο, που κοσμείται με γύψινες περίτεχνες προσθήκες. Οι Εικόνες του τέμπλου είναι Αναγεννησιακού ρυθμού, από αδελφότητα μοναχών στο Άγιο Όρος περί του 1915. Στον κυρίως Ναό βρίσκεται το Επιτροπικό παγκάρι, ξυλόγλυπτο, το ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι με την μεγάλη φορητή εικόνα του Αγίου Γεωργίου, αγιογραφημένη στο Άγιο Όρος το 1915. Στο κέντρο βρίσκεται ο ξυλόγλυπτος Δεσποτικός Θρόνος και δεξιά το ενοριακό κέντρο. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Άγιος Δημήτριος

Ο Άγιος Δημήτριος είναι ένα χωριό χτισμένο στη πλαγιά του βουνού και ξεδιπλώνεται μπροστά στο Αιγαίο. Το χωριό έχει απεριόριστη θέα στη θάλασσα και η απόστασή του από τις παραλίες του Αγίου Ιωάννη, του Παπά Νερό και της Πλάκας είναι μόλις 6 -7 χιλ. Στον Άγιο Δημήτριο ανήκει ο δημοφιλέστερος καλοκαιρινός προορισμός του Ανατολικού Πηλίου ο παραθαλάσσιος οικισμός του Αγίου Ιωάννη. Έχει υψόμετρο 300 μέτρα. Το χωριό οφείλει την ονομασία του στο ομώνυμο μοναστήρι που υπήρχε παλιότερα στη σημερινή θέση του επίσης ομώνυμου μητροπολιτικού ναού. Στο χωριό υπήρχαν παλιότερα μετόχια που ανήκαν σε μοναστήρια του Αγίου Όρους. Ο Άγιος Δημήτριος αρχικά ήταν συνοικία του Κισσού και σε αυτόν υπήρχαν πολλά καλύβια Κισσωτών, οι οποίοι διέμεναν εκεί κατά την περίοδο που μάζευαν τις ελιές. Ο Άγιος Δημήτριος αποτελεί ένα ιδανικό προορισμό για όλες τις εποχές του χρόνου, καθώς βρίσκεται κοντά στις παραλίες της περιοχής αλλά και στο χιονοδρομικό κέντρο των Χανίων. Οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν την πανοραμική του θέα σε βουνό και θάλασσα, την φιλόξενη και άνετη διαμονή στους παραδοσιακούς ξενώνες, οι οποίοι διαθέτουν όλες τις σύγχρονες ανέσεις. Αποτελεί μοναδικό προορισμό και για τους λάτρεις της φύσης που αγαπούν την πεζοπορία, καθώς το χωριό φημίζεται για τα λιθόστρωτα καλντερίμια του, που διασχίζουν τις κατάφυτες γειτονιές του χωριού και οδηγούν στις πανέμορφες πλατείες και στα ξωκλήσια. Οι επισκέπτες αξίζει να επισκεφτούν την πλατεία του Αγίου Δημητρίου στην οποία υπάρχει ο ομώνυμος ναός. Σε μικρή απόσταση από εκεί βρίσκεται ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, στον προαύλιο χώρο του οποίου υπάρχει μια πανέμορφη πλατεία κατάφυτη με δέντρα και λουλούδια. Αγαπημένη θέση του χωριού αποτελεί η πλατεία της Ξυρόβρυσης, η οποία πλαισιώνεται από πέντε επιβλητικούς πλάτανους και έχει εκπληκτική θέα. Εκεί δεν περνά απαρατήρητη η μεγάλη μαρμάρινη βρύση με τα κρυστάλλινα νερά. Πηγαίνοντας κανείς στην πλατεία της Ξυρόβρυσης μπορεί να απολαύσει μία καταπληκτική διαδρομή στη φύση ακολουθώντας το μονοπάτι που οδηγεί στο ξωκλήσι του Αη Γιάννη του Θεολόγου, στη θέση «Καραβιού Ράχη», το οποίο γιορτάζει στις 8 Μαΐου οπότε και διεξάγεται λαϊκό πανηγύρι κατά το οποίο αναβιώνουν παλιά έθιμα του χωριού. Επιπλέον ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ναός του Αγίου Γεωργίου. Πρόκειται για μια μικρή μονόκλιτη βασιλική, που χτίστηκε το 1809 και την κοσμούν οι εξαίσιες τοιχογραφίες του Παγώνη. Επίσης, το εξωκλήσι της Παναγίτσας χτισμένο από το 1608 πιθανόν στη θέση αρχαίου βωμού, με το υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο και την ενδιαφέρουσα παράσταση στην Αγία Τράπεζα των δύο Κριαριών. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Ζαγοράς – Μουρεσίου)

Άγιος Δημήτριος Αλμυρού

Ο οικισμός είναι γεμάτος από μικρές γραφικές παραλίες, που το καλοκαίρι πλημμυρίζουν από επισκέπτες. Η περιοχή αποτελεί ιδανικό τόπο για ερασιτέχνες ψαράδες και λάτρεις της φύσης. Την είσοδο στον κόλπο του Αγίου Δημητρίου «φυλάττουν» 2 νησάκια. Το μεγαλύτερο ονομάζεται Αργυρόνησος, ενώ ανάμεσα σ’ αυτό και στη στεριά υπάρχει ένα μικρότερο. Σύμφωνα με το Στράβωνα, αυτά τα 2 νησάκια στην αρχαιότητα ονομαζόταν Πύρρα και Δευκαλίωv. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Θεσσαλίας)

Άγιος Ιωάννης

Ο Άγιος Ιωάννης αποτελεί αναμφισβήτητα το δημοφιλέστερο καλοκαιρινό τουριστικό προορισμό του Ανατολικού Πηλίου. Σε αυτό συντελούν η γεωγραφική του θέση, η απαράμιλλη φυσική ομορφιά του, τα πεντακάθαρα νερά του Αιγαίου, η υπέροχη παραλία του, το πανέμορφο και ιστορικό λιμανάκι, αλλά και οι σύγχρονες υποδομές του. Φτάνοντας κανείς στον Άγιο Ιωάννη διασχίζοντας τη περιφερειακή οδό συναντά το ποτάμι που χωρίζει τον Άγιο Ιωάννη από το Μούρεσι. Εκεί υπάρχει η παλιά ξύλινη γέφυρα του Ροβοάμ, ενώ σε χαμηλότερο σημείο, εκεί όπου το ποτάμι εκβάλλει στη θάλασσα υπάρχει η καινούρια τοξωτή πεζογέφυρα όπου ενώνει τον Άγιο Ιωάννη με την παραλία του Παπά Νερό. Από το μεγάλο χώρο στάθμευσης μπαίνοντας στον Άγιο Ιωάννη ξεκινά η παραλιακή οδός του οικισμού όπου από τη μια πλευρά εκτείνεται η πανέμορφη και μεγάλη σε μήκος παραλία και από την άλλη οι τουριστικές επιχειρήσεις της περιοχής. Η παραλιακή οδός καταλήγει στο λιμάνι, από όπου υπάρχει ένα μονοπάτι που οδηγεί στην παραλία της Πλάκας. Η παραλία του Αγίου Ιωάννη με την υπέροχη αμμουδιά και τα υπέροχα νερά του Αιγαίου είναι οργανωμένη και έχει βραβευθεί με γαλάζια σημαία. Λόγω της έκτασής της ενδείκνυται τόσο για κολύμπι όσο και για άλλα θαλάσσια σπορ. Κολυμπώντας στα υπέροχα νερά οι επισκέπτες έχουν την δυνατότητα να απολαύσουν την υπέροχη θέα της θάλασσας αλλά και του βουνού! Το λιμανάκι του Αγίου Ιωάννη υπήρξε σημαντικής σημασίας στα παλιότερα χρόνια, καθώς αποτελούσε εμπορικό κέντρο της περιοχής. Από αυτό διοχετεύονταν τα προϊόντα της ευρύτερης περιοχής στη Σμύρνη, στην Αλεξάνδρεια, στην Κύπρο, στην Κωνσταντινούπολη. Το λιμάνι έχει επισκευαστεί κατά καιρούς αρκετές φορές, ενώ μέχρι πριν λίγα χρόνια εξυπηρετούσε την ακτοπλοϊκή σύνδεση με τις Σποράδες, τη Χαλκιδική και τη Θεσσαλονίκη. Σήμερα αποτελεί αγκυροβόλι καϊκιών, βαρκών και σκαφών ντόπιων και ξένων. Από εκεί υπάρχει η δυνατότητα στους τουρίστες να νοικιάσουν κάποιο σκάφος ώστε να ταξιδέψουν δια θαλάσσης στις κοντινές παραλίες ή στις υποθαλάσσιες σπηλιές της περιοχής. Στον Άγιο Ιωάννη υπάρχει ο Ναός της Αναλήψεως του Κυρίου, με την κατάφυση πλατεία, στην οποία κάθε χρόνο λαμβάνουν χώρα διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, εκθέσεις βιβλίων κ.α. Ο Άγιος Ιωάννης με την απαράμιλλη φυσική ομορφιά του και τις προηγμένες τουριστικές υποδομές του μπορεί να ικανοποιήσει όλες τις προσδοκίες και τις απαιτήσεις των τουριστών κάθε ηλικίας. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Ζαγοράς – Μουρεσίου)

Άγιος Λαυρέντιος

Ο Άγιος Λαυρέντιος βρίσκεται χτισμένος στις νότιες πλαγιές του Πηλίου σε υψόμετρο 600 μέτρων. Κοντά στο χωριό ρέει ο χείμαρρος Βρύχωνας. Το χωριό οφείλει την ονομασία του στη Μονή του Αγίου Λαυρεντίου, που χτίστηκε από ρωμαιοκαθολικούς βενεδικτίνους μοναχούς (τους Αμαλφινούς) κατά την περίοδο των Σταυροφοριών (11ος αι.). Το μοναστήρι αργότερα εγκαταλείφθηκε για να χτιστεί εκ νέου ως ορθόδοξη μονή από τον όσιο Λαυρέντιο τον Τραπεζούντιο, μοναχό από τη Μεγίστη Λαύρα του Αγίου Όρους. Η ανακατασκευή του μοναστηριού ολοκληρώθηκε το 1378, με την οικονομική βοήθεια του βυζαντινού αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’ Κομνηνού. Σήμερα η Μονή του Αγίου Λαυρεντίου, που βρίσκεται λίγο έξω από το χωριό, αποτελεί γυναικείο κοινόβιο. Την εποχή που ανακατασκευάστηκε η Μονή του Αγίου Λαυρεντίου, το 14ο αι., τότε άρχισε να κατοικείται και το χωριό. Η τοποθεσία του χωριού και η σχετική αυτονομία της περιοχής από κεντρικές εξουσίες οδήγησε σε ανάπτυξη της γεωργίας, της βιοτεχνίας και του εμπορίου. Έτσι, στους μετέπειτα αιώνες, με την έλευση και άλλων νέων κατοίκων -Ηπειρωτών, Βλάχων και νησιωτών- και με την ανάπτυξη της γεωργίας και του εμπορίου, το χωριό του Αγίου Λαυρεντίου μεγάλωσε πολύ, για να φτάσει σε περίοδο ακμής από τα τέλη του 17ου αι. έως τα μέσα του 19ου αι. Οι Αγιολαυρεντίτες καλλιεργούσαν ελιές και οπωροφόρα στις πλαγιές κάτω από το χωριό τους έως τον κάμπο μεταξύ Αγριάς και Λεχωνίων, ενώ το εμπόριο της ελιάς προς όλα τα Βαλκάνια και τις Παραδουνάβιες περιοχές απέφερε μεγάλα κέρδη. Σήμερα, ο Άγιος Λαυρέντιος παραμένει ένα από τα κεφαλοχώρια του Πηλίου. Οι κάτοικοι του χωριού εξακολουθούν να ζουν από τη γεωργία, ενώ σημαντική πηγή εσόδων αποτελεί και ο τουρισμός. Το χωριό διατηρεί πλούσια την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του με πολλές εκκλησίες, αρχοντικά, πλατείες, βρύσες και λιθόστρωτους δρόμους (καλντερίμια). Εκτός από τη Μονή του Αγίου Λαυρεντίου, ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το ξωκλήσι της Παναγίας Σουραβλού (αφιερωμένο στην Ζωοδόχο Πηγή), τον Άγιο Αθανάσιο (1777) και τον Άγιο Δημήτριο (1730) στην κεντρική πλατεία. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Αερινό

Το Αερινό είναι χτισμένο σε χαμηλό οροπέδιο, κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής Βόλου-Καλαμπάκας, με νότιο προσανατολισμό και αποτελείται από δύο μεγάλους συνοικισμούς: τον προσφυγικό οικισμό (μετά το 1922) στα ανατολικά του Ιερού Ναού του Αγίου Αποστόλου Θωμά και τον προϋπάρχοντα οικισμό (των «ντόπιων») στα βορειοδυτικά του Ναού. Το χειμώνα το κρύο είναι τσουχτερό και η ομίχλη πολύ συχνό φαινόμενο. Το καλοκαίρι η ζέστη μετριάζεται από δροσερά ρεύματα αέρα (εξ’ ου και το όνομα του χωριού, που αποτελεί νεότερη ονομασία από τα τέλη του 19ου αι, ενώ η παλαιότερη ονομασία του ήταν Περσουφλί ή Περτσοφλί.). Οι κάτοικοι ασχολούνται με την αγροτική οικονομία, ενώ η γειτνίαση με το αστικό κέντρο του Βόλου διευκολύνει την επαγγελματική ενασχόληση των κατοίκων με εμπορικές και άλλες δραστηριότητες. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Άλλη Μεριά

Η Άλλη Μεριά είναι χτισμένη σε υψόμετρο 160 μέτρα στους πρόποδες του Πηλίου και έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για την προέλευση του ονόματος. Η δημοφιλέστερη είναι ότι βρίσκεται απέναντι (από την άλλη μεριά) του Άνω Βόλου. Επίσης, μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι ήταν ο «μεριάς» (βοσκότοπος) του Αλή. H Άλλη Μεριά δημιουργήθηκε από τους κατοίκους της Δημητριάδας το 15ο αιώνα (1426-1440 μ.Χ.), οι οποίοι εγκατέλειψαν την παλιά τους κατοικία λόγω του φόβου επιθέσεων πειρατών. Στην Άλλη Μεριά εγκαταστάθηκαν κτηνοτρόφοι, καθώς εκεί βρίσκονταν βοσκότοποι. Στην Άλλη Μεριά εγκαταστάθηκαν Βλάχοι στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα και δημιούργησαν τη δική τους συνοικία, τον Βλαχομαχαλά. Οι Βλάχοι αρχικά ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και στην συνέχεια με τη μεταφορά εμπορικών και γεωργικών προϊόντων. Στις αρχές του 20ου αιώνα οι κάτοικοι της περιοχής ήταν γεωργοί, κτηματίες, αγωγιάτες, κτηνοτρόφοι και χτίστες. Στην κεντρική πλατεία του χωριού βρίσκεται ο ναός του Αγίου Αθανασίου και μια μαρμάρινη βρύση. Από τα σπίτια του χωριού, ο ξενώνας Στάμου Στούρνα έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο κτίριο. Χτίστηκε την περίοδο 1850-1861 από τον Αιγυπτιώτη Ιωάννη Χατζηαργύρη και είναι χτισμένο σε νεοκλασικό ρυθμό. Επίσης, το Αρχοντικό Χατζηαργύρη έχει χαρακτηριστεί ως έργο τέχνης διότι αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Επίσης, στο χωριό βρίσκεται ο Φούρνος του Βελέντζα, όπου βρίσκονται τοιχογραφίες από τον Θεόφιλο. Ο φούρνος χτίστηκε το 1897, σύμφωνα με χρονολογία που είναι χαραγμένη στη γρυπίδα, και λειτουργούσε ως φούρνος, μπακάλικο και κρασοπωλείο. Το εσωτερικό του κτιρίου διακοσμήθηκε από τον Θεόφιλο το 1910 με εννέα ενεπίγραφες τοιχογραφίες. Στην Άλλη Μεριά υπάρχει και ένα λιθόκτιστο τοξωτό γεφύρι. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Αλμυρός

