Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr
Νομός Καβάλας χωριά

Χωριά στο Νομό Καβάλας

Πόλεις & Χωριά στο Νομό Καβάλας

Αβραμυλιά

Η Αβραμυλιά είναι πεδινό χωριό στο ανατολικό τμήμα του νομού Καβάλας. Βρίσκεται στους νοτιοανατολικούς πρόποδες των Ορέων Λεκάνης, στην κοιλάδα του ποταμού Νέστου και κοντά στα Θρακικά Τέμπη, δίπλα στην Εγνατία Οδό και σε μέσο σταθμικό υψόμετρο 160 μέτρων.  Η αβραμυλιά είναι λαϊκή ονομασία που χρησιμοποιείται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας για το φυτό Prunus domestica subsp. insititia, που είναι γνωστό και με τα ονόματα αγριοδαμασκηνιά, αγριοκορομηλιά, αγριομπουρνελιά, κ.α. Επειδή στην περιοχή καλλιεργούνται δαμασκηνιές, εικάζεται ότι, το όνομα του χωριού έχει αυτή την προέλευση. Στην περιοχή του χωριού και, λόγω του κατάλληλου κλίματος και εδάφους, καλλιεργούνται αμπελώνες, συνολικής έκτασης 115 στρεμμάτων, περίπου, οι οποίοι δίνουν υψηλής ποιότητας σταφύλια και κρασί (Chardonnay, Syrah, Merlot, Μαλαγουζιά, Αγιωργίτικο, Ασύρτικο και Sauvignon). Στο κεντρικό τμήμα του οικισμού βρίσκεται ο ναός των Ταξιαρχών.

Αγίασμα

Το Αγίασμα βρίσκεται στην πεδιάδα του Νέστου. Το Αγίασμα στις αρχές του 20ού αιώνα είχε μουσουλμανικό πληθυσμό. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στο Αγίασμα εγκαταστάθηκαν 99 οικογένειες προσφύγων, συνολικά 393 άτομα, με το χωριό να αποκτά προσφυγικό χαρακτήρα. Σημαντικό οικοδόμημα του χωριού είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και το πέτρινο ξωκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στην κοινή διάβαση από το Αγίασμα στην Κεραμωτή και στη Θάσο.

Αντιφίλιπποι

Οι Αντιφίλιπποι (μέχρι το 1927 Δρανίτσι βρίσκεται σε υψόμετρο 120 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου, κοντά στα τενάγη των Φιλίππων. Στο λόφο «Δερβένι» ή «Σταυρός», αμέσως ΒΑ του χωριού έχει εντοπιστεί οικισμός κλασικής – ελληνιστικής περιόδου και λείψανα φρουρίου. Στο χαμηλό λοφίσκο Σίνα, 1,5 χλμ ΒΑ του χωριού, έχουν εντοπιστεί μεταλλουργικές σκωρίες και λείψανα τοίχων, επιφανειακή κεραμική στο λόφο και στα χωράφια δυτικά κεραμική ρωμαϊκής-υστερορρωμαϊκής περιόδου. Επιφανειακή κεραμική ρωμαϊκής περιόδου έχει βρεθεί και δυτικά του χωριού. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το Δρανίτσι είχε κυρίως τουρκικό πληθυσμό, ο οποίος έφτανε τους 400 κατοίκους, ενώ μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στους Αντιφιλίππους εγκαταστάθηκαν 126 οικογένειες προσφύγων, με το χωριό να αποκτά αμιγή προσφυγικό πληθυσμό.

Άνω Χορτοκόπι

Το Άνω Χορτοκόπι είναι ημιορεινός οικισμός στο δυτικό τμήμα του νομού Καβάλας. Βρίσκεται στις ανατολικές υπώρειες του Παγγαίου, πολύ κοντά και δυτικά της Ελευθερούπολης, σε μέσο σταθμικό υψόμετρο 350 μέτρων. Ο οικισμός, όπως και το Χορτοκόπι, πήρε την ονομασία του από το ομώνυμο της Τραπεζούντας (περιοχή Ματσούκας), που ήταν κατοικημένο από την περίοδο που κυριαρχούσαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι στην περιοχή. Αξιοθέατα του χωριού είναι το παλαιοημερολογίτικο μοναστήρι της Υπαπαντής, με το οποίο είναι ταυτισμένος ο οικισμός, η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη Βαπτιστή και το δασικό χωριό του Παγγαίου και οι χώροι αναψυχής, βορειοδυτικά του οικισμού.

Αυλή

Η Αυλή είναι χτισμένη σε υψόμετρο 100 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου. Το χωριό πήρε το όνομα του από το ιερό του Θράκα ήρωα Ιππέα Αυλωνείτη, ενός τοπικού ήρωα που φύλαγε το πέρασμα ανάμεσα στο Παγγαίο και το όρος Σύμβολο. Αρχικά το χωριό βρισκόταν σε ψηλότερο σημείο, αλλά λόγω κατολίσθησης εγκαταλείφθηκε μετά τη δεκαετία του 1950 και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Γέφυρα. Στη θέση «Κερχανάς» στο Παγγαίο, 800 μέτρα περίπου ΒΔ του χωριού, δίπλα στο δρόμο προς την παλιά Αυλή έχει βρεθεί κεραμική και μεταλλουργικές σκωρίες. Από τον παλιό οικισμό της Αυλής διέρχεται ορειβατικό μονοπάτι.

Βουνοχώρι

Το Βουνοχώρι μέχρι το 1928 ονομαζόταν Μουχάλ. Κοντά στο χωριό βρίσκονται πυκνά δάση φυλλοβόλων δέντρων, εκτεταμένα χορτολίβαδα και εγκαταλελειμμένοι αγροί με τυπική χλωρίδα αυτών των υψομέτρων, όπως διάφορα είδη δρυός, σφενδάμια, οξιές, άρκευθοι, φράξοι, κρανιές, καστανιές, κερασιές και καρυδιές. Τα χαμηλότερα υψόμετρα, προς τον οικισμό Ζυγό, παρατηρείται μακία βλάστηση, με κυρίαρχο είδος το πουρνάρι. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, το Βουνοχώρι κατοικούνταν από μουσουλμάνους. Ανάμεσα στο Βουνοχώρι και στα Λιμνιά βρίσκεται εγκαταλελειμμένο λατομείο μαρμάρων.

Γαληψός

Η Γαληψός (μέχρι το 1928 Δεδέμπαλη βρίσκεται σε υψόμετρο 110 μέτρων. Η περιοχή κατοικείται από την προϊστορία όπως μαρτυρούν ίχνη προϊστορικού οικισμού στο λόφο στη θέση Παλιάμπελα ή Μπαϊρέλα, νοτιοδυτικά του χωριού. Στη θέση Αρκουδότρυπα, στο Παγγαίο, υπάρχει λατρευτικό σπήλαιο προϊστορικών και πρώιμων ιστορικών χρόνων. Στην τούμπα Χαρμάν Τεπέ και στη θέση Πλατάνια υπάρχουν προϊστορικοί οικισμοί με ορατά επιφανειακά λείψανα. Στη θέση Αμπελώνες βρίσκεται εγκατάσταση, πιθανώς αγροικία, και νεκροταφείο Ρωμαϊκής περιόδου. Στη θέση Βουρλάκια έχει εντοπιστεί νεκροταφείο Ρωμαϊκής περιόδου και τμήμα αρχαίου υδραγωγείου με δίκτυο από πήλινους σωλήνες. Στη θέση Πασά Μεζάρ βρίσκεται αρχαίο μαρμάρινο κτήριο με ορατά επιφανειακά λείψανα κατά χώραν και διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη. Μέσα στον οικισμό έχει βρεθεί υστερορρωμαϊκό νεκροταφείο. Η Γαληψός πήρε το όνομά της από την ομώνυμη αρχαία αποικία της Θάσου, η οποία ταυτίζεται από τον αρχαιολογικό χώρο στη θέση Γαϊδουρόκαστρο, ανατολικά της παραλίας της Καριανής, όπου έχει βρεθεί αρχαίο νεκροταφείο. Άλλες αρχαίες πόλεις στην ευρύτερη περιοχή ήταν η Φάγρης, στο Ορφάνι, και η Ηιών, στην παραλία Οφρυνίου. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, είχε μουσουλμανικό πληθυσμό, ενώ μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στη Γαληψό εγκαταστάθηκαν προσφυγικές οικογένειες, η οποία πλέον είχε αμιγώς προσφυγικό πληθυσμό.

Γεωργιανή

Η Γεωργιανή (έως το 1926 γνωστή ως Γόργιανη ή Γκόργιανη είναι χτισμένη σε υψόμετρο 260 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου, βορειοδυτικά από την πόλη της Καβάλας. Ο οικισμός, πριν την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 είχε αμιγή μουσουλμανικό πληθυσμό. Μετά την ανταλλαγή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, στη Γεωργιανή εγκαταστάθηκαν 205 οικογένειες, πολλές από τις οποίες προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη.

Δωμάτια

Τα Δωμάτια (μέχρι το 1926 Σαμάκοβο βρίσκονται σε υψόμετρο 160 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου. Στη θέση «Βαλτούδα» στο Παγγαίο, 3,5 χλμ βόρεια του χωριού έχουν εντοπιστεί λείψανα τοίχων και μεταλλουργικές σκωρίες. Κατά την τουρκοκρατία, στην περιοχή κατασκευάστηκαν έξι πετρόκτιστα γεφύρια, τα οποία κηρύχθηκαν διατηρητέα μνημεία το 1990. Τα γεφύρια είναι τοξωτά, κατασκευασμένα από ημιλαξευτούς λίθους. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής, με πάνω από 1000 κατοίκους, όλοι μουσουλμάνοι. Η νεοελληνική ονομασία του χωριού προέκυψε από τον οικισμό Δωμάτια της περιοχής Σωκίων της Μικράς Ασίας, από τον οποίο μεταφέρθηκαν 200 προσφυγικές οικογένειες κατά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάνης. Είναι αναγνωρισμένα ως παραδοσιακός οικισμός.

Ελαιοχώρι

Το Ελαιοχώρι μέχρι το 1926 λεγόταν Κοτσκάρι. Είναι χτισμένο στους πρόποδες του όρους Σύμβολο, σε υψόμετρο 90 μέτρων. To Ελαιοχώρι περιβάλλεται από ελαιώνες και αμπελώνες. Το 1950 άρχισε να λειτουργεί στο χωριό συνεταιριστικό ελαιοτριβείο, συνεισφέροντας σημαντικά στην οικονομία της κοινότητας και συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1970, οπότε και εγκαταλείφθηκε. Το ελαιοτριβείο ανακατασκευάστηκε, μαζί με το μηχανολογικό του εξοπλισμό, και το 2008 στεγάστηκε σε αυτό μουσείο Ελιάς. Στο χωριό λειτουργεί επίσης το Διογένειο Θέατρο.

Ελαφοχώρι

Το Ελαφοχώρι είναι χτισμένο σε υψόμετρο 500 μέτρων και βρίσκεται βορειοανατολικά της Καβάλας, στην ευρύτερη περιοχή της οροσειράς της Λεκάνης. Στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν μουσουλμανικό χωριό και ήταν γνωστό ως Καρατζά Όβασι και το 1926 έλαβε τη σημερινή του ονομασία. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, στο Ελαφοχώρι εγκαταστάθηκαν 62 οικογένειες Ελλήνων προσφύγων. Κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής Κατοχής το Ελαφοχώρι καταστράφηκε από τον βουλγαρικό στρατό διότι ήταν βάση ανταρτών του ΕΛΑΣ, ενώ οι κάτοικοί του υποχρεώθηκαν να το εκκενώσουν. Στο χωριό σώζονται δείγματα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Μοναδικά όσον αφορά την περιοχή είναι τα διώροφα πλατυμέτωπα σπίτια με χαγιάτι στη μεγάλη πλευρά του ισόγειου που σώζονται στο Ελαφοχώρι.

Ελευθερές

Οι Ελευθερές βρίσκονται σε υψόμετρο 10 μέτρων. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, είχε μικτό πληθυσμό χριστιανών και μουσουλμάνων. Το χωριό χαρακτηρίζεται από τα παραδοσιακά σπίτια χτισμένα από πέτρα. Στο χωριό υπήρχαν 14 εκκλησίες, από τις οποίες σώζεται η εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, με το σημερινό κτίριο να χρονολογείται από το 1891. Εικόνες από την εκκλησία των Ταξιαρχών περιφέρονται την τρίτη μέρα του Πάσχα στο χωριό και ακολουθεί γλέντι. Στο χωριό υπάρχει μνημείο για τη μάχη της Βαζόπετρας. Στη θέση Κουμού Λόφος έχει βρεθεί αρχαίο νεκροταφείο της ύστερης Αρχαϊκής – Κλασικής εποχής.

Εξοχή

H Εξοχή βρίσκεται σε υψόμετρο 190 μέτρων, στις βορειοανατολικές απολήξεις του όρους Συμβόλου. Η οικονομία του χωριού βασίζεται στη γεωργία, με την καλλιέργεια καπνού, καλαμποκιού, σιταριού, σταφυλιού και ελιών, και την κτηνοτροφία. Ως οικισμός, δημιουργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και αρχικά ονομαζόταν Τόβλιανη. Στις αρχές του 20ού αιώνα είχε κυρίως μουσουλμανικό πληθυσμό. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, στην Εξοχή εγκαταστάθηκαν οικογένειες Ελλήνων προσφύγων, με το χωριό να αποκτά αμιγή ελληνικό πληθυσμό.

Κάριανη

Περίπου τρία χιλιόμετρα ανατολικά της Κάριανης, στο λόφο «Γαϊδουρόκαστρο», σώζονται ερείπια αρχαίας πόλης, η οποία ταυτίζεται με την αρχαία Φάγρη, αποικία των Θασίων. Η πόλη είχε ιδρυθεί τον 7ο π.Χ. αιώνα και το 356 π.Χ. καταστράφηκε από το Φίλιππο. Φαίνεται όμως ότι ξαναχτίστηκε, γιατί οι αρχαίες πηγές μας πληροφορούν πως σε αυτήν είχε καταφύγει ο βασιλιάς Περσέας μετά τη μάχη της Πύδνας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Στράβωνα, η πόλη επιβίωσε και κατά τη ρωμαϊκή εποχή. Στο κέντρο του οικισμού κοσμεί ένας παραδοσιακός Μύλος μία ωραία πέτρινη πλατεία και ένα λαογραφικό μουσείο. Στη θέση «Παλιόκαστρο», 1,5 χλμ. βορειοδυτικά της Καριανής και στο μέσο της απόστασης Ορφανίου-Καριανής, έχει βρεθεί προϊστορικός οικισμός και ερείπια μεταβυζαντινού φρουρίου.

Κεραμωτή

Η Κεραμωτή βρίσκεται σε μια μικρή χερσόνησο η οποία σχηματίζει φυσικό λιμάνι κοντά στις εκβολές του Νέστου, με αμμουδερή παραλία. Στην Κεραμωτή λειτουργεί λιμένας από τον οποίο διεξάγεται το μεγαλύτερο τμήμα της ακτοπλοϊκής σύνδεσης εμπορευμάτων και επιβατών με τη Θάσο. Επίσης, το λιμάνι, βάθους μέχρι 7,5 μέτρων, λειτουργεί και ως αλιευτικό καταφύγιο. Η περιοχή δεν κατοικούταν κατά τους οθωμανικούς χρόνους, αλλά στην Κεραμωτή υπήρχαν αποθήκες εμπορευμάτων οι οποίες στη συνέχεια μεταφέρονταν στη Θάσο και σε άλλα νησιά του Αιγαίου. Κατά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, στην Κεραμωτή εγκαταστάθηκαν 59 προσφυγικές οικογένειες, από το Εξάστερο στην Ανατολική Θράκη. Τα επόμενα χρόνια, η περιοχή υπέφερε από την ελονοσία, αλλά στην Κεραμωτή εγκαταστάθηκαν οικογένειες από τις γύρω περιοχές. Άρχισε να αναπτύσσεται τουριστικά τη δεκαετία του 1970, χάρη στο λιμάνι της και τις παραλίες.