Η σημερινή πόλη του Αλμυρού, μετά τη Βυζαντινή εποχή, για λόγους κυρίως πειρατικών επιδρομών, χτίστηκε στη σημερινή της θέση. Στην περιοχή εγκαταστάθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα οικογένειες από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία. Μετά την απελευθέρωση από τα στρατεύματα κατοχής άρχισε να αναπτύσσεται σημαντικά. Από το σεισμό το 1980 ο Αλμυρός ανοικοδομήθηκε ριζικά και πήρε τη σημερινή του μορφή. Ο Αλμυρός αποτελεί σημαντικό αγροτικό και εμπορικό κέντρο του Νομού Μαγνησίας, ενώ εξελίσσεται και σε κέντρο αγροτουρισμού για την περιοχή. Ακόμη, έχει τον αρχαιότερο γεωργικό συνεταιρισμό της Ελλάδας. Στον εύφορο κάμπο του Αλμυρού καλλιεργούνται σιτηρά, κηπευτικά, βαμβάκι, καλαμπόκι, ελιές, αμυγδαλιές, αμπέλια. Σε απόσταση 6,5 χλμ. ανατολικά βρίσκεται η παραλία του Αλμυρού, Καραγκιόλ. Στο Μουσείο μπορείτε να δείτε πλούσια ευρήματα νεολιθικής εποχής, ενώ ακριβώς απέναντι μπορείτε να επισκεφτείτε το παλαιό Γυμνάσιο Αλμυρού, ένα μνημειώδες νεοκλασικό κτίριο των αρχών του αιώνα μας που μαζί με το Μουσείο αποτελούν τα παλαιότερα κτίρια της περιοχής. Το Δάσος Κουρί μια έκταση 1200 στρεμμάτων είναι ιδανικός τόπος περιπάτου πνιγμένο στις βελανιδιές με το παραδοσιακό τρενάκι, όμορφες τεχνητές λίμνες αλλά και ζώα που κυκλοφορούν ελεύθερα. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Αμαλιάπολη

Πνιγμένη στο πεύκο και στην ελιά η Αμαλιάπολη (Μιτζέλα) αποτελεί παραθαλάσσιο τουριστικό θέρετρο που κατακλύζεται από πλήθος τουριστών. Διαθέτει οργανωμένες παραλίες εκπληκτικής ομορφιάς, ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, γραφικές ψαροταβέρνες και ουζερί που βρίσκονται δίπλα στο κύμα, μπαράκια κλπ. Οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν το μπάνιο τους σε μαγευτικές παραλίες, τοπικό τσίπουρο, ουζάκι και ψαρομεζέδες δίπλα στο κύμα, να μετέχουν σε καλοκαιρινές αθλητικές δραστηριότητες και θαλάσσια σπορ, να απολαύσουν το ποτό τους και να διασκεδάσουν ως τις πρωινές ώρες σε μπαράκια που βρίσκονται δίπλα στη θάλασσα. Τους καλοκαιρινούς μήνες υπάρχουν καραβάκια που ξεκινούν από την Αμαλιάπολη και πραγματοποιούν μονοήμερες κρουαζιέρες στις Βόρειες Σποράδες (Σκιάθο, Σκόπελο, Αλόννησο). Στο γραφικό κόλπο δεσπόζει το νησάκι «Κίκυνθος» επάνω στο οποίο βρίσκεται το γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου χτισμένο από Τρικεριώτες το 1805 ενώ στον ευρύτερο θαλάσσιο χώρο από την Αμαλιάπολη ως τις Νηές έχουν εντοπιστεί 12 ναυάγια της ύστερης ρωμαϊκής και βυζαντινής περιόδου. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Θεσσαλίας)

Ανακασιά

Η Ανακασιά είναι μεγάλο χωριό στο ανατολικοκεντρικό τμήμα του νομού Μαγνησίας. Βρίσκεται στους δυτικούς πρόποδες του Πηλίου, λίγο έξω από τον Βόλο, σε μέσο σταθμικό υψόμετρο 240 μέτρα και είναι χαρακτηρισμένη ως αγροτικός πεδινός οικισμός. Η Ανακασιά, με τα χαρακτηριστικά πηλιορείτικα σπίτια, τα παλαιά αρχοντικά, τα λιθόστρωτα καλντερίμια και τις πετρόκτιστες βρύσες, έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός. Επιμέρους αξιοθέατα του χωριού είναι:

  • Το Αρχοντικό «Χαράλαμπου Ιωάννου Κοντού» («Μουσείο Θεόφιλου»), με τις εξαιρετικές τοιχογραφίες του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, στη βόρεια είσοδο του οικισμού. Έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο
  • Το Αρχοντικό «Τζοάνου» από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα της Πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής, δίπλα στο Μουσείο Θεόφιλου Κτίστηκε το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έχει τετράγωνη κάτοψη τρεις κύριους ορόφους και ένα μεσοπάτωμα πάνω από το ισόγειο. Έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο
  • Ο νερόμυλος «Κοντογιάννη», χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής της προβιομηχανικής περιόδου στην περίοδο του Πηλίου. Έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο
  • Οι εκκλησιές της Αγίας Αικατερίνης και του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Ανήλιο

Το Ανήλιο διακρίνεται για την πλούσια βλάστησή του και την πανοραμική θέα σε βουνό και θάλασσα. Από το κεντρικό δρόμο στρίβοντας στη διασταύρωση για την πλατεία του χωριού και ακολουθώντας την κατηφορική οδό η θέα κόβει την ανάσα. Μπροστά στα μάτια ξεδιπλώνονται τα τιρκουάζ νερά του Αιγαίου, ενώ διακρίνεται και η υπέροχη παραλία της Μακρυράχης, οι Άγιοι Σαράντα. Από την πλατεία φαίνεται ολοκάθαρα το διπλανό χωριό της Μακρυράχης, με τα σπιτάκια διάσπαρτα πάνω στην πλαγιά του βουνού, τόσο κοντά, λες και θα απλώσεις το χέρι και θα τα αγγίξεις. Το υψόμετρο του χωριού αγγίζει τα 350 μέτρα. Για το όνομά του έχουν διατυπωθεί τρεις εκδοχές με κυρίαρχη αυτή που ανάγει την ονομασία στη γεωγραφική του θέση, καθώς το χωριό είναι χτισμένο στην πίσω πλαγιά του βουνού με αποτελέσματα τους χειμερινούς μήνες να μην το «λούζει» ο ήλιος, (Ανήλιο < α(ν) + ήλιος). Η δεύτερη εκδοχή αναφέρει πως πήρε το όνομά του από το Αχίλλειο, καθώς η παράδοση τοποθετεί το χωριό κοντά στον αρχαίο οικισμό που ίδρυσε ο ομηρικός ήρωας Αχιλλέας, όταν μαθήτευσε κοντά στον Κένταυρο Χείρωνα, που έμενε σε σπηλιά κοντά στη παραλία του Ανηλίου, τον Μπάνικα. Η τρίτη εκδοχή αναφέρει πως η ονομασία του χωριού οφείλεται στους κατοίκους του ομώνυμου χωριού της Ηπείρου που μετανάστευσαν στο χωριό του Πηλίου κατά την Τουρκοκρατία. Το Ανήλιο είναι κατάλληλος τουριστικός προορισμός για όλες τις εποχές του χρόνου, καθώς συνδυάζει βουνό και θάλασσα με δύο παραλίες σε κοντινή απόσταση, την Πλάκα και την παραλία του Μπανίκα. Σημείο αναφοράς για το Ανήλιο είναι η κεντρική πλατεία, όπου δεσπόζει ο λιθόχτιστος ιερός ναός του Αγίου Αθανασίου, με χαρακτηριστικό ξυλόγλυπτο μπαρόκ τέμπλο, οποίος ανεγέρθηκε το 1785 και αποτελεί δωρεά του Αθανάσιου Αρβανίτη. Ο ναός εορτάζει στις 18 Ιανουαρίου και στις 2 Μαΐου όπου λαμβάνουν χώρα πολιτιστικές εκδηλώσεις, όπως λαϊκά πανηγύρια. Στον προαύλιο χώρο εντυπωσιακή είναι η λιθόστρωτη αμφιθεατρική πλατεία. Την πλατεία στολίζουν δύο πανύψηλες φλαμουριές και μία υποκαστανιά. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται το παλιό δημοτικό σχολείο, στις αίθουσες του οποίου φιλοξενείται η δανειστική βιβλιοθήκη του χωριού, μία μικρή λαογραφική έκθεση, το γραφείο του πολιτιστικού συλλόγου, ενώ συχνά διοργανώνονται δημιουργικές δραστηριότητες εικαστικού ενδιαφέροντος για τα παιδιά. Στο Ανήλιο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ξωκλήσι της Παναγίας της Φανερωμένης, που βρίσκεται σε μια βραχώδη αλλά και πυκνόφυτη τοποθεσία με απεριόριστη θέα στη θάλασσα. Πρόκειται για ένα ναό που χρονολογείται το 18ο αι., καταστράφηκε λόγω σεισμού και ξαναχτίστηκε. Γιορτάζει ανήμερα της Ζωοδόχου Πηγής, όπου μετά τη θεία λειτουργία, διοργανώνεται σ΄ ένα ξέφωτο πάνω από τη θάλασσα λαϊκό φαγοπότι, στο οποίο συμμετέχουν ντόπιοι και ξένοι επισκέπτες. Άλλα ξωκλήσια που υπάρχουν στο χωριό είναι της Αγίας Τριάδας με τις υπέροχες τοιχογραφίες του Παγώνη, του Προφήτη Ηλία που ανακαινίσθηκε το 1903 και πανηγυρίζει στις 20 Ιουλίου, του Αγίου Χαραλάμπου, της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, της Παναγίας των Εισοδίων, της Αγίας Αικατερίνης και της Ευαγγελίστριας. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Ζαγοράς – Μουρεσίου)

Ανθότοπος

Ο Ανθότοπος και η Νεράιδα είναι δύο γειτονικά χωριά που έχουν την ίδια ιστορική διαδρομή. Κατά το 16ο – 17ο αιώνα οργανώνονται πολλές βλάχικες κοινότητες, Μέτσοβο, Καλαρρύτες, Ζαγόρι, Μοσχόπολη κοντά στη σημερινή Κορυτσά, με πληθυσμό 60.000 κατοίκους. Με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ανάπτυξη των εθνικών κρατών σταματά και η ανάπτυξη των βλάχικων κέντρων. Οι βλάχοι του Αλμυρού κατάγονται από το χωριό Φράσσιαρη (Frasari της σημερινής Ν. Αλβανίας). Γύρω στο 1700 ήταν σημαντική κωμόπολη στη περιφέρεια της Πρεμετής με 600 περίπου σπίτια. Στη συνέχεια καταστράφηκε τρεις φορές από τους Οθωμανούς και πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στην περιφέρεια της Κορυτσάς. Από εκεί κατέβηκε η συντριπτική τους πλειοψηφία στον Αλμυρό κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Κατά τα έτη 1878-1880 εγκαθίστανται στον Αλμυρό 163 οικογένειες Βλάχων, όμως εγκατάσταση είχαμε και πριν τη χρονολογία αυτή αλλά και μετά το 1881, που έχουμε την απελευθέρωση του Αλμυρού και φυσικά ολόκληρης της Θεσσαλίας. Οι Βλάχοι εκτός της πόλεως του Αλμυρού εγκαταστάθηκαν και στη γύρω περιοχή και κυρίως στα χωριά Νεράιδα και Ανθότοπος. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Άνω Βόλος

Ο Άνω Βόλος είναι χτισμένος σε υψόμετρο 140 μέτρων και έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός. Από τα σπίτια του χωριού, το πυργόσπιτο Μαργαρίτη έχει χαρακτηριστεί έργο τέχνης γιατί αποτελεί αξιόλογο δείγμα πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής και βρίσκεται μέσα σε περιοχή που έχει χαρακτηρισθεί ως ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους. Στην πλατεία του χωριού βρίσκεται ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου (Παναγίτσα). Είναι τρίκλιτη βασιλική χωρίς εξωνάρθηκα. Στο εσωτερικό έχει ξύλινο τέμπλο χωρίς πολλά διακοσμητικά σκαλίσματα. Στην εξωτερική πλευρά της κόγχης του ιερού είναι εντοιχισμένα λαϊκά λιθανάγλυφα σε πωρόλιθο και δύο μαρμάρινα ανάγλυφα του 13ου αιώνα τα οποία προέρχονται από την κατεστραμμένη μονή Οξείας Επισκέψεως στην Μακρινίτσα. Επίσης, δύο μαρμάρινες επιγραφές με βυζαντινούς χαρακτήρες είναι αριστερά από τη βρύση της εκκλησίας. Στο παρελθόν ο ναός είχε κωδωνοστάσιο, κοντά στη βορεινή του θύρα, το οποίο γκρεμίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Σε λόφο κοντά στο χωριό βρίσκεται ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου (Παλαιά Επισκοπή). Είναι τρίκλιτη βασιλική. Η σημερινή μορφή του ναού χρονολογείται από το 1638/1639, όταν ο ναός ανακαινίστηκε ριζικά. Από τον αρχικό ναό, του 13ου αιώνα, σώζεται μόνο ο ανατολικός τοίχος, ο οποίος περιλαμβάνει τις κόγχες του ιερού. Ο ναός πυρπολήθηκε το 1821, χωρίς να καταστραφεί τελείως, και ανακαινίστηκε το 1849. Στο ναό έχουν εντοιχιστεί γλυπτά τα οποία προέρχονται από ναούς της γύρω περιοχής και της Δημητριάδας. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Άνω Μαυρόλοφος

Σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας από τα πανάρχαια χρόνια κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί, κυρίως στα παράλια, αλλά και στην ενδοχώρα. Μια από τις περιοχές αυτές, είναι και η Καππαδοκία, η οποία μαζί με την πρωτεύουσα της την Καισαρεία άκμασε τα βυζαντινά χρόνια. Μετά τον ατυχή πόλεμο του 1922, στις 30 Ιανουαρίου του 1923 έγινε η Ελληνοτουρκική σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Μια από τις περιοχές με Ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος έπρεπε να εγκαταλείψει τις εστίες του ήταν και η Καππαδοκία. Η μεταφορά των κατοίκων άρχισε το καλοκαίρι του 1924 και ως την τελική τους εγκατάσταση (μετά από διάφορες περιπέτειες) στην Ήπειρο, διήρκησε περίπου 4 μήνες. Ένα κομμάτι από αυτούς μη μπορώντας να ζήσουν στον τόπο υποδοχής, μετά από δύο χρόνια έφυγαν και μετεγκαταστάθηκαν στο κάμπο του Αλμυρού. Ήταν όλοι τους από το χωριό Τσαρικλί. Στον καινούργιο χώρο εγκατάστασης έφτιαξαν δύο χωριά σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο, το Αργιλλοχώρι και το Μαυρόλοφο. Ο Μαυρόλοφος στην ουσία είναι ο ένας από συνολικά τρεις οικισμούς που βρίσκονται στην περιοχή. Μεγαλύτερος από τους τρεις σε πληθυσμό, αλλά και σε έκταση, είναι ο Άνω Μαυρόλοφος. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Αργαλαστή

Η Αργαλαστή είναι μία ημιορεινή κωμόπολη χτισμένη σε ένα εύφορο πεδίο σε 250 μέτρα. Αποτελεί σημαντικό τουριστικό (και τοπικά εμπορικό) κέντρο της περιοχής, ως ένα από τα χωριά του Πηλίου με πλούσια πολιτιστική παράδοση, και σταθμό για όσους κατευθύνονται προς τις κοντινές παραλίες του Παγασητικού (Χόρτο, Κάλαμος, Λεφόκαστρο) ή του ανοιχτού Αιγαίου (Ποτιστικά, Μελανή, Πάλτση). Η περιφέρεια είναι πάρα πολύ εύφορη και παράγει λάδι, δημητριακά και διάφορα φρούτα. Επίσης, ευδοκιμεί η κτηνοτροφία. Τα τελευταία χρόνια η αμπελοκαλλιέργεια και η παραγωγή κρασιού ξανά αναπτύσσεται δυναμικά στην περιοχή. Εξαιρετικό δείγμα τοπικής αρχιτεκτονικής των αρχών του εικοστού αιώνα αποτελεί το καμπαναριό του ναού των Αγίων Αποστόλων, ενώ ενσωματωμένες σε τοίχους πολλών κατασκευών βρίσκονται μέλη αρχαίων και μεσαιωνικών κτισμάτων, κάτι που προσθέτει στην ατμόσφαιρα του χωριού. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Αργαλαστή ήταν πρωτεύουσα των «Βακουφίων». Αναπτύχθηκε οικονομικά και το όνομά της έφερε η περιοχή του Πηλίου. Υπαγόταν στη μητρόπολη Δημητριάδος. Το 1821 κάηκε από τους Τούρκους γιατί δεν «προσκύνησε». Ο ναός των Αγίων Αποστόλων (Πέτρου και Παύλου) βρίσκεται κοντά στην κεντρική πλατεία και χτίστηκε το 1886, ενώ το καμπαναριό του το 1913. Στην περιφέρεια υπάρχουν ερείπια από αρχαίους οικισμούς. Οι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι εκεί βρισκόταν η αρχαία πόλη Σπάλαθρα, ενώ άλλοι εντοπίζουν εκεί την πόλη Μαγνησία. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Αργιλλοχώρι

Σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας από τα πανάρχαια χρόνια κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί, κυρίως στα παράλια, αλλά και στην ενδοχώρα. Μια από τις περιοχές αυτές, είναι και η Καππαδοκία, η οποία μαζί με την πρωτεύουσα της την Καισαρεία άκμασε τα βυζαντινά χρόνια. Μετά τον ατυχή πόλεμο του 1922, στις 30 Ιανουαρίου του 1923 έγινε η Ελληνοτουρκική σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Μια από τις περιοχές με Ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος έπρεπε να εγκαταλείψει τις εστίες του ήταν και η Καππαδοκία. Η μεταφορά των κατοίκων άρχισε το καλοκαίρι του 1924 και ως την τελική τους εγκατάσταση (μετά από διάφορες περιπέτειες) στην Ήπειρο, διήρκησε περίπου 4 μήνες. Ένα κομμάτι από αυτούς μη μπορώντας να ζήσουν στον τόπο υποδοχής, μετά από δύο χρόνια έφυγαν και μετεγκαταστάθηκαν στο κάμπο του Αλμυρού. Ήταν όλοι τους από το χωριό Τσαρικλί. Στον καινούργιο χώρο εγκατάστασης έφτιαξαν δύο χωριά σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο, το Αργιλλοχώρι και το Μαυρόλοφο. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Αφέτες

Οι Αφέτες είναι ημιορεινό χωριό χτισμένο σε υψόμετρο 240 μέτρων. Το όνομα προέρχεται από τον ομώνυμο αρχαίο οικισμό και τον αναφερόμενο από τον Ηρόδοτο όρμο Αφεταί της αρχαίας Θετταλομαγνησίας, ενώ το 19ο αιώνα το χωριό ονομαζόταν Νιάου. Στο χωριό, που είναι χτισμένο αμφιθεατρικά μέσα σε ελαιώνες, υπάρχουν αξιόλογα παλαιά αρχοντικά σπίτια, ενώ το σημαντικότερο κτίσμα είναι η εκκλησιά του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου που χτίστηκε το 1802 και έχει επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Όπως και άλλα χωριά του Πηλίου, οι Αφέτες διαθέτουν μεγάλη πλακόστρωτη πλατεία με τεράστια πλατάνια. Στην άκρη της βρίσκεται η επίσης αξιόλογη εκκλησία του Aϊ-Γιάννη που έχτισε ο γνωστός Ηπειρώτης μάστορας Δήμος Ζαπανιώτης. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Άφησσος

Η Άφησσος είναι παραθαλάσσιος οικισμός του Νοτίου Πηλίου χτισμένη στον Παγασητικό κόλπο. Σύμφωνα με το μύθο, ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες του, είχαν σταματήσει στην Άφησσο για να ανεφοδιαστούν πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους στην αναζήτηση του Χρυσόμαλλου Δέρατος. Η πλατεία του χωριού ονομάζεται «Αργοναύται», προς τιμήν αυτού του μύθου. Το χωριό είναι χτισμένο αμφιθεατρικά και παρουσιάζει μια όμορφη αρχιτεκτονική ομοιογένεια. Το χωριό διαθέτει 3 παραλίες. Το Καλλιφτέρι, πριν μπει κάποιος στο χωριό, το Λαγούδι και ο Αμποβός. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Βένετο

Το Βένετο, είναι κρυμμένο μέσα σε πυκνό δάσος, βρίσκεται στο βορειοανατολικό σημείο του Κεραμιδίου και υψόμετρο 320 μέτρων, επιτρέποντας του να αγναντεύει με ευκολία τη θάλασσα του Αιγαίου. Φημίζεται για τη φυσική ομορφιά του, αλλά κυρίως για τον ιστορικό Ιερό Ναό της Υπαπαντής του Χριστού, πραγματικό στολίδι αρχιτεκτονικής και διακόσμησης. Έχει χαρακτηριστεί ιστορικό μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού από το 1982 και το 2017 έκλεισε το 250ο έτος λειτουργίας της. Αποτελεί κτίσμα του 1760, ρυθμού Βασιλική, με περίτεχνο τέμπλο του 1851, όπως επιγράφεται χαρακτηριστικά. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Βυζίτσα

H Βυζίτσα είναι χτισμένη σε υψόμετρο 500 μέτρων στις πλαγιές του Πηλίου και έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός. Η Βυζίτσα κατοικήθηκε το 1650 μ.Χ. περίπου από Ηπειρώτες, Μοσχοπολίτες, Αρβανίτες, Σλάβους και Βλάχους. Οι πρώτοι κάτοικοι υπολογίζεται ότι ήταν περίπου 30 οικογένειες, οι οποίες και εγκαταστάθηκαν χτίζοντας τα σπίτια τους. Τα σπίτια ήταν κοντά το ένα στο άλλο και σε σημείο αθέατο από τη θάλασσα. Οι οικογένειες εγκαταστάθηκαν ανά ομάδες με συγγενικούς ή φιλικούς δεσμούς. Μέχρι να χτιστούν τα αρχοντικά, οι οικογένειες ζούσαν σε παράσπιτα. Ο οικισμός ολοκληρώθηκε έναν αιώνα μετά τον πρώτο εποικισμό του. Σε αυτή την περίοδο κατασκευάστηκαν δύο ναοί, δρόμοι, η πλατεία και ένα σχολείο. Οι αρχικές καλλιέργειες, σιτάρι και άλλα δημητριακά, βρίσκονταν βόρεια του χωριού, σε περιοχή η οποία σήμερα είναι ακαλλιέργητη. Στη συνέχεια φυτεύτηκαν οπωροφόρα δέντρα, αμπέλια και ελιές. Επίσης αναπτύχθηκε η κτηνοτροφία και η εκτροφή μεταξοσκώληκα. Η τοπική οικονομία συνέχισε να βασίζεται στον αγροτικό τομέα μέχρι τη δεκαετία του 1950. Τα κύρια προϊόντα της περιοχής ήταν μήλα, αχλάδια, ροδάκινα, λεμόνια, αμύγδαλα, κάστανα, καρύδια, ελιές, τσάι και θυμάρι, με κύρια πηγή εσόδων το ελαιόλαδο. Από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα σημαντική πηγή εσόδων γίνεται και ο τουρισμός. Το 1967 η πλατεία του χωριού και η γύρω περιοχή ανακηρύχθηκαν μνημεία και το 1976 ολόκληρος ο οικισμός ανακηρύχθηκε παραδοσιακός. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Γλαφυρά

Τα Γλαφυρά είναι ημιορεινό χωριό χτισμένο σε υψόμετρο 370 μέτρων. Το όνομά του προέρχεται από την αρχαία πόλη Γλαφύραι, ενώ μέχρι το 1927 το χωριό ονομαζόταν Κάπουρνα (από το βυζαντινό οικισμό Καπούρνα ή Κάπραινα), ονομασία που χρησιμοποιείται ακόμα. Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και το χωριό ξεχωρίζει για τις πολλές αμυγδαλιές του. Στον λόφο πάνω από το χωριό, εκεί που βρίσκεται σήμερα το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, υπάρχουν (κατά τον Πηκ) τα αρχαία ερείπια της πόλης Γλαφύραι. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Δράκεια

Η Δράκεια είναι χτισμένη σε υψόμετρο 500 μέτρων στις πλαγιές του Πηλίου. Το χωριό ιδρύθηκε στα μέσα του 15ου αιώνα ή στις αρχές του 16ου. Οι περισσότερες οικογένειες προέρχονταν από την Ήπειρο. Η παλαιότερη μνεία του οικισμού γίνεται το 16ο αιώνα. Το 1614 στο χωριό έμεναν 147 οικογένειες. Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν με την καλλιέργεια ελιών και μήλων, την ξυλεία, ενώ στις αρχές του 18ου αιώνα αναπτύχθηκε το εμπόριο και τη βιοτεχνία μεταξιού. Στο χωριό υπήρχαν νερόμυλοι. Το 19ο αιώνα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά του Πηλίου. Ολόκληρο το χωριό έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός. Αρχικά χαρακτηρίστηκε ιστορική μνημείο η κεντρική πλατεία και τα οικήματα της οδού προς το Αρχοντικό Τριανταφύλλου. Το αρχοντικό Τριανταφύλλου είναι ένα τριώροφο πυργόσπιτο με ελάχιστα μικρά σιδερόφρακτα παράθυρα στο ισόγειο που πληθαίνουν σταδιακά στους ορόφους. Έχει κάτοψη σε σχήμα Γ, και ο τρίτος όροφος στη νότια και τη δυτική πλευρά προβάλλει τμηματικά, δημιουργώντας τα κλασσικά σαχνισιά τα οποία στηρίζονται σε ξύλινα δοκάρια και αντηρίδες και είναι διάτρητα από παράθυρα και φεγγίτες. Η είσοδος είναι στη νότια πλευρά και οδηγεί στη μεγάλη σάλα δίπλα από την οποία είναι ένα χειμερινό δωμάτιο και το κλιμακοστάσιο. Στον πρώτο όροφο ήταν η χειμερινή διαμονή της οικογένειας και εκεί υπάρχουν τζάκια και βοηθητικοί χώροι. Στο δεύτερο όροφο, όπου ήταν η καλοκαιρινή διαμονή υπάρχει η μεγάλη σάλα (δοξάτο) πλούσια διακοσμημένη με τοιχογραφίες (από τις οποίες σήμερα σώζονται λίγες μόνο), και πίσω από αυτήν ο καλός οντάς ο οποίος ήταν επίσης διακοσμημένος με τοιχογραφίες που δε σώζονται. Αξιόλογη είναι η ξυλογλυπτική επιζωγραφισμένη οροφή του καλού οντά. Στο τοξωτό υπέρθυρο της αυλόπορτας υπάρχει λιθανάγλυφη επιγραφή με τη χρονολογία «1839 Φεβρουαρίου 19» που πιθανόν να είναι η χρονολογία κατασκευής του κτιρίου. Έχει χαρακτηριστεί ως έργο τέχνης. Επίσης έργο τέχνης έχει χαρακτηριστεί το αρχοντικό Στεργίου. Αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής. Είναι διώροφο με ελάχιστα μικρά ανοίγματα στο ισόγειο και με τον όροφο να προβάλλει τμηματικά, δημιουργώντας τα κλασσικά σαχνισιά που είναι διάτρητα από ανοίγματα. Έχει σχεδόν τετράγωνη κάτοψη και διαιρείται στα δύο από το μεσότοιχο που διατρέχει όλο το ύψος του αρχοντικού. Η είσοδος βρίσκεται στη νότια όψη και οδηγεί στο μεγάλο πλακόστρωτο χώρο της υποδοχής με τη σκάλα για τον όροφο δεξιά και το «χειμωνιάτικο» αριστερά. Ανεβαίνοντας κανείς τη σκάλα φτάνει στη σάλα του πάνω ορόφου με την «κρεβάτα» στην πλευρά του δυτικού σαχνισιού και το «μιντέρι» στη μεσημβρινή πλευρά, κάτω από τα μεσαία παράθυρα. Το ανατολικό σαχνισί είναι ξέχωρο σε ψηλότερο επίπεδο από το «δοξάτο» και έχει ένα παράθυρο στο νοτιά με ένα φεγγίτη ψηλά. Το πίσω μέρος του πάνω ορόφου έχει δύο δωμάτια ένα καλοκαιρινό με ένα παράθυρο στο βοριά και ένα χειμωνιάτικο με δύο παράθυρα στη δύση, το μεγάλο τζάκι στη μέση των παραθύρων και τα μιντέρια δεξιά και αριστερά. Μεταξύ των δωματίων υπάρχει ένας παράγωνος διάδρομος που οδηγεί από το δοξάτο στην πίσω βορεινή είσοδο. Από τα υπόλοιπα αρχοντικά του χωριού, το αρχοντικό ιδιοκτησίας Ιωάννη Θλιβερού και Χριστίνας Χαλκιά – Ζάχου, έχει χαρακτηριστεί ιστορικό μνημείο. Κατασκευάστηκε στις αρχές του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και διατηρεί όλα τα αυθεντικά δομικά και διακοσμητικά του στοιχεία. Στο χωριό βρίσκεται ο ναός του Αγίου Νικολάου, με αξιόλογο τέμπλο, ο ναός του Αγίου Αθανασίου, ο ναός του Αγίου Γεωργίου, με ξυλόγλυπτο τέμπλο και το ξωκλήσι του Αγίου Σπυρίδωνα. Ανάμεσα στη Δράκεια και το Κατηχώρι βρίσκεται ο Ναός της Παναγίας Μεγαλογένης και 2,5 χλμ νότια του χωριού βρίσκεται τοξωτό γεφύρι. Στο χωριό λειτουργεί Μουσείο Αγροτικής, Λαογραφικής και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, στο οποίο εκτίθενται παλαιά εργαλεία, υφαντά, ενδυμασίες, οικιακά σκεύη και εξοπλισμός παλαιού ελαιοτριβείου. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Ευξεινούπολη

Το 1881 με τη συνθήκη του Βερολίνου η Ανατολική Ρωμυλία κηρύχθηκε αυτόνομη περιοχή, όμως στις 6/9/1886 η Βουλγαρία την προσάρτησε μονομερώς. Αυτή ήταν και η αρχή της εκκένωσης της περιοχής από τον ελληνικό πληθυσμό, η οποία και κορυφώθηκε το 1906. Οι κάτοικοι της περιοχής ήρθαν από τις πόλεις Πύργο, Βάρνα, Σωζόπολη, Ευσταθειοχώρι, Κάβαρνη, Μεσσημβρία, Βαλτσίκι και Άσπρο. Από 5 εθνικά κτήματα και δύο τσιφλίκια συγκεντρώθηκαν συνολικά 7 κτήματα έκτασης 23.000 τ.χλμ. προς διανομή. Τα κτήματα αυτά έδωσαν μικρό κλήρο και ανάγκασαν αρκετούς να εγκαταλείψουν την περιοχή κυρίως για τα μεγάλα αστικά κέντρα. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ήρθαν στην Ευξεινούπολη και πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Σε αυτούς παραχωρήθηκαν κτήματα και οικόπεδα από αυτούς που είχαν φύγει. Ο οικισμός έγινε από δύο διαφορετικές προσελεύσεις. Πολύ αργότερα έχουμε αποικισμό και από γηγενείς της περιφέρειας, κυρίως από κτηνοτρόφους της Όθρυος. Αργότερα το 1924 εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και στη συνέχεια Βλάχοι, Σαρακατσαναίοι και κάτοικοι κοντινών ορεινών χωριών. Κύριο χαρακτηριστικό της Ευξεινούπολης είναι η άριστη ρυμοτομία της, με μεγάλους, ευθείς δρόμους και ανάλογα πεζοδρόμια. Τα κυριότερα κτίρια της είναι ο μεγαλοπρεπής Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου και το Δημοτικό σχολείο, του οποίου η παλαιά πτέρυγα χαρακτηρίστηκε διατηρητέα και θα ανακαινισθεί. Στην κεντρική πλατεία δεσπόζει το πολιτιστικό Κέντρο και ένα όμορφο σιντριβάνι. Υδροδοτείται από πηγή του όρους Όθρυς, από την οποία μεταφέρεται ποιοτικό νερό το οποίο καταλήγει σε πέντε κτιστές πέτρινες βρύσες σε διάφορα σημεία της κωμόπολης. Έχει αρκετά μαγαζιά, καφενεία και ταβέρνες. Σε απόσταση 500μ βρίσκεται το δάσος «ΚΟΥΡΙ», στην πορεία από τον Αλμυρό προς την Ευξεινούπολη. Ακόμη, νότια και σε κοντινή απόσταση είναι ο ποταμός Ξηριάς και νοτιότερα ακόμη το βουνό Όθρυς. Κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η γεωργία και κατά δεύτερο λόγο η κτηνοτροφία. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Ζαγορά