Κεχρόκαμπος

Ο Κεχρόκαμπος (μέχρι το 1926 Tάροβα βρίσκεται σε υψόμετρο 360 μέτρων, στα όρη Λεκάνης, με θέα προς τα στενά του Νέστου. O Κεχρόκαμπος στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά του νομού Καβάλας. Ο Κεχρόκαμπος είχε περίπου 1.800 κατοίκους, όλοι μουσουλμάνοι, ενώ μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, είχε αμιγώς προσφυγικό πληθυσμό, μετά την εγκατάσταση 313 οικογενειών. Το χωριό είναι γνωστό για την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων. Στην κεντρική πλατεία με τον πλάτανο λειτουργούν χώροι εστίασης. Είναι χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός. Στον Κεχρόκαμπο βρίσκεται μεγάλος αριθμός παραδοσιακών κτιρίων τα οποία έχουν τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά από τα κτίρια της περιοχής. Τα κτίρια αυτά χωρίζονται στις εξής κατηγορίες: ισόγειες ή διώροφες λιθόκτιστες πλατυμέτωπες οικίες ορθογωνικής κάτοψης με τετράρριχτη σκεπή, οικίες διώροφες με ανοικτό ή κλειστό χαγιάτι, τα σπίτια αγροτικού τύπου κυβόσχημα σε διάφορες παραλλαγές, σπίτια με κάτοψη Γ, αν και αυτά είναι σπάνια, και τα αρχοντικά, τα οποία ξεχωρίζουν λόγω μεγέθους και ποιότητας κατασκευής. Οι προσφυγικές οικίες ακολουθούν τους προαναφερθέντες τύπους, ενώ τα νεότερα σπίτια αποτελούν ένα μικρό ποσοστό των συνολικών κτιρίων.

Κηπιά

Τα Κηπιά βρίσκονται σε υψόμετρο 160 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου. Παλαιότερα ονομαζόταν Μποσταντζιλή και όπως και πολλά ακόμη χωριά της ευρύτερης περιοχής είχε αμιγή μουσουλμανικό πληθυσμό. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμού μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι μουσουλμάνοι αποχώρησαν από το χωριό, στο οποίο εγκαταστάθηκαν 110 οικογένειες Ελλήνων προσφύγων. Ακολούθως, το 1926 το χωριό μετονομάστηκε σε Κηπιά. Στο χωριό λειτουργεί από το 2010 μουσείο κέρινων ομοιωμάτων, φτιαγμένα από τον Θεόδωρο Κοκκινίδη. Στη θέση Τσακίλ-μπαϊρ, στα νοτιοανατολικά του χωριού, έχουν εντοπιστεί ερείπια ιερού των ελληνιστικών-ρωμαϊκών χρόνων. Νοτιοανατολικά του χωριού εντοπίστηκαν και ανασκάφτηκαν το 1987 ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Επίσης, 250 μ. ανατολικά της παλαιοχριστιανικής βασιλικής και 50 μ. βόρεια της Ε.Ο. Καβάλας-Θεσσαλονίκης, στο χώρο των εγκαταστάσεων κοπής σχιστολίθων της «Ομόνοιας» έχει εντοπιστεί ρωμαϊκή επιγραφή πάνω σε βράχο. Τα Κηπιά έχουν χαρακτηριστεί ως παραδοσιακός οικισμός.

Κοκκινόχωμα

Το Κοκκινόχωμα είναι μεγάλος οικισμός και βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλης της Καβάλας στους πρόποδες του όρους Συμβόλου, σε υψόμετρο 100 μέτρων. Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.  Σπέρνουν καλαμπόκια, σιτάρι και λίγα στρέμματα με ζαχαρότευτλα. Εκτρέφουν πρόβατα, κατσίκια και αγελάδες. Στο χωριό βρίσκονται οι ιεροί ναοί του Αγίου Δημητρίου, που ανεγέρθηκε το 1927, της Αγίας Μαρίνας, που ανεγέρθηκε το 1975 και ο κοιμητηριακός ναός των Αγίων Θεοδώρων. Γύρω από το χωριό υπάρχουν πολλά ξωκλήσια. Τα «Πλατάνια» είναι ένα μέρος λίγο έξω από το χωριό όπου θα βρει κανείς αιωνόβια πλατάνια που έχουν φυτρώσει δίπλα σ’ ένα χείμαρρο. Στην κορυφή του βουνού βρίσκονται τα «Κανόνια», τοποθεσία με θέα προς το Αιγαίο πέλαγος. Η πλατεία βρίσκεται δίπλα στον ιερό ναό Αγίου Δημητρίου και οριοθετεί γεωγραφικά την αρχή του παλιού οικισμού. Το παλιό χωριό που βρίσκεται πάνω στο βουνό έχει θέα προς την παλιά κοινότητα, τα τούρκικα σπίτια, τις ανθισμένες γειτονιές, τα σοκάκια.

Κοκκινοχώρι

Το Κοκκινοχώρι (μέχρι το 1926 Σαρλή) βρίσκεται σε υψόμετρο 200 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου. Οι κάτοικοί του ασχολούνται με την καλλιέργεια αμπελιών, αμυγδαλιών και ελιών. Στη θέση Αμμούδες έχει εντοπιστεί οικισμός Νεολιθικής και Ρωμαϊκής περιόδου επί χαμηλού εξάρματος με ορατά επιφανειακά οικοδομικά λείψανα και κεραμική και στη θέση Νιφάρ Μπαχάρ ή «Δεύτερη Κατηγορία» οικισμός Ελληνιστικής – Ρωμαϊκής περιόδου με ορατά επιφανειακά λείψανα. Βόρεια από το σημερινό χωριό βρισκόταν το υδραγωγείο της Αμφίπολης και σήμερα στην περιοχή βρίσκονται διάσπαρτα πηλοσωλήνες, τους οποίους οι κάτοικοι του χωριού χρησιμοποίησαν για καμινάδες και λούκια. Στη θέση Αμπέλια ανασκάφηκε μαρμάρινο επιτύμβιο ανάγλυφο με προτομή τεσσάρων ατόμων και επιγραφή. Στη θέση Γαλέ ευρέθησαν ελληνιστικά και ρωμαϊκά νομίσματα. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το Κοκκινοχώρι είχε αμιγώς μουσουλμανικό πληθυσμού, με περίπου 300 κατοίκους, ενώ μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, είχε αμιγώς προσφυγικό πληθυσμό, μετά την εγκατάσταση 31 οικογενειών. Αρχικά εγκαταστάθηκαν ψηλότερα από το τουρκικό χωριό, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1950 εγκαταστάθηκαν στον κάμπο για να είναι εγγύτερα στα χωράφια. Ο κύριος ναός του χωριού, αφιερωμένος στον Άγιο Νέστωρα, ολοκληρώθηκε το 1954.

Λεκάνη

Η Λεκάνη βρίσκεται βορειοανατολικά στην ορεινή περιοχή σε υψόμετρο 740 μέτρα και το ψηλότερο βουνό της περιοχής της, το Τσαλ Νταγ με υψόμετρο 1298 μέτρα. Κατά την εποχή της τουρκοκρατίας το χωριό λεγόταν «Μούντζιονος» όνομα που διατηρήθηκε μέχρι το 1926. Το χωριό απελευθερώθηκε, μαζί με τον υπόλοιπο νομό Καβάλας το 1913. Οι κάτοικοι είναι οι περισσότεροι πρόσφυγες από τον Πόντο. Το 1938 άρχισε η κατασκευή του σημερινού ναού, ο οποίος είναι βυζαντινού ρυθμού με τρούλο, αφιερωμένη στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων στην περιοχή «Καραμέλικ», μέσα στο δάσος της οξιάς, βρίσκεται το παρεκκλήσι της Παναγίας.

Λιμνιά

Η Λιμνιά (μέχρι το 1926 Σουγιουτζούκ) βρίσκεται σε υψόμετρο 720 μέτρων, στις νοτιοδυτικές πλαγιές των ορέων Λεκάνης. Κοντά στο χωριό βρίσκονται πυκνά δάση φυλλοβόλων δέντρων, εκτεταμένα χορτολίβαδα και εγκαταλελειμμένοι αγροί με τυπική χλωρίδα αυτών των υψομέτρων, όπως διάφορα είδη δρυός, σφενδάμια, οξιές, άρκευθοι, φράξοι, κρανιές, καστανιές, κερασιές και καρυδιές. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, τα Λιμνιά ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής.

Λυδία

Η Λυδία έλαβε αυτό το όνομα καθώς στην περιοχή βαπτίστηκε η Μικρασιάτισσα Αγία Λυδία από τον Απόστολο Παύλο, που ήταν η πρώτη που βαπτίστηκε χριστιανή επί ευρωπαϊκού εδάφους. Στην περιοχή βρίσκονται σημαντικά αρχαιολογικά και θρησκευτικά μνημεία. Κατοικήθηκε από πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή γύρω στο 1923, μετά την ανταλλαγή πληθυσμών. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ασχολείται με γεωργικές εργασίες. Πολιούχος του οικισμού είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, του οποίου η μνήμη τιμάται στις 29 Αυγούστου (Αποκεφάλιση Τιμίου Προδρόμου).

Μακρυχώρι

Το Μακρυχώρι (μέχρι το 1926 Ουζούν Κιόι) βρίσκεται σε υψόμετρο 220 μέτρων, στα όρη Λεκάνης. Βόρεια του χωριού βρίσκονταν σημαντικό μεταλλευτικό κέντρο, το οποίο με βάση την κεραμική που βρέθηκε, άρχισε να λειτουργεί ανάμεσα στον 4ο και στο 2ο αιώνα π.Χ. Από το μεταλλείο γινόταν εξόρυξη σιδήρου και πιθανόν και πολύτιμων μετάλλων, όπως ο χρυσός. Δεν είναι γνωστό αν η μεταλλουργική δραστηριότητα συνέχισε κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Τα τοπωνύμια του 16ου και 17ου αιώνα, όπως Μαντέμ Τσιφλίκι, Μαντέμ Λόφος και Μαντέμ Καρά, μπορεί να σχετίζονται με τις μεταλλουργικές δραστηριότητες της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Το Μακρυχώρι στις αρχές του 20ού αιώνα, είχε περίπου 1.000 κατοίκους, όλοι μουσουλμάνοι. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στο Μακρυχώρι εγκατάσταθηκαν 164 οικογένειες προσφύγων. Στο χωριό βρίσκεται η εκκλησία της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού. Το Μακρυχώρι είναι χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός.

Μεσιά

Η Μεσιά (μέχρι το 1926 Ριχιμλή ή Ρεχιμλή) βρίσκεται σε υψόμετρο 130 μέτρων. Στη θέση Κουμού Λόφος, στα σύνορα με τις Ελευθερές, έχει βρεθεί αρχαίο νεκροταφείο της ύστερης Αρχαϊκής – Κλασικής εποχής. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, κατοικούνταν από μουσουλμάνους, ενώ μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στη Μεσιά εγκαταστάθηκαν 37 οικογένειες. Στο χωριό υπάρχει μικρό πέτρινο μονότοξο γεφύρι. Θεωρείται ότι η ετυμολογία του ονόματος προέρχεται από τα μικρά χωριά που βρίσκονταν ανάμεσα στους δύο βραχίονες του ποταμού Μαρμαρά, τα Μεσονήσια.

Μεσορόπη

Η Μεσορόπη  βρίσκεται σε υψόμετρο 350 μέτρων στους πρόποδες του Παγγαίου Όρους. Η ονομασία προήλθε από την αρχαία πρόταση εν μέσω ορέων οπή και μετεξελίχθηκε σε Μεσορόπη, που έγινε και η τελική ονομασία του χωριού για πολύ καιρό μέχρι και σήμερα. Από το χωριό έχουν περάσει μεγάλες προσωπικότητες και λαοί είτε σαν επισκέπτες είτε σαν κατακτητές της αρχαίας αλλά και της νεότερης ιστορίας, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Λέων Γ’ Ίσαυρος, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και άλλοι. Πέρασαν επίσης Τούρκοι, Βούλγαροι και Γερμανοί, αλλά ποτέ δεν είχαν εγκατασταθεί πλήρως. Σημειώθηκαν επίσης ανακαλύψεις αρχαίων ελληνικών και λατινικών επιγραφών. Το χωριό ανέκαθεν είχε θρησκευτική και ιστορική σημασία, αφού υπάρχουν δύο εκκλησίες που ακολουθούν τα δύο θρησκευτικά ημερολόγια: ο ναός του Αγίου Γεωργίου με το νέο ημερολόγιο και ο ναός Τιμίου Προδρόμου με το παλαιό ημερολόγιο. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Τα τελευταία χρόνια γίνεται μία συλλογική προσπάθεια από τους κατοίκους του χωριού και από το Δήμο για την ανάδειξη της φυσικής ομορφιάς και του φυσικού πλούτου με τη δημιουργία ξενώνων, εστιατορίων, καφενείων, καθώς και τη διάνοιξη μονοπατιών στο βουνό. Η προσπάθεια αυτή γίνεται στα πλαίσια του Αγροτουρισμού και ταυτόχρονα για καινούργιες θέσεις εργασίας, με σκοπό και στόχο να μείνει η νεολαία στο χωριό και να προσελκυστούν νέοι επισκέπτες στο μέρος. Όταν ιδρύθηκε – τον 6ο π.Χ. αιώνα – το χωριό βρισκόταν στην Πιερία κοιλάδα, αλλά, λόγω των πολλών επιδρομών ( μέσα Τουρκοκρατίας ), αναγκάστηκαν οι κάτοικοί της να ανεβάσουν το χωριό στο Παγγαίο. Στα βυζαντινά χρόνια στην περιοχή υπήρχαν μοναστήρια, πολλά από τα οποία δε διασώθηκαν.

Νέα Ηρακλείτσα

Η Νέα Ηρακλείτσα ή Νέα Ηρακλίτσα είναι παραθαλάσσιος οικισμός του νομού Καβάλας. Η Νέα Ηρακλείτσα ιδρύθηκε από πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη το 1924, όταν εγκαταστάθηκαν σε αυτή 102 οικογένειες. Η Νέα Ηρακλείτσα φημίζεται για το γραφικό λιμανάκι της και για την παραλία της.  Η παραλία βραβεύτηκε για πρώτη φορά με γαλάζια σημαία το 2007 και θεωρείται μία από τις καλύτερες του νομού Καβάλας. Ένα από τα κύρια αξιοθέατα είναι η εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης, όπου βρίσκεται η θαυματουργή Εικόνα της Μεγαλόχαρης, την οποία σύμφωνα με την παράδοση έχει φιλοτεχνήσει ο ευαγγελιστής Λουκάς. Φυλάσσεται, επίσης, η Κάρα του Αγίου Χαραλάμπους του Ιερομάρτυρος. Ο Ναός γιορτάζει τα εννιάμερα της Θεοτόκου, οπότε και γίνεται στο χωριό εμποροπανήγυρη. Στη θέση «Αετοπλαγιά» βρίσκεται το σπήλαιο των Νυμφών, με ευρήματα προϊστορικών και ιστορικών χρόνων. Στη θέση Σιτζάκ Ντερέ, στο όρος Σύμβολο, βρίσκονται δύο πύργοι της κλασικής – ελληνιστικής περιόδου. Απέναντι από τη Νέα Ηρακλίτσα βρίσκονται τα νησάκια Φιδονήσι, το οποίο είναι ιδιόκτητο, και Αρεθούσα, βραχονησίδες οι οποίες παλιότερα ήταν ένα νησί.

Νέα Καρβάλη

Αποτελεί συνέχεια της παλαιάς καππαδοκικής Καρβάλης και φέρει πίσω της μακραίωνη ιστορία. Οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους το σκήνωμα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και έχτισαν τον ομώνυμο ναό. Πλήθος στοιχείων πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως ο παραδοσιακός οικισμός Ακόντισμα, το Λαογραφικό Μουσείο, ο Ιερός Ναός του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου αλλά και τα εργαστήρια παραγωγής κουραμπιέ διατηρούν τα ήθη και έθιμα του τόπου αυτού.