H Ζαγορά είναι χωριό του Πηλίου στο νομό Μαγνησίας και αποτελείται από τις συνοικίες του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Κυριακής, της Αγίας Παρασκευής ή Περαχώρας και της Σωτήρας. Απόλυτα εξακριβωμένες ιστορικές πληροφορίες για το χρόνο ίδρυσης της Ζαγοράς δεν υπάρχουν, ενώ εικάζεται πως η δημιουργία της ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης των κατοίκων των παραθαλάσσιων περιοχών για προστασία από πειρατικές επιδρομές. Μισή ώρα περίπου ΝΑ του σημερινού χωριού προς τη θάλασσα, υψώνεται ένας λόφος γνωστός με το όνομα «Παληόκαστρο», στην επίπεδη κορυφή του οποίου σώζονται ερείπια οχυρώσεων, κατά πάσα πιθανότητα βενετικών. Γύρω επίσης από το λόφο παρατηρούνται ερείπια βυζαντινών και αρχαιότερων κτισμάτων, κατά καιρούς δε, στις κοντινές στα σημεία αυτά εκτάσεις, έχουν βρεθεί αρχαίοι τάφοι, πήλινα αγγεία, ξίφη και νομίσματα με παραστάσεις της Αργώς. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν πως στην περιοχή ήταν χτισμένη κάποια προχριστιανική πόλη που εικάζεται να είναι οι αρχαίες Μύραι. Ο πρώτος πυρήνας του χωριού εικάζεται πως βρισκόταν στη θέση «Άγιος Αθανάσιος», ενώ αργότερα μετατοπίστηκε στο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, όπου βρίσκεται σήμερα η ομώνυμη συνοικία. Το έτος ίδρυσης της μονής παραμένει άγνωστο, ωστόσο υποστηρίζεται πως ήταν κτίσμα του 15ου αιώνα, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο να κτίστηκε πάνω στα θεμέλια παλαιότερου ναού. Η μονή καταστράφηκε το 1887 από τυχαία πυρκαγιά με αποτέλεσμα να χαθούν πολύτιμα κειμήλια (εικόνες, έγγραφα κλπ). Γύρω από το μοναστήρι αυτό έγινε η πρώτη οίκηση των κατοίκων της παλιάς Ζαγοράς, η οποία όπως φαίνεται για διάκριση ονομάστηκε Σωτήρα-Ζαγορά, και σταδιακά, ιδίως κατά τους μετέπειτα χρόνους της ανάπτυξης και της ακμής της, δημιουργήθηκαν οι υπόλοιπες συνοικίες, του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Κυριακής και της Αγίας Παρασκευής (Περαχώρας). Η νέα Ζαγορά, που είχε πλέον πάρει την παραπάνω μορφή από τα τέλη του 16ου αιώνα, άρχισε να αναπτύσσεται γρήγορα. Η γεωργία και το εμπόριο άκμαζαν, ενώ ιδιαίτερη ανάπτυξη γνώρισαν οι τοπικές βιοτεχνίες των μάλλινων υφασμάτων και του μεταξιού μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα. Σήμερα η Ζαγορά είναι σημαντικό οικονομικό κέντρο της περιοχής κυρίως μέσα από τον τουρισμό και την καλλιέργεια του περίφημου ζαγοριανού μήλου, το οποίο έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό σύστημα πιστοποίησης Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ). (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Ζαρκαδοχώρι

Το Ζαρκαδοχώρι βρίσκεται στο δυτικό άκρο του Νομού Μαγνησίας, στα σύνορα της Μαγνησίας με το Νομό Λαρίσης. Βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Όθρυς, σε υψόμετρο 340 μέτρα. Στην περιοχή του Ζαρκαδοχωρίου υπάρχει χαρακτηρισμένο (από το 1983) δάσος μεγάλης έκτασης. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Κάλαμος

Ο Κάλαμος βρίσκεται στο Νότιο Πήλιο και τα ανατολικά παράλια του Παγασητικού κόλπου ανάμεσα σε περιοχή κατάφυτη από ελιές.  Σύμφωνα με την τοπική παράδοση οφείλει την ονομασία του είτε στην παραφθορά της λέξης «κάναλος» δηλαδή του καναλιού που σχηματίζει ο μικρός χείμαρρος του χωριού καθώς ενώνεται με τη θάλασσα, είτε από τα πολλά καλάμια που φυτρώνουν στην ακροποταμιά του. Αποτελεί καλοκαιρινό τουριστικό προορισμό γνωστό για την ομώνυμη παραλία του καθώς και τη γειτονική παραλία Μπελιάν. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Κανάλια

Τα Κανάλια Μαγνησίας βρίσκονται σε υψόμετρο 93 μέτρων χτισμένα στους πρόποδες του Μαυροβουνίου και κοντά τους είναι η Λίμνη Κάρλα. Σήμερα αποτελούν μία από τις περιοχές με την μεγαλύτερη και ποιοτικότερη παραγωγή αμυγδάλων στην Ελλάδα. Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνται κυρίως με γεωργία και κτηνοτροφία. Τα Κανάλια είναι κτισμένα στους πρόποδες του βορειοδυτικού Πηλίου και μπροστά τους απλώνεται η λίμνη Κάρλα, ή Βοιβηίδα, η οποία αποτελούσε τη μεγαλύτερη φυσική λίμνη της Ελλάδας μέχρι να αποξηρανθεί το 1962, και σήμερα η επανασύστασή της αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα οικολογικά έργα της Ελλάδας. Το χωριό είναι χτισμένο σε μία τοποθεσία, όπου έχει πανοραμική θέα του κάμπου και της λίμνης, ενώ δίπλα στο σημερινό χωριό έχουν βρεθεί σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα που παραπέμπουν στη Νεολιθική εποχή. Η λίμνη αποτελούσε ανέκαθεν το σήμα κατατεθέν του χωριού, το οποίο έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στη ζωή της περιοχής για πολλούς αιώνες. Τα Κανάλια αποτέλεσαν το κεφαλοχώρι της περιοχής, αφού η λίμνη έδωσε τη δυνατότητα στους κατοίκους του χωριού, αφενός να εξασφαλίζουν την τροφή τους ακόμα και σε δύσκολες περιόδους, όπως ήταν η Κατοχή της Ελλάδας 1941-1944, και αφετέρου να εμπορεύονται τα ψάρια προσελκύοντας εμπόρους από όλη τη Θεσσαλία. Η λίμνη διέθετε τρεις ιχθυόσκαλες. Μετά την αποξήρανση της λίμνης, η οποία συνέπεσε με την περίοδο της μεγάλης αστικοποίησης, ο πληθυσμός των Καναλίων μειώθηκε σημαντικά και σταδιακά το χωριό έχασε τη σημασία που είχε για την περιοχή. Παρόλα αυτά, η αλλαγή του μικροκλίματος της περιοχής πιθανόν να συνέβαλε σημαντικά στην επιτυχία της καλλιέργειας αμυγδάλων στην περιοχή. Το χωριό των Καναλιών κατέχει μια από τις σημαντικότερες παραγωγές αμυγδάλων στην Ελλάδα, ενώ τα προϊόντα τους θεωρούνται ιδιαίτερα ποιοτικά. Στα Κανάλια βρίσκεται το Μουσείο Λιμναίου Πολιτισμού, το οποίο αναδεικνύει την οικολογική σημασία και ιστορία της λίμνης και τον τρόπο με τον οποίο επηρέασε την κουλτούρα των κατοίκων των Καναλίων και της γύρω περιοχής. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Κεραμίδι

Το Κεραμίδι είναι χτισμένο στις πλαγιές του Μαυροβουνίου, βόρεια του Πηλίου σε υψόμετρο 300 μέτρων. Απέχει από τις ακτές του Αιγαίου 5 χιλιόμετρα. Κοντινότερη παραλία είναι το Καμάρι που έχει εξελιχθεί σε παραθεριστικό θέρετρο της περιοχής. Το Κεραμίδι είναι χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός. Το Κεραμίδι χτίστηκε κατά το 16ο αιώνα σε απομονωμένη περιοχή που αποτελούσε καταφύγιο από τους Τούρκους κατακτητές αλλά και από τους πειρατές που πραγματοποιούσαν συχνές επιδρομές στις ακτές του Αιγαίου. Μέχρι τη δεκαετία του 1950 ο οικισμός δεν είχε πρόσβαση από την στεριά και ο μόνος δρόμος επικοινωνίας ήταν ο θαλάσσιος. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Κερασιά

Η Κερασιά είναι χτισμένη στις δυτικές πλαγιές του βορείου Πηλίου, σε υψόμετρο 118 μέτρων. Αναφέρεται συχνά λόγω της φυσικής της θέσης, ως Κερασιά Πηλίου (η Άνω Κερασιά είναι το ψηλότερο χωριό του Πηλίου, με 700 μέτρα υψόμετρο). Το σημερινό χωριό, που και ευρύτερα γνωστό στον τοπικό πληθυσμό και ως Κάτω Κερασιά ή Καλύβια, διαπερνά ο Κερασιώτης ποταμός, που πηγάζει από τις πλαγιές του Πηλίου και εκβάλει στην Λίμνη Κάρλα ή Βοιβηίδα. Αποτελεί τόπο αφετηρίας πολλών μονοπατιών περιήγησης στο Βόρειο Πήλιο. Η πρώτη σαφής ιστορική μαρτυρία για την Κερασιά, αναφέρεται από τον Αργύρη Φιλιππίδη και αφορά την περίοδο 1800 – 1815. Ο Ηλίας Λεφούσης εκτιμά την ίδρυση του χωριού γύρω στο 1600, συγχρόνως με την ίδρυση της Ιεράς Μονής Φλαμουρίου, που ιδρύθηκε το 1584. Η καταγωγή των κατοίκων είναι κατά πάσα πιθανότητα από τα Άγραφα και την Παλαιά Μιτζέλα, ίσως και από την περιοχή της του όρους Όθρυς (ή Γούρας). Κατά το Β’ παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε τόπος ίδρυσης της XVI Μεραρχίας και έδρα του 54ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Την άνοιξη του 1944 σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των γερμανικών δυνάμεων κατοχής κάηκαν και οι δυο οικισμοί. Η Άνω Κερασιά από τότε ερημώθηκε ενώ τα ερείπιά της αποτελούν σήμερα μνημείο των θηριωδιών του γερμανικού στρατού. Οι κάτοικοι του ασχολούνται με την κτηνοτροφία, την υλοτομία και την παραγωγή κάρβουνου, αλλά και με και τις καλλιέργειες, κυρίως αμυγδαλιάς, ελιάς και αμπελιού. Από το 2014 λειτουργεί στο χώρο του Δημοτικού Σχολείου το μουσείο Ηλία Λεφούση, καθώς και το Κέντρο Έρευνας και Προστασίας της αυτοφυούς Ορχιδέας στο Βόρειο Πήλιο. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Κισσός

Το χωριό Κισσός βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του Πηλίου και είναι ένα σχετικά ορεινό χωριό, σε υψόμετρο 660 μέτρων το οποίο όμως συνδυάζει βουνό και θάλασσα. Ο οικισμός είχε εγκαταλειφθεί κατά το παρελθόν και οι κάτοικοί του μετακινήθηκαν στον Άγιο Ιωάννη. Το όνομα του χωριού ίσως αναφέρεται στο ομώνυμο φυτό ή από παραφθορά της λέξης χρυσός (κ’σος), από ένα ορυχείο μεταλλευμάτων που ανακαλύφθηκε στην περιοχή. Η κύρια ενασχόληση τον κατοίκων είναι η γεωργία, μερικοί όμως ασχολούνται με το εμπόριο ξυλείας και ένα μεγάλο ποσοστό με το τουρισμό. Κύρια αξιοθέατα του χωριού είναι η τοπική αρχιτεκτονική, η θέα προς τη θάλασσα και το δάσος από οξιές και καστανιές. Η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, μια τρίκλιτη βασιλική, η οποία ανακαινίσθηκε (σύμφωνα με την επιγραφή) το έτος 1747, έχει ανακηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Διαθέτει ξυλόγλυπτο τέμπλο. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Κοκκωτοί

Το χωριό Κοκκωτοί (παλαιότερα ονόματα Κοκωτοί, Κουκουτοί, Κοκώσι, Κωτέτσι, Κοκωτί) είναι χτισμένο στις νότιες πλαγιές του όρους Όθρυς σε υψόμετρο 600 μέτρων. Είναι στους πρόποδες του ιστορικού Όρους Όθρυς που αποτελεί καταφύγιο θηραμάτων και παρατηρείται πυκνή βλάστηση: το πλούσιο φυσικό περιβάλλον έχει αναδείξει το βουνό τα τελευταία χρόνια ως προορισμό οικοτουρισμού. Ψηλότερη κορυφή είναι το Γερακοβούνι (1726), που υψώνεται ανάμεσα σε άλλες  κορυφές όπως τον Πήλιουρα και το Γκιούζι. Στα ψηλότερα σημεία απαντώνται κωνοφόρα όπως έλατα και μεγάλες εκτάσεις κατάφυτες με φτέρη. Οι κορυφές του όρους είναι πετρώδες όπου ευδοκιμεί το τσάι του Βουνού. Στην ελληνική μυθολογία, το όρος Όθρυς είναι το βουνό των Τιτάνων, στο οποίο είχαν οχυρωθεί κατά τη σύγκρουσή τους με τους θεούς του Ολύμπου. Από εκεί πετούσαν γιγάντιους βράχους προς τον Όλυμπο. Το χωριό Κοκκωτοί αποτελείται κυρίως από κτηνοτροφία και παραγωγή αρωματικών φυτών τσαγιού και ρίγανης που είναι γνωστά για την ποιότητα και την αξία τους με τα πρωτεία πανελλαδικά μαζί με το διπλανό χωριό Βρύναινα. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Κορόπη

Η Κορόπη, γνωστή και με το παλιό όνομα Μπούφα, βρίσκεται δίπλα από τα Καλά Νερά, στους πρόποδες του Πηλίου, μέσα σε μια μικρή πεδιάδα κατάφυτη από ελαιόδεντρα και οπωροφόρα δέντρα, η οποία εκτείνεται μέχρι την θάλασσα. Η ονομασία του οικισμού προέρχεται από την αρχαία Κορόπη (8ος αι. π.Χ.), μια μικρή πόλη της περιοχής, που είχε και ναό αφιερωμένο στον θεό Απόλλωνα. Η Κορόπη είναι γνωστή στην ευρύτερη περιοχή για τα «δακράκια» της, μικρά μυροβόλα λουλούδια που φυτρώνουν στους μπαξέδες και τα λιοπερίβολα του χωριού στην αρχή της άνοιξης και που μοιράζονται σε κοντινές εκκλησίες την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Στο κέντρο του χωριού, υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, η οποία γιορτάζει κάθε χρόνο στις 8 Μαΐου και στις 26 Σεπτεμβρίου. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Κρόκιο

Το όνομα του το Κρόκιο το οφείλει στο αυτοφυές φυτό κρόκος. Βολβόριζο φυτό της οικογένειας των «ιριδίων», που οι αποξηραμένοι στήμονες των λουλουδιών τους πουλιούνται σαν κίτρινη ή καστανοκόκκινη ουσία με το όνομα «ζαφορά», που θα πει «κρόκος», κατάλληλη στη βαφή, στο χρωματισμό και στην αρωματοποιία. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι στον ευρύτερο χώρο, που σήμερα είναι χτισμένο το Κρόκιο, ο Φίλιππος, Βασιλιάς της Μακεδονίας, αντιμετώπισε την άνοιξη του 352 π.Χ. τον Ονόμαρχο «στρατηγό αυτοκράτορα» των Φωκεών ανάμεσα στην παραλία του Παγασητικού και στις πόλεις των Θηβών και της Άλου και αυτό γιατί ο χώρος εκείνος προσφέρονταν για πλήρη αξιοποίηση του Θεσσαλικού ιππικού που ήταν εξαπλάσιο από το ιππικό του Ονόμαρχου. Η ιστορία αναφέρει ότι οι 3000 ιππείς του Φιλίππου στη μάχη στο Κρόκιο συντρίβουν το Φωκικό στρατό που χάνει 6000 άνδρες, και τον βασιλιά του Ονόμαρχο, ενώ αιχμαλωτίζονται και 3000, οι οποίοι και θανατώθηκαν ως ιερόσυλοι με πνιγμό στη θάλασσα. Παλιά το Κρόκιο ονομάζονταν Κουρφάλι. Μετονομάστηκε σε Κρόκιο το 1919. Το Κρόκιο μετά το 1800 ήταν τσιφλίκι του Αλή πασά. Το 1840 εγκαθίστανται 17 οικογένειες από τον οικισμό Καραμάν, αργότερα 9 οικογένειες από τον οικισμό Καραμπάσι. Μέχρι το 1881 το Κρόκιο κατοικείται από Κονιάρους Τούρκους, οι οποίοι μετά την προσάρτηση πούλησαν τις μικρο-ιδιοκτησίες τους και επέστρεψαν στο Ικόνιο της Ασίας από όπου και κατάγονταν. Ενώ μέχρι το Νοέμβριο του 1905 το Κρόκιο είναι Τσιφλίκι του Τούρκου Αγά Καραμάν Μπιλίκ, μετά τη δεύσμευση των τσιφλικιών του Αλή πασά από το Τουρκικό κράτος. Αυτός πουλά 3.000 στρ. στο Στέργιο Βελάνη, κάτοικο Κωφών και 10.000στρ στον Πέτρο Μητσόπουλο, κάτοικο Κροκίου. Το 1929 απαλλοτριώνονται τα κτήματα του Μητσόπουλου και δίδεται κλήρος 30-150 στρέμματα σε κάθε οικογένεια. Την αξία αυτών πληρώνει το κράτος. Ανατολικά από το Κρόκιο, δίπλα στο Αεροδρόμιο της Ν. Αγχιάλου, βρίσκεται ο οικισμός (του Κροκίου) Κορφαλάκι, όνομα το οποίο προκύπτει από το παλιό «Κουρφάλι». (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Κωφοί