Νέα Καρυά

Η Νέα Καρυά βρίσκεται στην πεδιάδα του Νέστου. Το χωριό ήταν αρχικά χτισμένο 3 χιλιόμετρα ανατολικότερα, αλλά λόγω πλημμυρών του Νέστου το διάστημα 1946-1949, ξαναχτίστηκε πάνω στον οδικό άξονα Χρυσούπολης-Κεραμωτής. Οι κάτοικοι της Νέας Καρυάς κατάγονται από την Ανατολική Θράκη. Οι περισσότεροι από αυτούς από το χωριό Καρυά της περιοχής Μαλγάρων. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή αναγκάστηκαν  να εγκαταλείψουν  τις προγονικές εστίες τους και πρόσφυγες να αναζητήσουν τη νέα τους πατρίδα στην ελεύθερη Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν στη δυτική πλευρά του Νέστου στα τσιφλίκια Καρά-Μπέη και Μπιλάλ-Αγά. Βέβαια οι πρώτοι κάτοικοι της Καρυάς έρχονται στην περιοχή του Σαρή-Σαμπάν (Χρυσούπολης) το 1914 όταν με την επικράτηση των Νεότουρκων στο Οθωμανικό κράτος η ζωή των ελληνικής καταγωγής κατοίκων αλλάζει δραματικά. Οι εκτοπίσεις στα βάθη της Ανατολίας, η αναγκαστική στράτευση των νέων στα «αμελέ  ταμπουρού» οι επιδρομές των μουατζίρηδων  και το καθεστώς  τρομοκρατίας που υπάρχει κάνουν «αφιλόξενο»  το περιβάλλον και αρκετοί Θρακιώτες  φεύγουν για την Ελλάδα. Οι περισσότεροι από αυτούς επιστρέφουν στη Θράκη και στα χωριά τους το 1920-1922 όταν ελευθερώνεται η Ανατολική Θράκη. Το φθινόπωρο του 1922 εγκαταλείπουν οριστικά τις πατρίδες τους και εγκαθίστανται στους νέους  οικισμούς. Το 1926 οι οικισμοί Μπιλάλ-Αγά και Καρά-Μπέη μετονομάζονται σε κοινότητα Νέας Καρυάς και αρχίζει η ιστορία του χωριού με τη νέα του μορφή. Το 1930 γίνεται ή πρώτη διανομή χωραφιών λίγο αργότερο χτίζεται το σχολείο, η εκκλησία και όλα δείχνουν ότι τα προβλήματα ανήκουν πια στο παρελθόν. Δυστυχώς για τους κατοίκους της Νέας Καρυάς μετά από λίγα χρόνια αναγκάζονται να εγκαταλείψουν ξανά το χωριό τους και να εγκατασταθούν αλλού. Αιτία οι πλημμύρες του ποταμού Νέστου από το 1946 ως το 1949. Η αποψίλωση μεγάλου μέρους του δάσους του Νέστου (Κοτζά Ορμάν) έχει ως αποτέλεσμα να αλλάξει πορεία η κοίτη του ποταμού και να πλημμυρίσουν τρία χωριά που ήταν χτισμένα δίπλα στις όχθες του. Μεταξύ αυτών  και η Νέα Καρυά. Το πανηγύρι του χωρίου στις 23 Αυγούστου ξεχωρίζει ως το μεγαλύτερο όλης της περιοχής. Την επόμενη ημέρα το πανηγύρι κλείνει με την «πάλη με λάδι» ένα έθιμο που οι κάτοικοι έφεραν από την πατρίδα τους και το διατηρούν ως σήμερα.

Ορφάνι

Το Ορφάνι βρίσκεται σε υψόμετρο 70 μέτρων. Η οικονομία του χωριού είναι αγροτική. Στην αρχαιότητα κοντά στο Ορφάνι βρισκόταν η θρακική πόλη Φάγρης. την οποία από τα αρχαϊκά χρόνια είχαν αποικίσει οι Θάσιοι. Τα κατάλοιπά της έχουν εντοπιστεί στη θέση Κανόνι, μαζί με νεκροταφείο της ύστερης αρχαϊκής έως ελληνιστικής περιόδου, το οποίο περιλαμβάνει και μακεδονικό τάφο. Στη θέση Μετόχι Ορφανίου Κάρυανης, έχει εντοπιστεί το νεκροταφείο της Ρωμαϊκής περιόδου. Στη θέση Παλιό Λατομείο έχει εντοπιστεί νεκροταφείο κλασικής – ελληνιστικής περιόδου. Το χωριό αρχικά ήταν χτισμένο νοτιότερα. Στη μέση του παλιού χωριού βρισκόταν πλάτανος, όπου κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 κρεμάστηκαν μοναχοί από το μετόχι της μονής Διονύσου. Νότια του χωριού βρίσκεται οχυρό, γνωστό και ως Φρούριο της Κοντέσας, το οποίο κατασκευάστηκε το αργότερο το 18ο αιώνα από τους Οθωμανούς ώστε να ελέγχουν το δέλτα του Στρυμόνα. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, είχε μικτό πληθυσμό χριστιανών και μουσουλμάνων. Η κύρια εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, χτίστηκε το 1962 και σε αυτή φυλάσσονται εικόνες του 19ου αιώνα τις οποίες έφεραν Γαρασαριώτες Πόντιοι.

Οφρύνιο

Το Οφρύνιο ονομαζόταν μέχρι το 1954 ως Κάτω Λακκοβίκια. Βρίσκεται σε υψόμετρο 100 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου. Η οικονομία του χωριού βασίζεται στον τουρισμό, την αλιεία και τη γεωργία, με κυριότερα προϊόντα τα αμύγδαλα, τις ελιές, τα σταφύλια και το τσίπουρο. Στο Οφρύνιο υπάρχουν ίχνη κατοίκησης από την προϊστορία. Στη θέση Χαρίτου Τούμπα έχει εντοπιστεί οικισμός των προϊστορικών και πρώιμων ιστορικών χρόνων, χρονολογούμενος από την διάσπαρτη επιφανειακή κεραμική. Κατά την αρχαιότητα, κοντά στο Οφρύνιο βρισκόταν η αρχαία πόλη Ηιών, της οποίας τα ερείπια έχουν βρεθεί στην Τούμπα του Προφήτη Ηλία. Η αρχαϊκή – κλασική ακρόπολη βρισκόταν στον ψηλότερο λόφο, ενώ στο χαμηλότερο δυτικό λόφο έχει βρεθεί προϊστορικός οικισμός. Γύρω από τους λόφους αυτούς έχουν εντοπιστεί αρχαία νεκροταφεία. Στις θέσεις Οχυρά και Ντεβέγελο έχει εντοπιστεί νεκροταφεία ρωμαϊκής περιόδου. Στη θέση Γιατρού έχει εντοπιστεί εγκατάσταση κλασικής – ελληνιστικής περιόδου και δεύτερη ρωμαϊκής περιόδου, πιθανώς αγροικίες, με υπολείμματα τοίχων και διάσπαρτη κεραμική στην επιφάνεια του εδάφους. Στον λόφο Καλαμούδι υπάρχουν επιφανειακά ίχνη τοίχων και διάσπαρτη κεραμική τα οποία υποδεικνύουν την παρουσία οικισμού και νεκροταφείου της ελληνιστικής – ρωμαϊκής περιόδου. Στη θέση Κλήμα υπάρχουν ορατά λείψανα αρχαίας εγκατάστασης, πιθανώς αγροικίας. Στη θέση Τσαρδάκια έχει ανασκαφεί κτίριο της ελληνιστικής περιόδου. Με την ανταλλαγή πληθυσμών, στη Κάτω Λακκοβίκια εγκαταστάθηκαν 148 προσφυγικές οικογένειες από το Οφρύνιο της Τρωάδας, σημερινό Ενρεκιοΐ, στην Μικρά Ασία. Οι κάτοικοί του αρχικά ασχολήθηκαν με την καπνοκαλλιέργεια και έπειτα με την καλλιέργεια σιτηρών και οσπρίων. Το 1954, ο οικισμός μετονομάστηκε σε Οφρύνιο. Ο ναός του χωριού, αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο, ολοκληρώθηκε το 1995.

Παλαιά Καβάλα

Η Παλαιά Καβάλα (γνωστή και ως Εσκί Καβάλλα και Σκάβαλα) βρίσκεται σε υψόμετρο 360 μέτρων, στα Όρη Λεκάνης. Είναι αναγνωρισμένη ως παραδοσιακός οικισμός. Στην περιοχή της Παλιάς Καβάλας έχουν βρεθεί βραχογραφίες, οι οποίες χρονολογούνται από την Εποχή του χαλκού και του σιδήρου. Παρόμοιες βραχογραφίες έχουν βρεθεί και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπου γινόταν εκσκαφή μετάλλων ή βρίσκονταν σπήλαια. Κατά την αρχαιότητα, στην περιοχή βρισκόταν η αρχαία πόλη Σκάβαλα, μια από τις πόλεις της Ηδωνίδας, αποικία της Ερέτριας. Το όνομα της πόλης ετυμολογείται από τα σκάμματα από τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου. Το όνομα Σκάβαλα με το καιρό παραφθάρηκε σε Καβάλα. Μετά την κατάληψη της Χριστούπολης (σημερινή Καβάλα) από τους Οθωμανούς το 1391, οι κάτοικοί της μετοίκησαν στην Παλαιά Καβάλα, ενώ στο χωριό λίγο αργότερα εγκαταστάθηκαν και Τούρκοι (το Εσκί στα τουρκικά σημαίνει παλιό). Οι Έλληνες κάτοικοί της την εγκατέλειψαν το 1528 και εγκαταστάθηκαν πάλι στην Καβάλα, όταν αυτή ξαναχτίστηκε. Για την υδροδότηση της Καβάλας κατασκευάστηκε ένα υδραγωγείο το οποίο μετέφερε νερό από τις πηγές στην Παλαιά Καβάλα μέχρι τις Καμάρες στο κέντρο της Καβάλας. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, η Παλαιά Καβάλα κατοικούνταν από μουσουλμάνους. Το χωριό ήταν διοικητικό κέντρο του ορεινού τμήματος της Καβάλας και έδρα του Τούρκου έπαρχου. Μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, το 1923, οι μουσουλμάνοι αποχώρησαν και στο χωριό εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες.