Το χωριό Κωφοί είναι χτισμένο στους πρόποδες του όρους Οθρυς σε υψόμετρο 500 μέτρων. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία και εν μέρει με τη γεωργία. Οι φυσικές ομορφιές του βουνού Όθρυς, το υψόμετρο, το κλίμα, ο καθαρός αέρας, το πράσινο, τα ελατοδάση, τα κρύα νερά, η μορφολογία του εδάφους είναι αρκετά και κατάλληλα κίνητρα για να επισκεφτεί κάποιος τους Κωφούς. Βρίσκεται στην ίδια θέση και με το ίδιο όνομα από τη βυζαντινή περίοδο. Στην ίδια θέση υπήρχε άγνωστη πόλη, της οποίας βρίσκονται ερείπια. Πιθανολογείται ότι πρόκειται περί της αρχαίας Ερινεού ή της Κορώνειας. Έχει ύπαρξη 2.300 ετών περίπου. Επειδή στην περιοχή υπήρχε δασική έκταση οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν από την ξυλεία των δασών της περιοχής και από την κτηνοτροφία. Η αρχαιότητα του χωριού αποδεικνύεται με την ανακάλυψη, από τον Νικ. Γιαννόπουλο, αρχαίων ελληνικών τειχών του 300 π.χ., αρχαίων τάφων και μιας πλάκας στην οποία αναγράφονται πράξεις απελευθερώσεως δούλων και αναφέρονται οι στρατηγοί των Θεσσαλών, Παυσανίας και Ευβίοτος, καθώς επίσης και τέσσερις Φθιωτικοί μήνες. Η σπουδαία αυτή επιγραφή βρίσκεται στο Μουσείο Αλμυρού στην αίθουσα επιγραφών. Επειδή κατά τα έτη 1889-90 βρέθηκαν ερείπια ρωμαϊκού λουτρού, γυάλινα αγγεία καθώς και νομίσματα Ρωμαϊκών και Βυζαντινών χρόνων, έπεται ότι η αρχαία αυτή πόλη εξακολουθούσε να υπάρχει και κατά τους Ρωμαϊκούς και Βυζαντινούς χρόνους. Η εκκλησία του χωριού που τιμά το όνομα των Αγίων Αποστόλων χτίστηκε πριν το 1465, είναι μικρή και σκοτεινή των βυζαντινών χρόνων με τοιχογραφίες αγίων από το 1665 επί επισκόπου Νεοφύτου. Επίσης υπάρχει η εκκλησία του Προφήτη Ηλία χτισμένη στο βουνό Όθρυς. Το χωριό έπαθε μεγάλη καταστροφή κατά τα έτη 1774-1775 λόγω του βαρύτατου χειμώνα. Τότε καταστράφηκε η κτηνοτροφία και τα μεγάλα ζώα. Από την Εθνική Επανάσταση του 1821 και μετά άρχισε να παρακμάζει λόγω των συνεχών επαναστάσεων και των ληστειών. Από το 1881, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος το χωριό ησύχασε από τους ληστές και από τότε αρχίζει η εκ νέου ανάπτυξή του. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Λαύκος

Ο Λαύκος είναι χτισμένος σε υψόμετρο 310 μέτρων με χαρακτηριστικό του τη δροσιά που ακόμη και στις πιο ζεστές μέρες του καλοκαιριού χάρη στον βορειοανατολικό άνεμο που συχνά δροσίζει το χωριό. Ιστορικά φέρεται να κατοικήθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα, σε επιλεγμένη τοποθεσία, αθέατη από τα πειρατικά πλοία που παρέπλεαν την περιοχή, στη συνέχεια επεκτάθηκε προς την κορυφογραμμή που του εξασφαλίζει θέα προς τον Παγασητικό. Για το όνομά του η επικρατέστερη εκδοχή φέρεται να αντλεί από τον προσδιορισμό «γλαυκός». Η τοποθεσία του εξασφαλίζει εύκολη πρόσβαση στις ακτές τόσο στον Παγασητικού όσο και στο Αιγαίου η ακτή Μικρό, απέναντι από την Εύβοια που αντίθετα από το όνομά της διαθέτει μια μεγάλη αμμώδη παραλία. Στον οικισμό υπάρχει το «Μουσείο Ραδιοφώνου Αντώνης Ταβάνης», ένα από τα μόλις δύο μουσεία ραδιοφώνου που υπάρχουν στην Ελλάδα, καθώς και το μουσείο γλυπτικής και ζωγραφικής «Φάμπειο», που ιδρύθηκε το 2005 προς τιμήν του Λαυκιώτη γλύπτη και ζωγράφου Θανάση Φάμπα. Tέλος, στον Λαύκο στεγάζεται καφενείο το οποίο λειτουργεί αδιάκοπα από το 1785. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Μακρινίτσα

Η Μακρινίτσα, παλιότερα γνωστή ως Μακρινίτζα είναι παραδοσιακός οικισμός και οι περισσότεροι κάτοικοί της ασχολούνται κυρίως με τις τουριστικές επιχειρήσεις. Στην κεντρική πλατεία της Μακρινίτσας στεγάζεται το Βυζαντινό Μουσείο Μακρινίτσας «Οξεία Επίσκεψις» το οποίο φιλοξενεί κειμήλια από τον 13ο έως και τον 20ο αιώνα. Είναι μοναδικό του είδους του για την ευρύτερη περιοχή. Στο αρχοντικό Τοπάλη, που οικοδομήθηκε το 1844 κάτω από την κεντρική πλατεία της Μακρινίτσας και αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής, στεγάζεται το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας Πηλίου. Στην πανέμορφη πλατεία της Μακρινίτσας υπάρχει το Καφενείο Θεόφιλος που είναι γνωστό σε όλη την Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό για μια ζωγραφιά του φημισμένου λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ. Σήμερα το κτίριο έχει χαρακτηριστεί «ιστορικό διατηρητέο μνημείο». Η σύνθεση της τοιχογραφίας περιγράφει ένα γλέντι στο στρατόπεδο του Κατσαντώνη μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον, με ένα ποταμάκι στο κάτω τμήμα της. Κυρίαρχη φιγούρα, ο Κατσαντώνης ξεχωρίζει από τους συντρόφους του, λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του, ενώ έχει στα πόδια του το όπλο και παίζει ταμπουρά. Οι υπόλοιποι αγωνιστές σουβλίζουν αρνιά, παίζουν μουσική, γλεντούν και χορεύουν. Τα σπίτια του Πηλίου χαρακτηρίζονται για τις πέτρινες στέγες τους και για την πλούσια ζωγραφική και ξυλογλυπτική διακόσμηση στον πάνω όροφο των κτιρίων. Τα σπίτια είναι διώροφα ή τριώροφα με χοντρούς πέτρινους τοίχους. Ο κάτω όροφος έχει λίγα ανοίγματα ενώ ο πάνω έχει πολλά παράθυρα και συχνά προεξέχει λίγο σε σχέση με τον κάτω όροφο. Τα σπίτια χαρακτηρίζονται επίσης από τις διακοσμημένες οροφές και τις ξυλόγλυπτες πόρτες και παραθυρόφυλλα. Χαρακτηριστικό αρχοντικό της Μακρινίτσας είναι το αρχοντικό Τοπάλη που χτίστηκε το 1844 και χρησιμοποιείται σήμερα ως λαογραφικό μουσείο. Το κτίριο είναι τριώροφη οχυρωμένη κατοικία, με πολεμότρυπες και αμυντικό πυργίσκο στην στέγη του. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Μακρυράχη

Η Μακρυράχη γνωστή και ως «το χωριό των λουλουδιών» είναι χτισμένη στη βορειοανατολική πλαγιά του βουνού του Πηλίου σε ύψος 350 μέτρα. Η Μακρυράχη αποτελεί κατάλληλο προορισμό για όλες τις εποχές του χρόνου. Η ονομασία του χωριού σχετίζεται με τη γεωγραφική του θέση, καθώς το χωριό είναι χτισμένο σε μια μακριά πλαγιά – ράχη που τα όρια του αγγίζουν τη θάλασσα. Η συγκρότησή της έτσι όπως τη γνωρίζουμε σήμερα συντελέστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Μάλιστα τότε πιθανολογείται πως οι καλόγεροι της μονής Σωτήρας την αποκαλούσαν Μακρυαράχη. Στο Μπάνικα και συγκεκριμένα στο σημείο «Κάστρο» ή αλλιώς «Παλιόπετρα» έχουν εντοπιστεί ερείπια από κάστρο της αρχαίας περιόδου και ερείπια αρχαίων οικοδομών. Επιπλέον κατά καιρούς οι ντόπιοι ανακάλυπταν αρχαίους τάφους, πιθάρια και άλλα αρχαία αντικείμενα. Σήμερα οι κάτοικοι του χωριού δραστηριοποιούνται ως επί το πλείστον στην ανθοκομεία. Επιπλέον οι Μακρυραχιώτες δραστηριοποιούνται στη καλλιέργεια μήλων και κάστανων. Οι ταξιδιώτες αξίζει να επισκεφτούν τον ιερό ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, μιας τυπικής τρίκλητης βασιλικής. Στην εξωτερική πλευρά της κόγχης του ναού υπάρχουν ορισμένα λιθανάγλυφα που θυμίζουν τη τέχνη του Ηπειρώτη γλύπτη Μίλιου. Η εκκλησία ανακαινίσθηκε το 1851. Εορτάζει στις 24 Ιουνίου όπου διοργανώνεται λαϊκό πανηγύρι στη κεντρική πλατεία του χωριού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το μονύδριο του Αγίου Αθανασίου, που παλιότερα λεγόταν Άθωνας. Πρόκειται για τον παλιότερο ναό του χωριού που υψώθηκε το 1660 διακοσμημένο με εξαίσιες υδατογραφημένες τοιχογραφίες. Ο σεισμός του 1955 κατέστρεψαν το ναό, στη θέση του οποίου ανοικοδομήθηκε ο ομώνυμος ναός, ο οποίος ωστόσο δεν έχει να επιδείξει ανάλογες φιλοτεχνίες με εκείνες που κοσμούσαν το παλιότερο ναό. Άλλες εκκλησίες που υπάρχουν στο χωριό με ορισμένες αξιόλογες τοιχογραφίες είναι ο ιερός ναός της Παναγιά, του Αγίου Ταξιάρχη και του Αγίου Νικολάου. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Ζαγοράς – Μουρεσίου)

Μαυρόλοφος

Ο Μαυρόλοφος βρίσκεται προς στα βορειοδυτικά του κάμπου του Αλμυρού σε υψόμετρο 90 μέτρα. Στο χωριό το καλοκαίρι του 1924, μετά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, μετεγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από την Καππαδοκία και το χωριό Τσαρικλί, που δε μπόρεσαν να ζήσουν στην Ήπειρο. Σήμερα οι περισσότεροι κάτοικοί του έχουν μετακινηθεί προς τον Αλμυρό και την Ευξεινούπολη. Μετά την ένωση της Θεσσαλίας με την Ελλάδα, αναφέρεται επίσημα με την παλιά του ονομασία Κάτω Καραδαναλί το 1927 να μετονομάζεται σε Κάτω Μαυρόλοφος ενώ το 1940 το όνομά του διορθώθηκε σε Μαυρόλοφος. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Μηλιές

Οι Μηλιές είναι ορεινό χωριό του νοτίου Πηλίου, χτισμένο σε υψόμετρο 400 μέτρων. Λέγεται ότι το χωριό ιδρύθηκε από κατοίκους του χωριού Μηλιές Ευβοίας, οι οποίοι έφυγαν από εκεί για να γλιτώσουν από επιθέσεις πειρατών. Για αυτό το λόγο και η θέση του χωριού είναι τέτοια ώστε να μη βλέπει τη θάλασσα, και φυσικά να μη φαίνεται το χωριό από τη θάλασσα. Η ονομαστή «Σχολή των Μηλεών», που ίδρυσαν οι Γαζής, Κωνσταντάς και Φιλιππίδης, αποτέλεσε σημαντική πνευματική εστία της εποχής και κέντρο του απελευθερωτικού αγώνα του 1821. Απόρροια του διαφωτιστικού έργου της ξακουστής Σχολής των Μηλεών, υπήρξε η ίδρυση της εκπληκτικής βιβλιοθήκης των Μηλεών «Ψυχής Άκος», που λειτουργεί μέχρι σήμερα με περισσότερα από 3500 σπάνια βιβλία και ιστορικά κειμήλια. Στο χωριό υπάρχει η εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, η οποία ανακαινίστηκε το 1741, ενώ είναι άγνωστο το πότε χτίστηκε πρώτη φορά και από ποιόν. Η εκκλησία αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της τοπικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και διαθέτει αξιόλογες μεταβυζαντινές αγιογραφίες. Είναι χτισμένη έτσι, ώστε ο κάθε ήχος μέσα σε αυτήν να μην ακούγεται έξω, γιατί απαγορευόταν ο Χριστιανισμός εκείνη την εποχή. Κατασκευάστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το εξωτερικό της, χωρίς καμπαναριό και άλλα θρησκευτικά σύμβολα ή δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, να μην προδίδει την αληθινή φύση του κτιρίου. Στις Μηλιές καταλήγει ένας σιδηρόδρομος που κατασκευάστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα συνδέοντας το κέντρο του Βόλου, με την εύφορη και πλούσια περιοχή του Δυτικού Πηλίου. Το 1985 το τρένο του Πηλίου χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο ιστορικό μνημείο. Το 1996 και μετά από μία σειρά επισκευών, τέθηκε ξανά σε λειτουργία καλύπτοντας συνολικά μια διαδρομή 15 χιλιομέτρων, από τα Λεχώνια μέχρι τις Μηλιές, προσφέροντας στον επιβάτη την ευκαιρία να απολαύσει τη μοναδική φυσική ομορφιά του τοπίου και τις περίτεχνες αρχιτεκτονικές κατασκευές. Η οργιώδης βλάστηση, η θέα στον Παγασητικό, τα τοξωτά γεφύρια, οι μικρές σήραγγες και η σιδερένια γέφυρα αποτελούν τα βασικά στοιχεία για μια από τις ωραιότερες διαδρομές στην Ευρώπη. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Μηλίνα

Η Μηλίνα είναι παραθαλάσσιος κοντά στις ακτές του Παγασητικού κόλπου. Βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Αργαλαστή και Λαύκος. Κοντά στον οικισμό, συναντάμε πολλούς γραφικούς κολπίσκους με καθαρή θάλασσα σε όλο το μήκος της ακτής. Στο Βαλτούδι, φυσικό λιμάνι του χωριού, βρίσκονται τα νησιά Αλατάς και Πρασούδα. Σε μικρή απόσταση από τον οικισμό, μπορούμε να επισκεφτούμε τον Άγιο Ανδρέα, λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό, τα ερείπια της αρχαίας πόλης Ολιζών. Ακόμα, μπορούμε να επισκεφθούμε το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, στο νησάκι της Πρασούδας, το μοναστήρι των Αγίων Σαράντα στο νησάκι Αλατάς, το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας και το ναΐσκο του Αγίου Αθανασίου. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Μούρεσι

Ένα από τα ομορφότερα χωριά του Πηλίου αδιαμφισβήτητα είναι το Μούρεσι με τις πανέμορφες παραλίες της Νταμούχαρης και του Παπά Νερό. Η γεωγραφική του θέση του χαρίζει απέραντη θέα προς τα γειτονικά χωριά Τσαγκαράδα, Κισσός, Άγιος Δημήτριος και προς τους παραθαλάσσιους οικισμούς Άγιος Ιωάννης, Παπά Νερό, Νταμούχαρη. Λόγω της προνομιακής του θέσης και της απεριόριστης θέας που φτάνει μέχρι και τη Χαλκιδική, από παλιά συνήθιζαν να το αποκαλούν «καραούλι». Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 370 μέτρων. Για την ονομασία του έχουν διατυπωθεί διάφορες εκδοχές, ωστόσο καμιά δεν έχει τεκμηριωθεί ώστε να επικρατήσει των άλλων. Μία εκδοχή αναφέρει πως το χωριό πήρε το όνομά του από την αρχαία ελληνική αποικία της Μικράς Ασίας Μύρα, από όπου ήρθαν και εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι κάτοικοί του. Ένας Γάλλος περιηγητής ο Μεζιέρ το 1850 διατύπωσε την άποψη ότι το Μούρεσι οφείλει το όνομά του στην αρχαία πόλη Μύραι. Έτσι επηρεασμένοι από αυτή την άποψη λόγιοι της εποχής αποκαλούσαν το χωριό Μυρέσιον. Μια πιο απλοϊκή εκδοχή είναι αυτή που αποδίδει το όνομα του χωριού στα δέντρα των μουριών, από τα οποία ήταν κατάφυτη η περιοχή. Το Μούρεσι σίγουρα είχε κατοικηθεί από την αρχαιότητα γεγονός που το μαρτυρά η ανακάλυψη της αρχαϊκής λυκήνθου στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής, όπου σήμερα υπάρχει ο ομώνυμος ναός και το νεκροταφείο. Αργότερα κατά μεσαιωνική περίοδο το λιμάνι της Νταμούχαρης θεωρούνταν το μοναδικό ασφαλές λιμάνι της περιοχής, γεγονός που επιβεβαιώνει και η ύπαρξη του κάστρου. Γύρω στα 1600 οι ντόπιοι φαίνεται ότι δημιουργούν οικισμούς σε μεγαλύτερα υψόμετρα καθώς κινδυνεύουν από τις επιδρομές των πειρατών. Οι ληστρικές επιδρομές ταλάνιζαν επί αιώνες την περιοχή. Μάλιστα το 1814 πειρατές που αποβιβάστηκαν στη Νταμούχαρη και επιτέθηκαν στην ευρύτερη περιοχή αιχμαλώτισαν 40 άτομα για την εξαγορά των οποίων ζητούσαν λύτρα. Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνται κυρίως με τη ναυτιλία, τη σκωληκοτροφία, το μετάξι, τη βιοτεχνία σκουτιών, τα αμπέλια, το κρασί, τα σύκα, το καλαμπόκι, την κτηνοτροφία, ενώ στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. καλλιεργούν επίσης μήλα και πατάτες. Αξιοθέατα του χωριού αποτελούν η πλακόστρωτη κεντρική πλατεία του Κωσταντή Ρέτσου όπου δεσπόζει ο ναός της Αγίας Τριάδας. Την πλατεία αγκαλιάζουν επιβλητικές φλαμουριές, που χαρίζουν σκιά, δροσιά και γεμίζουν την ατμόσφαιρα με το υπέροχο άρωμα του τίλιου. Στην κάτω πλευρά πλησίον της πλατείας υπάρχει ένας χώρος αναψυχής για τα παιδιά που τον κοσμούν μεγάλα πεύκα. Πλησίον υπάρχει το ηρωικό μνημείο, όπου λαμβάνουν χώρα οι σχολικές εκδηλώσεις κατά τις εθνικές επετείους. Στην πλατεία επίσης υπάρχει μια εξαίσια μαρμάρινη κρήνη. Κάτω από την πλατεία υπάρχουν δύο μεγάλα αρχοντικά, το ένα ανήκε στον Κωσταντή Ρέτσο, ενώ το άλλο στην οικογένεια Βεργόπουλου. Πλησίον της πλατείας βρίσκεται το κοινοτικό κατάστημα του χωριού. Βασικό πλεονέκτημα της πλατείας του Μουρεσίου είναι η υπέροχη θέα που συνδυάζει το ειδυλλιακό τοπίο του βουνού και της θάλασσας. Από αυτή φαίνονται τα χωριά Κισσός, Άγιος Δημήτριος, Άγιος Ιωάννης ακόμα και η Χαλκιδική. Στην πλατεία κάθε χρόνο διοργανώνεται η Γιορτή Τσίπουρου καθώς και λαϊκά πανηγύρια αφιερωμένα στις εκκλησίες και στα ξωκλήσια του χωριού, όπως το πανηγύρι κατά τη θρησκευτική εορτή του Αγίου Πνεύματος, του Αγίου Παντελεήμονος, της Αγίου Φανουρίου και του Σταυρού. Στο Μούρεσι επίσης υπάρχει το σπήλαιο των Κενταύρων κοντά στο λόφο Τσούκα. Η παράδοση θέλει στο εσωτερικό του Σπηλαίου να κατοικούν οι Κένταυροι, τους οποίους η μυθολογία τοποθετεί στο βουνό του Πηλίου. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό Σπήλαιο, μεγάλου βάθους, όπου το κοσμούν σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Κοντά στο σπήλαιο δεσπόζει ο λόφος Τσούκα. Πρόκειται για μια θέση, που βρίσκεται πάνω από τον παραλιακό οικισμό της Νταμούχαρης, με απεριόριστη θέα σε βουνό και θάλασσα, όπου λαμβάνουν χώρα κατά τους θερινούς μήνες διάφορες εκδηλώσεις. Στο Μούρεσι αξίζει κανείς να επισκεφτεί τους ναούς και τα ξωκλήσια. Ο ναός της Αγίας Τριάδας βρίσκεται στην κεντρική πλατεία του χωριού. Ο επιβλητικός ναός ανακαινίσθηκε το 1776 από ηπειρώτες τεχνίτες που άρχισαν να συρρέουν στην περιοχή από το β’ μισό του 18ου αι.. Στην Αγία Τριάδα διασώζεται ένα εξαίρετο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Στο ναό φυλάσσονται τα οστά των Τριών Ιεραρχών. Λίγα χρόνια μετά την ανακαίνιση της Αγίας Τριάδας χτίζεται ο ναός της Αγίας Παρασκευής. Στα 1792 οικοδομείται ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στον οποίο το 1810 τοποθετείται ένα από τα ωραιότερα ξυλόγλυπτα τέμπλα του Πηλίου διάτρητης ξυλογλυπτικής με παραστάσεις από τη θυσία του Αβραάμ, τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη, την εκδίωξη του Αδάμ και της Εύας από τον Παράδεισο κ.α. Ο εξαίσιος ναός, δωρεά των ναυτικών, με το διακοσμημένο με βότσαλα δάπεδο θα καταστραφεί λόγω κατολισθήσεων και σεισμών και στη θέση του θα ανεγερθεί νεότερος ομώνυμος ναός το 1955 . Στο νεότερο ναό διασώζεται το τέμπλο του παλαιότερου ναού. Στο Μούρεσι υπάρχουν και τα εξωκλήσια του Προφήτη Ηλία και του Σταυρού. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Ζαγοράς – Μουρεσίου)

Νεοχωράκι

Στις αρχές του 19ου αιώνα, με τις διώξεις του Αλή πασά, αρκετές Σαρακατσάνικες οικογένειες εγκατέλειψαν τα Άγραφα και μετακινήθηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Έτσι και κάποιες οικογένειες μετακινήθηκαν ανατολικά στην Όθρυ. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι Τούρκοι είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα το χωριό Νεοχωράκι, που τότε ονομαζόταν Ιντζέκ. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881) και πάλι οι Σαρακατσάνοι έμειναν χωρίς γη, η οποία είχε περάσει στα χέρια λίγων τσιφλικάδων, που την πήραν με μηδαμινό κόστος από τους Τούρκους. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους επιστρέφουν και πάλι Έλληνες στην περιοχή, την αγοράζουν και προσθέτοντας ένα γάμα (Γ) και ένα γιώτα (Ι) στην αρχή και στο τέλος αντίστοιχα το ονομάσανε Γιντζέκι. Τότε το χωριό ήταν χωρισμένο σε δύο πλευρές. Τη νότια πλευρά την λέγαν Γιντζέκι και τη βόρεια Γιντζεκάκι. Λέγεται πως πριν χιλιάδες χρόνια υπήρχε στην περιοχή η αρχαία Ιτών γνωστή για το Ναό της Αθηνάς της Ιτωνίας, ενώ αργότερα υπήρξε το χριστιανικό χωριό Ιτώνα. Από το 1906 και μετά οι Σαρακατσάνοι άρχισαν να αγοράζουν δική τους γη στην περιοχή. Έτσι το Νεοχωράκι, όπως ονομάστηκε το 1927, κατοικήθηκε σιγά σιγά από Σαρακατσάνους, οι οποίοι αγόρασαν γη στην περιοχή και σήμερα είναι ένας καθαρά Σαρακατσάνικος οικισμός. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Νεράιδα

Κατά το 16ο – 17ο αιώνα οργανώνονται πολλές βλάχικες κοινότητες, όπως το Μέτσοβο, οι Καλαρρύτες, το Ζαγόρι, η Μοσχόπολη (κοντά στη σημερινή Κορυτσά) κ.ά. με συνολικό πληθυσμό περίπου 60.000 κατοίκων. Με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ανάπτυξη των εθνικών κρατών σταματά και η ανάπτυξη των βλάχικων κέντρων. Οι βλάχοι του Αλμυρού κατάγονται από το χωριό Φράσσιαρη (Frasari της σημερινής Ν. Αλβανίας). Γύρω στα 1700 ήταν σημαντική κωμόπολη, στην περιφέρεια της Πρεμετής, με 600 περίπου σπίτια. Στη συνέχεια καταστράφηκε τρεις φορές από τους Οθωμανούς και πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στην περιφέρεια της Κορυτσάς. Από εκεί κατέβηκε η συντριπτική τους πλειοψηφία στον Αλμυρό κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Κατά τα έτη 1878-1880 εγκαθίστανται στον Αλμυρό 163 οικογένειες Βλάχων, όμως εγκατάσταση είχαμε και πριν την χρονολογία αυτή αλλά και μετά το 1881, όταν έγινε η απελευθέρωση του Αλμυρού και φυσικά ολόκληρης της Θεσσαλίας. Οι Βλάχοι, εκτός της πόλης του Αλμυρού, εγκαταστάθηκαν και στη γύρω περιοχή και κυρίως στα χωριά Νεράιδα και Ανθότοπος. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Νηές

Οι Νηές είναι παραθαλάσσιος οικισμός στα νοτιοδυτικά του Παγασητικού Κόλπου και στην είσοδο του ομώνυμου όρμου των Νηών. Βρίσκεται σε απόσταση 5 χιλιομέτρων από τη Σούρπη Μαγνησίας και από το σημείο, που κατά την ελληνική μυθολογία, ξεκίνησε ο Αχιλλέας με τους άνδρες του για τον Τρωικό Πόλεμο. Η βλάστηση της περιοχής χαρακτηρίζεται από τις εκτεταμένες ελαιοκαλλιέργειες. Στις Νηές σώζονται τα ερείπια της βυζαντινής εκκλησίας της Αγίας Τριάδας. Στην περιοχή υπάρχουν επίσης η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη και της Αγίας Άννας. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας στην περιοχή αναπτύχθηκε έντονα η ελαιοκαλλιέργεια. Δύο ελαιοτριβεία της περιοχής έχουν χαρακτηριστεί από το 1995 ως ιστορικά μνημεία γιατί «αποτελεί αξιόλογο και αντιπροσωπευτικό δείγμα παραδοσιακής προβιομηχανικής εγκατάστασης, σημαντικό για τη μελέτη της ιστορίας της αρχιτεκτονικής». Ο μεταγενέστερος παραθαλάσσιος οικισμός δημιουργήθηκε αρχικά με την κατασκευή αγροτικών καλυβιών, προκειμένου οι κάτοικοι της Σούρπης να βρίσκονται σε κοντινή απόσταση από τις καλλιέργειές τους κατά την συγκομιδή των καρπών της ελιάς, που αποτελούσε το κύριο έσοδό τους. Σήμερα μεγάλο ποσοστό των κτιρίων τού οικισμού είναι παραθεριστικές κατοικίες. Η θαλάσσια περιοχή στις ανατολικές ακτές άκρας Γλάρος στον ομώνυμο όρμο έχει κηρυχθεί από το 2004 αρχαιολογικός χώρος. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Νταμούχαρη

Η Νταμούχαρη αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο για το Πήλιο. Είναι το καμάρι του Πηλίου! Η γοητεία της συγκίνησε ακόμα και τους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες του γνωστού μιούζικαλ στο οποίο πρωταγωνίστησαν πασίγνωστοι διεθνώς ηθοποιοί «Mama Mia» και γύρισαν μέρος της ταινίας στο λιμανάκι της Νταμούχαρης. Σε μικρή απόσταση από τη Νταμούχαρη βρέθηκαν ερείπια παλιού φρουρίου και εκεί τοποθετούν την ομηρική πόλη Θαυμακία. Για την ονομασία του παραλιακού οικισμού του Μουρεσίου υπάρχουν δύο διαδεδομένες εκδοχές. Η μία αποδίδει την ονομασία σε Έλληνες και Βενετούς ναυτικούς, οι οποίοι πριν από μισό αιώνα περίπου καθώς έπλεαν στην περιοχή διακινδύνευσαν από τους πειρατές και ζήτησαν χάρη από την Παναγιά. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την εκδοχή η ονομασία Νταμούχαρη αποτελεί παραφθορά της φράσης «Δώσ’ μου χάρη» . Κατά την άλλη εκδοχή το τοπωνύμιο προήλθε από τη σύντμηση της φράσης «d’amour» που σημαίνει όλο χάρη. Ο γραφικός οικισμός της Νταμούχαρης προκαλεί δέος σε ντόπιους και ξένους με την φυσική ομορφιά του και την ιστορία του. Πρόκειται για έναν παραθαλάσσιο οικισμό όπου αποτελείται από δύο μικρούς κόλπους, τους οποίους χωρίζει ένας λόφος, πάνω στον οποίο υπάρχουν τα ερείπια μεσαιωνικού κάστρου. Ο ένας κόλπος αποτελεί το φυσικό λιμανάκι της Νταμούχαρης και ο άλλος τη βοτσαλωτή παραλία της Παλιάς Νταμούχαρης. Το φυσικό λιμανάκι της Νταμούχαρης που δεσπόζει κάτω από το επιβλητικό τοπίο των συντριμμιών του κάστρου, στολίζουν πέραν από τα γαλαζοπράσινα νερά του Αιγαίου, οι επιβλητικοί βράχοι στην κορυφή των οποίων υπάρχει πλούσια βλάστηση. Στο λιμανάκι υπάρχει το πέτρινο κτίριο του παλιού τελωνείου, που βρίσκεται εκεί για να θυμίζει την περίοδο ακμής της περιοχής. Γύρω από αυτό επίσης υπάρχουν ψαροταβέρνες όπου μπορεί κανείς να απολαύσει φρέσκο ψάρι και άλλες τοπικές λιχουδιές, απολαμβάνοντας παράλληλα την εξαίσια θέα. Από την πλευρά της Παλιάς Νταμούχαρης το τοπίο γίνεται πιο άγριο και προκαλεί δέος, καθώς στις δύο πλευρές του κόλπου δεσπόζουν υψηλοί βράχοι. Στο τέρμα της παραλίας της Παλιάς Νταμούχαρης υπάρχει ένα μικρό ξύλινο γεφυράκι που συνδέει τη παραλία με τα «καγκιόλια», ένα ανηφορικό μονοπάτι πάνω στο βράχο, με μεγάλη κλίση που οδηγεί στην πανέμορφη Φακίστρα της Τσαγκαράδας. Πάνω στο λόφο της Νταμούχαρης υπάρχει το περίφημο αρχοντικό «Cleopatra’s Miramare», το οποίο φέρει μια δραματική ιστορία. Ο καπετάνιος Απόστολος Βαϊνόπουλος κάτοικος της Νταμούχαρης ταξίδευε διακινώντας προϊόντα στο εξωτερικό. Ενώ βρισκόταν στο Βουκουρέστι ερωτεύτηκε την όμορφη και πλούσια Κλεοπάτρα, την οποία την παντρεύτηκε και την έφερε μαζί του στη Νταμούχαρη. Στη Νταμούχαρη ο ίδιος θα χτίσει ένα περίφημο αρχοντικό όπου θα ζήσει με την αγαπημένη του Miramere, όπως τη φώναζε χαϊδευτικά ο ίδιος. Η Κλεοπάτρα καθώς ο αγαπημένος της ταξιδεύει συνεχώς και μακριά από την οικογένειά της παθαίνει κατάθλιψη . Η ίδια πεθαίνει κατά τον τοκετό ύστερα από επιπλοκές. Το παιδί της ένα αγοράκι καταφέρνει να ζήσει, αλλά δυστυχώς πεθαίνει πρόωρα σε ηλικία 10 ετών καθώς προσβάλλεται από μια ασθένεια. Ο Βαϊνόπουλος σε αυτή τη δύσκολη στιγμή της ζωής του έχει πλάι του την παραμάνα του παιδιού, τη Βικτώρια με την οποία θα αποκτήσει 5 παιδιά . Από τους απογόνους αυτούς κατάγονται και οι περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής. Στη Νταμούχαρη και συγκεκριμένα στα Κριτίρια αγαπούν να πηγαίνουν οι ντόπιοι ψαράδες. Πρόκειται για ένα ακρωτήρι, όπου συχνάζουν οι ψαράδες που ψαρεύουν από τα βράχια. Κοντά στα Κριτίρια υπάρχει η θέση Αυλάκι που μοιάζει σα μια πολύ μικρή κρυφή παραλία, που καταφεύγουν εκεί για μπάνιο όσοι αγαπούν το κολύμπι τις ημέρες που έχει πολύ κύμα, διότι η θέση του του επιτρέπει να έχει ήρεμα νερά, καθώς βρίσκεται πίσω από τα Κριτίρια και είναι κλειστό από τις δύο πλευρές. Μπροστά από τα Κριτίρια και μέχρι την Παραλία του Παπά Νερό εκτείνεται η θάλασσα που οι ντόπιοι αποκαλούν «Απέραντος». Τέλος αξίζει να γίνει μια αναφορά στο μικρό ναό του Αγίου Νικολάου και Χαραλάμπου, χτισμένου από το 1744, τον οποίο αξίζει κανείς να επισκεφθεί για να θαυμάσει τις υπέροχες αγιογραφίες βυζαντινής τέχνης. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Ζαγοράς – Μουρεσίου)