Παλαιοχώρι

Το Παλαιοχώρι Καβάλας βρίσκεται στις πλαγιές του όρους Παγγαίου. Στο χωριό υπήρχε ένα αρχαίο Μακεδονικό κάστρο που για αιώνες είναι γνωστό ως το Κάστρο του Αλέξανδρου. Το Κάστρο χτίστηκε από τους Μακεδόνες για να προστατεύονται τα μεταλλεία χρυσού της περιοχής, τα οποία συνέδραμαν στην υλοποίηση της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην ανατολή. Κάποια στιγμή τα κοιτάσματα εξαντλήθηκαν και το Κάστρο εγκαταλείπεται. Το Κάστρο του Αλέξανδρου στις αρχές του 18ου αιώνα δίνει και το όνομά του στο Παλαιοχώρι, το οποίο αναφέρεται ως το χωριό του Αλέξανδρου. Το 1185 ο Βυζαντινός Στρατηγός Αλέξιος Βρανάς ανακατασκευάζει το κάστρο, και το επανδρώνει, με σκοπό τον έλεγχο της διόδου μεταξύ του ορεινού όγκου του Παγγαίου και της Πρασιάδας λίμνης, που καλύπτει την σημερινή πεδιάδα των Φιλίππων. Τότε μετονομάστηκε σε Βρανόκαστρο, λόγω του δεύτερου κτήτορά του. Το Κάστρο για δύο αιώνες κατόρθωσε να αποκρούει τους εισβολείς, μέχρι το 1383 που το κατέλαβαν οι Οθωμανοί. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή στους ντόπιους πληθυσμούς του Παλαιοχωρίου, προστέθηκαν Μικρασιάτες πρόσφυγες από διάφορες περιοχές, πολλοί από αυτούς προέρχονταν από το Ελληνικό χωριό Γιαλί Τσιφλίκ, της περιοχής Προύσας-Τρίγλιας.

Παλιά Αυλή

Η Παλιά Αυλή βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Παγγαίο. Το χωριό λόγω κατολίσθησης εγκαταλείφθηκε μετά τη δεκαετία του 1950 και οι κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν στη γειτονική περιοχή Γέφυρα η οποία το 1970 μετονομάστηκε σε Αυλή. Το χωριό πήρε το όνομα του από το ιερό του Θράκα ήρωα Ιππέα Αυλωνείτη, ενός τοπικού ήρωα που φύλαγε το πέρασμα ανάμεσα στο Παγγαίο και το όρος Σύμβολο. Η Παλιά Αυλή ήδη πριν από την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 είχε ελληνικό πληθυσμό. Το πιο σημαντικό αξιοθέατο είναι η ανακαινισμένη εκκλησία του Προφήτη Ηλία, χτισμένη στα 1872. Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική με ορθογώνιο σχήμα και νάρθηκα στη δυτική και νότια πλευρά της. Οι κολώνες του ναού και η στέγη του ναού είναι κατασκευασμένες από κορμούς δέντρων του Παγγαίου και το τέμπλο του αποτελεί δείγμα λαϊκής γλυπτικής και ζωγραφιάς. Στη θέση «Κερχανάς» δίπλα στο δρόμο προς την Αυλή έχει βρεθεί κεραμική και μεταλλουργικές σκωρίες. Από το παλιό χωριό περνάει το ορειβατικό μονοπάτι Αυλής – καταφύγιο Χατζηγεωργίου και Τρίκορφο.

Παναγιά

Η Παναγιά (μέχρι το 1964 Κάτω Ακροβούνι) βρίσκεται σε υψόμετρο 180 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου. Η Παναγιά ήταν αρχικά χτισμένη στη θέση Ακροβούνι, αλλά οι κάτοικοί της μετεγκαταστάθηκαν στην τωρινή θέση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Στη θέση «Τσακίλ Μπαΐρ», 2,5 χλμ νοτιοδυτικά του χωριού, βρίσκεται το Ιερό Ήρωος Ιππέα Αυλωνείτη, της ελληνιστικής-ρωμαϊκής περιόδου. Δύο χιλιόμετρα προς τα βορειοανατολικά, και 700 μέτρα δυτικά του χωριού, στη θέση «Δύο Βρύσες», έχει βρεθεί οικισμός προϊστορικών και ιστορικών χρόνων. Στην κοντινή θέση «Πλαγιά», έχουν βρεθεί λαθρανασκαμμένοι κιβωτιόσχημοι τάφοι. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Κότσανη (όνομα του χωριού μέχρι το 1928) είχε κυρίως μουσουλμανικό πληθυσμό. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στο Ακροβούνι εγκαταστάθηκαν 78 οικογένειες προσφύγων, με το χωριό να αποκτά αμιγή προσφυγικό πληθυσμό. Οι πρόσφυγες προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη και συγκεκριμένα από τα Δημοκράνια, το Πασάκιοι, τα Σόκια, τον Πόντο και πολλοί λίγοι Καραμανλήδες. Οι κάτοικοι του Ακροβουνίου μετεγκαταστάθηκαν στη θέση Κάτω Ακροβούνι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Το Κάτω Ακροβούνι αναγνωρίστηκε ως οικισμός το 1961 και μετονομάστηκε σε Παναγιά το 1964.

Παράδεισος

Ο Παράδεισος (μέχρι το 1926 Ιντζές) βρίσκεται σε υψόμετρο 60 μέτρων, κοντά στον ποταμό Νέστο. Στις λίμνες γύρω από το χωριό εκτρέφονται πέστροφες. Η αρχαία πόλη Τόπειρος βρισκόταν ανάμεσα στον Παράδεισο και τους Τοξότες Ξάνθης. Ο Παράδεισος στις αρχές του 20ού αιώνα, είχε μουσουλμανικό πληθυσμό. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στον Παράδεισο εγκαταστάθηκαν 114 οικογένειες προσφύγων, με το χωριό να αποκτά προσφυγικό χαρακτήρα.

Πετροπηγή

Η Πετροπηγή (παλαιότερες ονομασίες: μέχρι το 1926 Καγιά Μπουνάρ, 1926-1954 Δουκάλιον) βρίσκεται σε υψόμετρο 70 μέτρων. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ήταν ένα από τα λίγα χωριά της περιοχής στα οποία κατοικούσαν Έλληνες. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στο χωριό εγκαταστάθηκαν 62 προσφυγικές οικογένειες. Στο χωριό λειτουργεί λαογραφική συλλογή από τον Κώστα Λαζαρίδη, η οποία στεγάζεται στο παλιό δημοτικό σχολείο. Η συλλογή αποτελείται από εργαλεία και αντικείμενα σχετικά με την αγροτική εργασία και ζωή στην περιοχή. Κοντά στο χωριό υπάρχει το Κάστρο της Πετροπηγής. Ήταν φυλάκιο της Εγνατίας Οδού, και χρονολογείται στους υστεροβυζαντινούς χρόνους (13ος-14ος αι.), ενώ τμήμα του κατασκευάστηκε στην πρώιμη τουρκοκρατία (15ος αι.).

Πλατανότοπος

Ο Πλατανότοπος (μέχρι το 1926 Ισερλή, Ισιρλί ή Εσιρλί) βρίσκεται σε υψόμετρο 250 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου. Η οικονομία του χωριού βασίζεται στη γεωργία και στην κτηνοτροφία. Στο χωριό λειτουργεί ελαιοτριβείο, οινοποιείο, τσιπουράδικο και λατομείο μαρμάρων. Στη θέση Πλατανόρεμα στο Παγγαίο, 1,7 χιλιόμετρα βόρεια του χωριού εντοπίστηκαν σε σπήλαιο κεραμική προϊστορικών – ιστορικών χρόνων. Βόρεια του σπηλαίου βρίσκεται λαξευτός υδαταγωγός αρχαίου υδραγωγείου. Στη θέση Λάκκος Τσιφλίκι, δυτικά του χωριού, υπάρχει ποδαρικό υδατογέφυρας αρχαίου υδραγωγείου. Γύρω από το παλιό χωριό Τρίτα (Τσιφλίκι) στο Παγγαίο, 2 χλμ Δ-ΒΔ του Πλατανότοπου, υπάρχουν πολλοί αρχαιολογικοί χώροι. Δυτικά εντοπίστηκε επιγραφή θεάς Αλμωπίας σε βράχο, βορειοανατολικά ίχνη αρχαίας λατόμευσης, νοτιοδυτικά, νεκροταφείο κιβωτιόσχημων και λακκοειδών τάφων οι οποίοι έχουν συλληθεί, και στα νότια κεραμική ρωμαϊκής περιόδου. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, είχε μόνο πληθυσμό μουσουλμάνων.