Ξουρίχτι

Το Ξουρίχτι είναι ένα όμορφο γραφικό χωριό χτισμένο πάνω στο βουνό με εκπληκτική θέα στη θάλασσα. Περνώντας από ελικοειδείς δρόμους λίγο πριν το Ξουρίχτι ξεπροβάλλει ένα επιβλητικό τοπίο που η όψη του προκαλεί δέος. Πανύψηλοι βράχοι από τη μια και από την άλλη τεράστιες χαράδρες που πέρα από αυτές ξεδιπλώνεται η απέραντη θάλασσα. Στο τελείωμα των βράχων, πάνω στο λόφο του βουνού ξεπροβάλλουν διάσπαρτα μικρά σπιτάκια, χτισμένα αμφιθεατρικά μπροστά από το γαλαζοπράσινο φόντο. Η ονομασία του προέρχεται από την ετυμολογική συγγένεια της λέξης με το ρήμα εξορύσσω, καθώς στην περιοχή πραγματοποιούνταν εξορύξεις και διατηρούνταν ορυχεία εξόρυξης σιδηροπυρίτη. Βέβαια κατά άλλες εκδοχές η ονομασία του οφείλεται στη γεωγραφική του θέση, καθώς είναι χτισμένο σε σημείο όπου ο αέρας «ξυρίζει» ή τέλος η ονομασία οφείλεται στο οικογενειακό παρωνύμιο Τσουρίχτης, που σημαίνει αυτός που κλαίει γοερά, που τσιρίζει. Το Ξουρίχτι είναι από τα μικρότερα χωριά σε υψόμετρο 500 μέτρων. Οι ντόπιοι ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργεια της γης και ειδικότερα με την παραγωγή κάστανου. Τα κάστανα του Ξουριχτίου είναι εξαιρετικής ποιότητας και εξάγονται σε πολλές χώρες της νότιας Ευρώπης, κυρίως στα Βαλκάνια. Μάλιστα κάθε χρόνο στο χωριό διοργανώνεται η γιορτή κάστανου, στα τέλη Οκτωβρίου, όπου προσφέρονται στους επισκέπτες ψημένα κάστανα και άφθονο κρασί. Αξιόλογα μέρη που έχει να επιδείξει το Ξουρίχτι είναι η κεντρική πλατεία του στην οποία δεσπόζει ένας επιβλητικός πλάτανος που αγκαλιάζει τη πλατεία χαρίζοντας δροσιά και σκιά. Πρόκειται για το κέντρο του χωριού και για αυτό σφύζει από ζωή. Ο Ιερός Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου αποτελεί άλλο ένα αξιοθέατο που έχει να επιδείξει το Ξουρίχτι. Πρόκειται για αξιόλογο μνημείο καθώς τους τοίχους του κοσμούν μεταβυζαντινές αγιογραφίες του 17ου αι. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ξυλόγλυπτο τέμπλο του. Κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου διοργανώνεται στην κεντρική πλατεία του χωριού λαϊκό πανηγύρι για τον εορτασμό της εκκλησίας. Στο χωριό σημείο μοναδικής θέας όπου υπάρχει και ο ομώνυμος ναός είναι η κατάφυτη πλατεία των Αγίων Πάντων, απ’ όπου μπορεί κανείς να θαυμάσει την πανοραμική θέα του βουνού, της θάλασσας και του τεράστιου φαραγγιού της Κούτρας. Στο Ξουρίχτι το 2009 εγκαινιάστηκε το ανοιχτό θέατρο στη θέση του παλιού λατομείου με χωρητικότητα 1200 ατόμων. Σε αυτό έχουν διοργανωθεί διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Στο Ξουρίχτι υπάρχουν επίσης τα ξωκλήσια του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Κωνσταντίνου και του Αγίου Αχίλλειου, ενώ στον παραλιακό οικισμό του Λιμνιώνα υπάρχουν επίσης η Αγία Βαρβάρα και ο Άγιος Νικόλαος. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Ζαγοράς – Μουρεσίου)

Ξινόβρυση

Η Ξινόβρυση είναι χωριό χτισμένο στις πλαγιές του νοτιοανατολικού Πηλίου. Η αρχική ονομασία του χωριού ήταν Μπιστινίκα ή Μπεστινίκα. Η ονομασία του χωριού στη σλαβική λέξη pestinik ή pecnik, που σημαίνει φούρνος. Άλλοι πάλι αποδίδουν την ονομασία του χωριού στην ελληνική λέξη στενό, μιας και η περιοχή όπου έχει χτιστεί το χωριό αποτελεί το στένωμα δυο ή τριών λοφοσειρών. Στην ευρύτερη περιοχή έχουν επισημανθεί πολλά ευρήματα από τα μεσαιωνικά χρόνια και στην περιοχή «Συριώτη», υπάρχουν ακόμη τα πενιχρά οικοδομικά λείψανα από μεσαιωνικό κάστρο. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η Μπιστινίκα ήταν μαχαλάς (οικισμός) της Αργαλαστής. Οι κάτοικοι του χωριού εξακολουθούν να ζουν από τη γεωργία, ενώ ορισμένοι απ’ αυτούς προσπαθούν να επιβιώσουν από τον τουρισμό. Για τον επισκέπτη, πολύ ενδιαφέρον έχουν οι παραλίες της Ξινόβρυσης, η Μουρτίτσα, τα Ποτιστικά, οι Κουρήτες και η Μελανή, που βρίσκονται κοντά στο χωριό. Επάνω από την πλατεία του χωριού, βρίσκεται η τρίκλιτη βασιλική της Κοιμήσεως του Θεοτόκου, κτίσμα του 1778 σύμφωνα με την πηλιορείτικη αρχιτεκτονική της εποχής εκείνης. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Παπά Νερό

Το Παπά Νερό είναι ο δεύτερος παραλιακός οικισμός του Μουρεσίου. Για την ονομασία του υπάρχουν δύο εκδοχές. Κατά τη μία η ονομασία προέρχεται από μία ομώνυμη πηγή στην περιοχή «Τρύπια Πέτρα» και κατά την άλλη η ονομασία οφείλεται στο πνιγμό ενός παπά σε εκείνη την περιοχή. Στο Παπά Νερό λέγεται ότι έγινε ο γάμος του Πηλέα με τη Νηρηίδα Θέτιδα. Πρόκειται για ιδιαίτερα δημοφιλή προορισμό στους τουρίστες, καθώς διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες παραλίες του Πηλίου. Η παραλία Παπά Νερό είναι οργανωμένη και έχει βραβευθεί με γαλάζια σημαία. Στην περιοχή υπάρχει επίσης οργανωμένο camping και οι παιδικές κατασκηνώσεις της ΧΑΝ. Στο Παπά Νερό έχει οικοδομηθεί η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου. Τον προαύλιο της χώρο κοσμούν μια πανέμορφη πλατεία κατάφυτη με πλατάνια καθώς και το θέατρο Αρίων στο οποίο κάθε χρόνο αναβιώνει το έθιμο του Κλύδωνα. Πλάι στο Παπά Νερό υπάρχει ο δημοφιλέστερος καλοκαιρινός προορισμός του Ανατολικού Πηλίου, ο Άγιος Ιωάννης, με τον οποίο συνδέεται με το ξύλινο γεφυράκι του Ροβοάμ και την πανέμορφη τοξωτή γέφυρα. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Ζαγοράς – Μουρεσίου)

Πινακάτες

Οι Πινακάτες  βρίσκονται χτισμένες στις πλαγιές του Πηλίου με θέα τον Παγασητικό. Κατά μία εκδοχή, η ονομασία Πινακάτες προέρχεται από κάποιον από τους πρώτους κατοίκους του χωριού ο οποίος ονομάζονταν πινακάς, δηλαδή κατασκευαστής πήλινων ή ξύλινων πιάτων που στην πηλιορείτικη διάλεκτο αποκαλούνταν «πινάκια». Η κατάληξη -άτες θεωρείται πως είναι τοπωνυμικός σχηματισμός της αρβανίτικης γλώσσας. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι Πινακάτες, όπως και η γειτονική Βυζίτσα ήταν συνοικίες («μαχαλάδες») που υπάγονταν στον Άγιο Γεώργιο Νηλείας. Οι κύριες ασχολίες των Πινακιωτών ήταν η κτηνοτροφία, και αργότερα η καλλιέργεια ελαιών, η αμπελουργία και η οινοποιία, η καλλιέργεια «συκαμινιών» (μουριές) και η παραγωγή μεταξιού, κλπ. Προπολεμικά, η καλλιέργεια της ελιάς είχε δώσει μεγάλη οικονομική άνθηση στις Πινακάτες. Η τοπική εκκλησία του Αγίου Δημητρίου εορτάζει στις 20 Αυγούστου, ενώ η άλλη τοπική εκκλησία του Αγίου Αθανασίου εορτάζει στις 2 Μαΐου. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Πλατανιά

Η Πλατανιά βρίσκεται στο νότιο τμήμα της χερσονήσου, στα παράλια του Αιγαίου πελάγους απέναντι από τη Σκιάθο και την Εύβοια σε υψόμετρο 13 μέτρα. Το χωριό είναι αμφιθεατρικά κτισμένο κατά μήκος της παραλίας του και υπάρχουν αρκετά τουριστικά καταλύματα (ενοικιαζόμενα, κάμπινγκ) καθώς κέντρα εστίασης. Παλιό ψαροχώρι, αποτελεί τουριστικό προορισμό της περιοχής και διαθέτει μικρό λιμανάκι, το οποίο είναι αλιευτικό καταφύγιο, ενώ μέσω ενός μονοπατιού (800 μέτρα) η παραλία της ενώνεται με αυτή του γειτονικού οικισμού Μικρό. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Πλατανίδια

Τα Πλατανίδια είναι παραθαλάσσιος οικισμός – επίνειο των Άνω Λεχωνίων. Χαρακτηρίζεται «Σκάλα» (παράλιος εμπορικός σταθμός) από τα παλιά χρόνια, με ευρήματα αρχαία και παλαιοχριστιανικά και αναφέρεται ως Skala Liconia στα χρόνια του μεσαίωνα, όταν την περιοχή κατοικούσαν οι τοπάρχες Μελισσηνοί. Το όνομά τους οφείλεται στα πολλά πλατάνια που είχε η περιοχή και αποτελεί παραθεριστικός οικισμός με μεγάλη οικιστική ανάπτυξη. Στα Πλατανίδια υπάρχουν ψαροταβέρνες, καφέ, ξενώνες και ενοικιαζόμενα δωμάτια. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Πλάτανος

Ο Πλάτανος, επίσημα Νέος Πλάτανος, είναι κωμόπολη η οποία δημιουργήθηκε από τη μετακίνηση από το 1953-1962 του χωριού Πλάτανου, ή Παλιός Πλάτανος (για να γίνεται διαφοροποίηση από το Νέο). Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο Παλαιός Πλάτανος διατηρούσε δημοτικά σχολεία αρρένων και θηλέων. Ένα από αυτά βρισκόταν πάνω από την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου χτισμένο στις 26 Μαΐου 1864. Μετά την απελευθέρωση ο Παλαιός Πλάτανος διέθετε δυο δημοτικά σχολεία δυναμικότητας αρχικά διακοσίων μαθητών. Μετά το ’30 χτίστηκε το νέο σχολείο που φιλοξένησε περίπου 130 μαθητές. Λειτούργησε για 30 περίπου χρόνια ως το 1961-62, οπότε και μεταφέρθηκε μαζί με όλο το χωριό στη νέα τοποθεσία, το σημερινό Πλάτανο. Η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, που ήταν και ο πολιούχος του χωριού, πιθανολογείται ότι χτίστηκε το 1802. Η οροφή της σκεπάζεται με πλάκες, ενώ εσωτερικά το δυτικό τμήμα είναι υπερυψωμένο και χρησίμευε ως γυναικωνίτης. Από εκεί οδηγούμαστε με εσωτερική σκάλα στο τούβλινο καμπαναριό. Στην είσοδο υπάρχει ακόμα η σιδερένια αυλόπορτα διακοσμημένη με μπρούτζινους αγγέλους. Η εκκλησία γιορτάζει στις 18 Ιανουαρίου κι έχει μήκος 25,80 μ. και πλάτος 13,20 μ. Στα δυτικά του Πλατάνου και στην κορυφή του ομώνυμου λόφου βρίσκεται χτισμένο το ξωκκλήσι του Αγίου Αντωνίου. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλες τις επαναστάσεις για την απελευθέρωση της περιοχής από τους Οθωμανούς έπαιξε σημαντικό ρόλο λόγω της θέσης του στο ύψωμα. Στο πανηγύρι του Αγίου Αντωνίου στις 17 Ιανουαρίου, πιστοί απ’ όλη την επαρχία κατέκλυζαν και συνεχίζουν να κατακλύζουν το λόφο. Το ξωκλήσι έχει μήκος 16 μ. και πλάτος 8,10 μ. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (Αϊ – Γιαννάκης) γιορτάζει δυο φορές το χρόνο, στις 8 Μαΐου και στις 18 Σεπτεμβρίου. Δεν είναι γνωστό πότε χτίστηκε ο ναός, αλλά ανήκει στις εκκλησίες που χτίζονταν κάπως βιαστικά για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των πιστών. Λόγω των σεισμών του 1955 και του 1957 υπέστη αρκετές ζημιές. Επισκευάστηκε το 1964, αλλά πάλι ο σεισμός του 1980 προξένησε ανεπανόρθωτες ζημιές, οπότε ανακαινίστηκε εκ βάθρων το 1982. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Πορταριά