Ποδοχώρι

Το Ποδοχώρι (μέχρι το 1926 Ποδογόριανη) βρίσκεται σε υψόμετρο 220 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου. Στη θέση Γιαλίμια στα νοτιοανατολικά του οικισμού υπάρχει οικισμός προϊστορικών και πρώιμων ιστορικών χρόνων με ορατά επιφανειακά λείψανα. Μέσα στο χωριό, δίπλα στην εκκλησία έχει εντοπιστεί κεραμική ελληνιστικής-μεταβυζαντινής εποχής. Στο δρόμο προς Ακροπόταμο έχουν εντοπιστεί ερείπια τρίκλητης παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Το χωριό αναφέρεται σε περιουσιακό κατάστιχο της Μονής Ιβήρων το οποίο χρονολογείται από το 1104. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, είχε μικτό πληθυσμό Ελλήνων και Τούρκων, με πλειοψηφία Ελλήνων, ενώ μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στο Ποδοχώρι εγκαταστάθηκαν 115 οικογένειες Ελλήνων προσφύγων, προερχόμενες από την Καππαδοκία. Στην όχθη του ρέματος Κρυόρεμα βρίσκεται οθωμανικό λουτρό. Το λουτρό, διαστάσεων 6,60 x 4,50 μ., αποτελείται από δύο χώρους, έναν ορθογώνιο προθάλαμο και την τετράγωνη κυρίως αίθουσα, η οποία στεγάζεται με πλίνθινο θόλο. Το μνημείο χρονολογείται πιθανότατα το 17ο αιώνα και ήταν τμήμα μεγαλύτερου κτιριακού συγκροτήματος. Στη θέση Παλαιοκκλήσια, σε απόσταση 100 μ. από το δρόμο Ποδοχωρίου – Ακροποτάμου, βρίσκονται τα ερείπια τρίκλητης παλαιοχριστιανικής βασιλικής με ζωγραφισμένους τοίχους και επιτοίχιο ψηφιδωτό διάκοσμο. Η βασιλική ήταν ξυλόστεγη και σώζεται ο νάρθηκας, ο εξωνάρθηκας, το βαπτιστήριο και ψηφιδωτά.

Πολύστυλο

Το Πολύστυλο, έως το 1926 γνωστό ως Μπουλούσκα, Μπολούσκα ή Μπουλούστρα βρίσκεται σε υψόμετρο 60 μέτρων. Η ονομασία του οφείλεται σε έναν μεγάλο αριθμό αρχαίων μαρμάρινων στύλων (κιόνων), που βρέθηκαν στην περιοχή και πλέον βρίσκονται στο προαύλιο της εκκλησίας του χωριού. Ευρήματα αποδεικνύουν, ότι έχει κατοικηθεί ήδη από αρχαιοτάτων χρόνων. Ίσως να αποτελούσε μέρος της πόλεως των Φιλίππων. Το 19ο αιώνα στην περιοχή υπήρχε μεγάλο κτήμα γνωστό ως κτήμα της Μπουλούτσκας ή Μπουλούστρας, όπου κατοικούσαν οι εργάτες του, πιθανότατα ελληνικής καταγωγής. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στο Πολύστυλο εγκαταστάθηκαν 49 οικογένειες προσφύγων. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν καθαρά προσφυγικό οικισμό, κυρίως Θρακιωτών. Το Πολύστυλο, αποτελεί ένα ακόμα προσφυγοχώρι. Οι κάτοικοί του προήλθαν, κατά το ήμισυ από την Ανατολική Θράκη, και οι λοιποί από τη Μικρά Ασία. Φθάνοντας στην Ελλάδα, πρόσφυγες από τα Σήμαντρα (Σεμέντερε) Καππαδοκίας (Καραμανλήδες – Σεμενδριώτες), μεταφέροντας τα τίμια λείψανα των αγίων ενδόξων Πέντε Μαρτύρων Ευστρατίου, Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδαρίου και Ορέστου, αρχικά διέμειναν (από το 1924) στα Κόκκαλα, ένα ορεινό χωριό της Καβάλας και το 1944, λόγω λεηλασίας των Βουλγάρων, το εγκατέλειψαν, κατέβηκαν στον κάμπο των Φιλίππων και εγκαταστάθηκαν στο Πολύστυλο. Η Μνήμη των Αγίων Πέντε Μαρτύρων τιμάται στις 13 Δεκεμβρίου, ενώ η λιτανεία (Περιφορά) των ιερών λειψάνων τους, πραγματοποιείται στους δρόμους του χωριού κάθε χρόνο της Ζωοδόχου Πηγής (Παρασκευή της Διακαινησίμου), δηλαδή πέντε ημέρες μετά από το Πάσχα. Επιπρόσθετα, κάθε παραμονή του Αγίου Πνεύματος (Κυριακή της Πεντηκοστής απόγευμα) οργανώνεται πανηγύρι λόγω του εορτάζοντος ναού της Αγίας Τριάδος στην αυλή του σχολείου με φαΐ, ποτό και παραδοσιακούς χορούς από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Πολυστύλου και συλλόγους γειτονικών χωριών ή και από την πόλη της Καβάλας.

Ποντολίβαδο

Το Ποντολίβαδο (μέχρι το 1926 Δόμασλη ή Τόμασλη) βρίσκεται σε υψόμετρο 150 μέτρων. Τρία χιλιόμετρα ανατολικά του χωριού, προς την Πετροπηγή, βρίσκεται περίβολος τειχών, συγκρότημα κατοικιών και ευρήματα κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων, τα οποία έχουν ταυτοποιηθεί ως η αρχαία Πίστυρος. Ανάμεσα στα ευρήματα είναι σφραγίσματα θασιακών αμφορέων του 6ου μέχρι του 2ου π. Χ. αιώνα. Επίσης, στο Ποντολίβαδο ανακαλύφθηκαν αργυρά αρχαϊκά νομίσματα. Το Ποντολίβαδο στις αρχές του 20ού αιώνα, είχε μουσουλμανικό πληθυσμό. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στο Ποντολίβαδο εγκαταστάθηκαν 24 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 82 πρόσφυγες, με το χωριό να αποκτά αμιγώς προσφυγικό χαρακτήρα. Το Ποντολίβαδο χωρίστηκε σε δυο συνοικισμούς μετά τη διέλευση της Εγνατίας οδού. Κακώς όμως αναφέρεται ως άνω και κάτω Ποντολίβαδο, κανονικά το Ποντολίβαδο είναι ένα, απλά χωρίζεται ως άνω ή κάτω συνοικισμός και όχι ως δυο διαφορετικά χωριά. Στην κεντρική είσοδο του χωριού βρίσκεται ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου, ενώ αντίστοιχα στον Άνω συνοικισμό Παντολιβάδου υπάρχει ο Ιερός Ναός Γενεθλίων της Θεοτόκου, δίπλα στα κοιμητήρια του χωριού. Το Ποντολίβαδο αποτελείται κυρίως από κατοίκους Ποντιακής καταγωγής και Σαρακατσάνους.

Πυργοχώρι

Το Πυργοχώρι (μέχρι το 1926 Κουλαλή) βρίσκεται σε υψόμετρο 180 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου. Το όνομα του χωριού τόσο το νέο όσο και το παλιό (κουλές σημαίνει πύργος στα τουρκικά) υποδεικνύει ότι στο χωριό υπήρχε κάποιος πύργος ή μιναρές. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, το Κουλαλή είχε μουσουλμανικό πληθυσμό, ενώ μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στο Πυργοχώρι εγκαταστάθηκαν 3 οικογένειες. Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται ο ναός του Αγίου Αντωνίου το παρεκκλήσι του Αγίου Γερασίμου του Νέου. Στο χωριό, το οποίο είναι χαρακτηρισμένο ως παραδοσιακός οικισμός, σώζονται παλιά σπίτια και ένα πέτρινο γεφύρι.