Η Πορταριά είναι παραδοσιακός οικισμός χτισμένη στις δυτικές πλαγιές του Πηλίου. Αποτελεί κεφαλοχώρι της περιοχής, καθώς γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη στο παρελθόν και σήμερα εξακολουθεί να διατηρεί τον πληθυσμό της χάρη κυρίως στις τουριστικές επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικό στοιχείο της Πορταριάς είναι τα μεγάλα της αρχοντικά, θεσσαλομακεδονικού ρυθμού με σκεπή από πέτρινες πλάκες. Ο αρχικός οικισμός στην περιοχή της Πορταριάς δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των Σλαβικών εποικισμών στον ελλαδικό χώρο. Ο οικισμός που δημιουργήθηκε τότε αναφέρεται σε έγγραφα της Βυζαντινής περιόδου με το όνομα Δρυανούβαινα. Προς το τέλος της Βυζαντινής περιόδου ιδρύονται στην περιοχή μοναστήρια. Ένα από τα μοναστήρια που ιδρύθηκαν τότε ήταν το μοναστήρι της Παναγίας της Πορταρέας, στο οποίο η Πορταριά οφείλει, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, τη σημερινή της ονομασία. Το 18ο αιώνα η Πορταριά έχει εξελιχθεί ήδη σε ένα σημαντικό εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο της περιοχής, γνωρίζοντας μεγάλη ανάπτυξη, γεγονός που αποτυπώνεται στα μεγάλα αρχοντικά της, που πολλά διατηρούνται μέχρι σήμερα. Η Πορταριά εκείνη την περίοδο φημίζεται κυρίως για τα μεταξωτά υφαντά της και τα μαντήλια της, καθώς και για το μεγάλο παζάρι της, που ήταν ίσως το σημαντικότερο της Θεσσαλίας. Η Πορταριά είναι σήμερα χαρακτηρισμένος τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, μαζί με τη γειτονική της Μακρινίτσα, καθώς και χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Πουρί

Το Πουρί είναι ένα μικρό χωριό βόρεια της Ζαγοράς και μέχρι το 1850 αποτελούσε συνοικία της, έκτοτε είναι αυτόνομη κοινότητα. Είναι ένα πανέμορφο γραφικό χωριό, με υπέροχη θέα σε βουνό και θάλασσα. Πολλοί το αποκαλούν «μπαλκόνι του Πηλίου», καθώς από το χωριό διακρίνονται οι Βόρειες Σποράδες και η Χαλκιδική. Οι κάτοικοί του παραδοσιακά ήταν ναυτικοί και σε αυτούς αποδίδονται η ανακαίνιση του ναού του Αγίου Δημητρίου, έργα υποδομής όπως γεφύρια, καλντερίμια κ.α. Το Πουρί διαθέτει μια πανέμορφη αμφιθεατρική πλατεία τριών επιπέδων, στην οποία βρίσκεται η τρίκλητη βασιλική του Αγίου Δημητρίου. Στη περιοχή ξεχωρίζουν επίσης τα πέτρινα γεφύρια και τα ξωκλήσια όπως του Αγίου Αθανασίου φιλοτεχνημένο με μοναδικές αγιογραφίες του 17ου αι., το ξωκλήσι των Αγίων Πάντων και το ξωκλήσι του Αη Γιαννάκη στην Ελίτσα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι θαλάσσιες σπηλιές της περιοχής. Σε πολύ μικρή απόσταση από το χωριό βρίσκονται οι παραλίες Ελίτσα, Οβριός και Ανάληψη ή αλλιώς Πλυμάρι. Τέλος η περιοχή είναι γνωστή για το υπέροχο φαγητό αλλά και για τις υπέροχες διαδρομές για πεζοπορία. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Ζαγοράς – Μουρεσίου)

Συκή

H Συκή είναι χωριό σε υψόμετρο 290 μέτρων, με θέα προς το Αιγαίο και τις Σποράδες. Κοντά στο χωριό βρίσκεται η Μονή Τιμίου Προδρόμου Συκής. Η μονή ιδρύθηκε το έτος 1795. Κατασκευάστηκε από το λαϊκό αρχιτέκτονα του Πηλίου, Δήμο Ζουπανιώτη. Ανακαινίστηκε το 1839. Το καθολικό είναι τρίκογχο, αθωνίτικου τύπου. Από την τετραπλεύρο μονή σώζεται η ανατολική πτέρυγα και το ήμισυ περίπου της βόρειας. Το 1823, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, το χωριό καταστράφηκε από τους Τούρκους και ερήμωσε για μια χρονική περίοδο. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Τρίκερι

Ένα δείγμα της πολυμορφίας του Πηλίου είναι το χωριό Τρίκερι με όλα τα χαρακτηριστικά ενός νησιώτικου οικισμού. Οι κάτοικοι ήταν ψαράδες, σφουγγαράδες και τολμηροί καπεταναίοι, αρχοντικά των οποίων διατηρούνται μέχρι σήμερα και δεσπόζουν στα στενά καλντερίμια του χωριού. Ζωντανή διατηρείται ακόμη η παράδοση, που θέλει τις γυναίκες του χωριού να φορούν την τοπική ενδυμασία στις γιορτές και τα γραφικά πανηγύρια. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκκλησίες του Αγίου Αθανασίου και της Αγίας Τριάδας όπου υπάρχει θρόνος του Ναπολέοντα. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Θεσσαλίας)

Τσαγκαράδα

Η Τσαγκαράδα βρίσκεται στις πλαγιές του Πηλίου χτισμένη σε υψόμετρο 400 μέτρων περίπου. Το τοπωνύμιο «Τσαγκαράδα» στάθηκε αφορμή να διατυπωθούν πολλές  αντιφατικές εκδοχές. Η πιο απλοϊκή εκδοχή έχει σχέση με τα παπούτσια και βασίζεται στο ότι το χωριό κάποτε ονομαζόταν «Τσαγκαράδες». Μια άλλη εκδοχή στηρίζεται σε ετυμολογία ξένων λέξεων, κυρίως σλάβικων, που σχετίζονται με την «ωραία θέα». Το χωριό αποτελείται από τέσσερεις μικρότερους οικισμούς, οι οποίοι παίρνουν το όνομά τους από τις εκκλησίες που βρίσκονται στις κεντρικές πλατείες: Άγιοι Ταξιάρχες που είναι και ο παλαιότερος οικισμός, Αγία Παρασκευή και Άγιος Στέφανος, που βρίσκονται κατά μήκος του δημόσιου δρόμου, και Αγία Κυριακή, η οποία βρίσκεται χαμηλά στην πλαγιά του βουνού προς τη θάλασσα. Η Τσαγκαράδα άρχισε να χτίζεται γύρω στο 1600. Υπάρχουν όμως ευρήματα, όπως αρχαίες οικοδομές, τάφοι και πιθάρια που χρονολογούνται γύρω στο 1363. Επίσης η περιοχή ήταν κατοικημένη στις αρχές της Μακεδονικής περιόδου καθώς και στα Βυζαντινά χρόνια. Τα πρώτα σπίτια που χτίστηκαν βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα, αλλά εξαιτίας του φόβου που υπήρχε για τους πειρατές άρχισαν να χτίζουν όλο και πιο ψηλά. Επιπλέον, εξαιτίας του μεγάλου ποσοστού της φτωχολογιάς που υπήρχε, ο πληθυσμός της Τσαγκαράδας στράφηκε στη βιοτεχνία. Υπήρξε επίσης και έντονο μεταναστευτικό ρεύμα των περισσότερων κάτοικων του Ανατολικού Πηλίου προς τις πόλεις της Ανατολής, κυρίως στν Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη. Χαρακτηριστικό της Τσαγκαραδας αποτελεί και η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, γνωστή ως «Πηλιορείτικη». Αυτή η αρχιτεκτονική περιλαμβάνει εξαίρετα οικοδομήματα που φέρουν τη σφραγίδα της αρχοντιάς και του δημιουργικού οίστρου του αποδήμου Τσαγκαραδιώτικου στοιχείου, όπως έργα κοινής ωφέλειας (σχολεία, εκκλησίες) και αρχοντικά. Πολλά από αυτά έχουν δημιουργηθεί από την γενιά των ευεργετών οι όποιοι, όταν επέστρεψαν από την ξενιτιά, ίδρυσαν λαμπρά οικοδομήματα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Εμπορική Σχολή, το Νανοπούλειο, το υδραγωγείο των Αγίων Ταξιαρχών και η κατασκευή του δρόμου Τσαγκαράδας- Μηλεών. Αξιοθέατα που μπορείτε να δείτε στην Τσαγκαράδα είναι:

  • Κρυφό Σχολειό όπου κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στη μέση ενός θεόρατου και απόκρημνου βράχου που δέρνεται από τα άγρια κύματα του Αιγαίου πελάγους, δίπλα από την παραλία της Φακίστρας βρίσκεται το Κρυφό Σχολειό. Εκεί ασκήτευε ένας καλόγερος από το 1668, ο οποίος δίδασκε στα παιδιά, κρυφά από τον Τούρκους. Η σπηλιά σώζεται και είναι επισκέψιμη στο κοινό.
  • Παλιό γεφύρι: Στην αρχή του χωριού της Τσαγκαράδας βρίσκεται το παλιότερο και πιο γνωστό πέτρινο μονότοξο γεφύρι. Ονομάστηκε έτσι εξαιτίας της ημερομηνίας κτίσης του το 1728 και αποτελούσε τον μοναδικό χερσαίο εμπορικό δρόμο της εποχής εκείνης. Ενώνει το χωριό της Τσαγκαράδας και του Ξουριχτιού. Το μήκος του γεφυριού είναι 18 μέτρα.
  • Πλάτανος 1000 ετών: Η τουριστική ατραξιόν του χωριού είναι αναμφίβολα ο χιλιόχρονος πλάτανος στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής. Ο κορμός του έχει περίμετρο 15 μέτρα, ενώ το καλοκαίρι η σκιά του καλύπτει ολόκληρη την πλατεία.

Οι εκκλησίες του χωριού είναι:

  • Αγία Παρασκευή: Στην κεντρική πλατεία της Τσαγκαράδας, όπου τοποθετείται και ο χιλιόχρονος πλάτανος, βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, που χτίστηκε το 1909 από τον Τσαγκαραδιώτη ευεργέτη Νικόλαο Στακό. Γιορτάζει στις 26 Ιουλίου. Τη μέρα αυτή διοργανώνεται λαϊκό πανηγύρι στην πλατεία. Η εκκλησία λειτουργεί κανονικά κάθε Κυριακή και σε όλες τις γιορτές.
  • Άγιος Ταξιάρχης: Στην πρώτη συνοικία της Τσαγκαράδας βρίσκεται η πλατεία και η εκκλησία των Αγίων Ταξιαρχών. Άξιο αναφοράς αποτελεί το τέμπλο Βενετσιάνικου τύπου που χρονολογείται το 1749. Η κατασκευή του τέμπλου αποπερατώθηκε τρία χρόνια μετά το χτίσιμο της εκκλησίας (1746). Η εκκλησία αυτή γιορτάζει στις 6 Σεπτεμβρίου.
  • Άγιος Στέφανος: Το 1772 χτίστηκε η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου, η οποία στη διάρκεια του 20ου αιώνα υπέστη ζημίες με αποτέλεσμα τη μείωση του ύψους της. Αξιοθέατα είναι ο αρχιερατικός θρόνος και το ιδιαίτερο τέμπλο. Γιορτάζει στις 2 Αυγούστου. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Φυλάκη

Η Φυλάκη βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του νομού. Ωστόσο η ιστορία της περιοχής χάνεται ακόμα πιο πίσω και βαθιά στο χρόνο. Οι πρώτοι οικισμοί της περιοχής χρονολογούνται ήδη από τη Νεολιθική Εποχή, περίπου 5.000 π.Χ. Πρόκειται για τους γνωστούς βιβλιογραφικά προϊστορικούς οικισμούς της Πέρδικας (Νταουτζιά) και της Φυλάκης. Ειδικότερα ο δεύτερος όπως αναφέρεται από τον Όμηρο στα γνωστά έπη, συνεχίζει να κατοικείται και στην Εποχή του Χαλκού και στα Ιστορικά Χρόνια. Το τοπίο είναι ήρεμο με πολλές ομαλές εναλλαγές από τις πλαγιές χαμηλών καλλιεργήσιμων λόφων και μικρές ρεματιές ανάμεσα. Το Χολόρεμα, το μεγαλύτερο ρέμα που στραγγίζει την περιοχή προς τον Παγασητικό δεσπόζει στον χώρο και αποτελεί την φυσική δίοδο προς τα Δυτικά. Στο δυτικότερο άκρο και πολύ κοντά στη Φυλάκη και τη σπηλιά της υπάρχει ο ποταμός Ενιππέας. Τα σπίτια του χωριoύ ακολουθούν το παραδοσιακό μοτίβο με τις ασπρισμένες και γεμάτες λουλούδια αυλές. Οι κάτοικοι ασχολούνται κατά κύριο λόγω με την γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ χαρακτηρίζονται από την φιλοξενία και την καλοσύνη τους. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Χάνια

Τα Χάνια Πηλίου είναι ορεινός οικισμός σε υψόμετρο 1.190 μέτρων στις πλαγιές του Πηλίου και αποτελούν τον ορεινότερο οικισμό του νομού Μαγνησίας. Το χωριό πήρε το όνομά του από τα παλιά χάνια, στα οποία φιλοξενούνταν όσοι ταξίδευαν στην περιοχή. Στα Χάνια λειτουργεί το χιονοδρομικό κέντρο Πηλίου και γι’ αυτό το λόγο προσελκύουν πολλούς επισκέπτες κατά τους χειμερινούς μήνες. Στον οικισμό λειτουργούν πολλοί ξενώνες και ταβέρνες. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Χορευτό

Το Χορευτό είναι ο παραθαλάσσιος οικισμός της Ζαγοράς και δημοφιλής προορισμός τουριστών κατά τους θερινούς μήνες. Απέχει 6 χιλ. από το χωριό της Ζαγοράς, ενώ πρόσβαση σε αυτό υπάρχει και από το χωριό της Μακρυράχης. Το Χορευτό είναι μια εξαιρετική επιλογή για τις διακοπές των τουριστών καθώς διαθέτει μια μεγάλη σε μήκος αμμουδιά 2,5 χιλιομέτρων, οργανωμένη με ομπρέλες, βρέχεται από τα υπέροχα γαλαζοπράσινα νερά του Αιγαίου. Στο Χορευτό υπάρχει οργανωμένο camping, ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, εστιατόρια και καφετέριες. Στο Χορευτό λαμβάνουν χώρα διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις όπως το πανηγύρι στις 29 Αυγούστου για τον εορτασμό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, Ναυτική Βραδιά, το Παζάρι του Συλλόγου των επαγγελματιών. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Ζαγοράς – Μουρεσίου)

Χοροστάσι

Ο παραθαλάσσιος οικισμός Χοροστάσι ονομάζεται και παραλία Πλατάνου. Βρίσκεται στον κόλπο του Αλμυρού. Εκεί βρίσκονται οι εγκαταστάσεις εκφόρτωσης των πλοίων της βιομηχανίας SOVEL, καθώς και οι αντίστοιχες φόρτωσης υλικού για την τσιμεντοβιομηχανία ΑΓΕΤ Ηρακλής. Στη βόρεια άκρη της παραλίας λειτουργεί αλιευτικό καταφύγιο. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Αλμυρού)

Χόρτο

Το Χόρτο είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό του Νοτίου Πηλίου που «βλέπει» στον Παγασητικό κόλπο ενώ η παραλία του έχει χαρακτηριστεί «ιδιαίτερου φυσικού κάλους». Ένας μικρός ποταμός διαρρέει το Χόρτο ο οποίος δεν είναι πλεύσιμος. Πηγάζει από το χωριό Μετόχι, το οποίο βρίσκεται βόρεια σε απόσταση περίπου 4 χιλιομέτρων από το Χόρτο. Τον χειμώνα πολλές φορές ξεχειλίζει από τις πολλές βροχοπτώσεις, με αποτέλεσμα να προκαλεί προβλήματα στους κατοίκους του χωριού. Το Χόρτο είναι ένας δημοφιλής προορισμός για θερινές διακοπές καθώς έχει τρεις μικρές παραλίες κατάλληλες για μικρά παιδιά, πολλά εστιατόρια και ταβέρνες αλλά και ένα μικρό υπαίθριο θέατρο με πλούσιες εκδηλώσεις τους καλοκαιρινούς μήνες. Επίσης στο Χόρτο υπάρχει το Λαογραφικό Μουσείο του Ιδρύματος Αγγελίνη, όπου εκτίθεται πλούσια συλλογή από οικιακά σκεύη, παλιά αντικείμενα, εργαλεία της καθημερινής ζωής, παραδοσιακές στολές και βιβλία. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Ξενοδοχεία

You don't have permission to register