Στεγνό

Το Στεγνό είναι ένα μικρό, ημιορεινό χωριό, χτισμένο σε υψόμετρο 350 μέτρων. Η ονομασία του χωριού επί Τουρκοκρατίας ήταν Μουσταφά Ογλάρ (Μουσταφάολαρ), δηλαδή το χωριό των παιδιών του Μουσταφά. Το 1926 μετονομάστηκε σε Στεγνό. Το όνομα προήλθε από το γεγονός ότι το όνομα Μουσταφά Ογλάρ δε μπορούσε να μεταφραστεί στα Ελληνικά (όπως έγινε με γειτονικά χωριά, Ουζούν Κιοι – Μακρυχώρι, Κότσογλαρ – Κωνσταντινιά, κλπ) και από το ότι εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε καμιά πηγή νερού στο χωριό. Οι κάτοικοι προμηθεύονταν νερό από πηγή στο απέναντι βουνό Καστανιά του Ελαφοχωρίου, το οποίο με σωλήνες ερχόταν μέχρι το ποτάμι, σε απόσταση 400μ από το χωριό. Η ιστορία του χωριού ακολουθεί αυτήν της Ανατολικής Μακεδονίας. Μέχρι το 1912 το Μουσταφά Ογλάρ ανήκει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά από μία ολιγόμηνη κατοχή από τους Βουλγάρους, το 1913 ενσωματώνεται στην Ελλάδα. Το 1916 καταλαμβάνεται πάλι από τον Βουλγαρικό στρατό, μέχρι το 1918 που ενσωματώνεται οριστικά στην Ελλάδα. Μετά την μικρασιατική καταστροφή και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών (1922-1924), οι Τούρκοι κάτοικοι φεύγουν, και στο Στεγνό εγκαθίστανται Έλληνες πρόσφυγες, οι περισσότεροι από τους οποίους κατάγονται από το χωριό Τσιμερά της Αργυρούπολης του Πόντου και από την ευρύτερη περιοχή της Μπάφρας του Πόντου. Τον Απρίλιο του 1941 και μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ακολουθεί η τρίτη Βουλγαρική κατοχή. Οι Βούλγαροι επιβάλουν σκληρό καθεστώς, με δυσβάσταχτη φορολογία, κλείνουν το σχολείο και την Εκκλησία και τοποθετούν Βούλγαρο Πάρεδρο και Αγροφύλακα. Το Μάιο του 1944 οι Βούλγαροι εκκενώνουν το χωριό και οι κάτοικοι εγκαθίστανται στο Μακρυχώρι, μέχρι το Σεπτέμβριο του 1944 που λήγει η Βουλγαρική Κατοχή. Το 1948, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, το χωριό εκκενώνεται από την Ελληνική κυβέρνηση, και οι κάτοικοι εγκαθίστανται σε διάφορα κοντινά μέρη ( Μακρυχώρι, Ζαρκαδιά, Πέρνη, Χρυσούπολη και αλλού). Το 1950 οι περισσότεροι κάτοικοι επιστρέφουν στο χωριό, το οποίο και ανοικοδομείται. Η κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η καλλιέργεια καπνού και η κτηνοτροφία. Επίσης καλλιεργούνταν διάφορα δημητριακά για προσωπική κατανάλωση. Ο μικρός και άγονος όμως γεωργικός κλήρος (7 στρέμματα ανά οικογένεια) και η κρίση στην αγορά καπνού μετά το 1960, οδήγησαν σχεδόν όλους τους κατοίκους στη μετανάστευση. Οι πρώτοι πρόσφυγες κάτοικοι μετατρέπουν το παλιό τζαμί σε εκκλησία προς τιμήν του Αγίου Παντελεήμονα. Τη δεκαετία του 1960 το κτίριο κατεδαφίζεται, λόγω στατικών προβλημάτων και χτίζεται η νέα εκκλησία στην είσοδο του χωριού. Από το παλιό τζαμί σώζεται σήμερα, σε καλή κατάσταση, ο πετρόχτιστος μιναρές.

Φωλιά

Η Φωλιά (επισήμως Φωλεά, μέχρι το 1928 Τσιούστη ή Τσίστα) βρίσκεται σε υψόμετρο 250 μέτρων, στους πρόποδες του όρους Συμβόλου. Στις αρχές του 20ού αιώνα, είχε περίπου 100 Έλληνες κατοίκους, ενώ μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στη Φωλιά εγκαταστάθηκαν 16 οικογένειες προσφύγων. Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργεια αμπελιών, από τα οποία παράγουν τσίπουρο. Επίσης, στην περιοχή παρασκευάζονται τυριά. Στην περιοχή έχει κατασκευαστεί φράγμα άρδευσης. Μέσα στο χωριό, σε πέτρινο παραδοσιακό κτίριο, στεγάζεται λαογραφικό μουσείο. Κοντά στο χωριό Πύργος, κοντά στην θάλασσα, βρίσκεται τετράπλευρος βυζαντινός πύργος, γνωστός ως Πύργος της Απολλωνίας, ο οποίος χρονολογείται από το 13ο – 14ο μ. Χ. αιώνα και σώζεται σε μεγάλο ύψος. Στο ύψωμα Γραμμένη Πέτρα, στο όρος Σύμβολο, υπάρχουν βραχογραφήματα.

Χορτοκόπι

Το Χορτοκόπι (μέχρι το 1926 Δράνοβα) βρίσκεται σε υψόμετρο 90 μέτρων, στους πρόποδες του Παγγαίου. Τρία χιλιόμετρα δυτικά από το χωριό, σε υψόμετρο 200 μέτρων, βρίσκεται η Μονή Παναγιά Παγγαιώτισσας. Στο χωριό βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ευγενίου. Οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργεια του καπνού και σε μικρότερο βαθμό με την κτηνοτροφία. Στη θέση «Κρυονέρι», μεταξύ Παλιού και Νέου Χορτοκοπίου, βρίσκεται δεξαμενή και θεμέλια κτίσματος. Στο ύψωμα «Κάστρο», αμέσως δυτικά-νοτιοδυτικά του Παλιού Χορτοκοπίου βρίσκεται φρούριο της υστερορρωμαϊκής ή της παλαιοχριστιανικής περιόδου. Περίπου 300μ. νότια του Παλιού Χορτοκοπίου βρίσκονται βραχογραφίες. Στο δασικό δρόμο ακριβώς πάνω από το Νέο Χορτοκόπι βρίσκεται τάφος ελληνιστικής περιόδου. Στις παρυφές του Παγγαίου, 500 μ. νοτιοανατολικά του Νέου Χορτοκοπίου έχουν βρεθεί λαθρανασκαμμένοι κιβωτιόσχημοι τάφοι. Στη θέση «Αγίασμα», μεταξύ Παλιού και Νέου Χορτοκοπίου, υπάρχει λαθρανασκαμμένο νεκροταφείο κιβωτιόσχημων τάφων. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Δράνοβα είχε κυρίως τουρκικό πληθυσμό. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, στο Χορτοκόπι εγκαταστάθηκαν 52 οικογένειες προσφύγων, με το χωριό να αποκτά αμιγή προσφυγικό πληθυσμό. Οι πρόσφυγες προέρχονταν από το Χορτοκόπι στον Πόντο, αλλά και από τα χωριά Λιβερά, Καπίκιοϊ, Δανείαχα, Σκαλίτα, Χαμουρή, Γιαννάντων, Γιαννακάντων, Ποντίλα, Κοσμά, Άγουρσα της περιοχής Ματσούκας καθώς και από τα Πλάτανα και την Αργυρούπολη (Κιμισχανά). Τη δεκαετία του 1950, οι κάτοικοι του Χορτοκοπίου μετεγκαταστάθηκαν σταδιακά από τον παλιό οικισμό, σε υψόμετρο 340 μέτρων, στο Νέο Χορτοκόπι, στον κάμπο, όπου βρίσκονται οι καλλιέργειες.

Χρυσόκαστρο

Το Χρυσόκαστρο βρίσκεται στους νοτιοανατολικούς πρόποδες του Παγγαίου όρους, σε υψόμετρο 185 μέτρων στη κοιλάδα του ποταμού Μαρμαρά. Το χωριό έχει πολλά αξιοθέατα φυσικής ομορφιάς όπως οι κολύμπες, οι οποίες είναι ένας χώρος με μικρούς καταρράκτες και πλούσιο πράσινο το καλοκαίρι. Η τουριστική κίνηση του χωριού, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες, θεωρείται ικανοποιητική καθώς διαθέτει πολιτιστικό σύλλογο (Πολιτιστικός, Μικρασιατικός και Ποντιακός Σύλλογος Χρυσοκάστρου), που κατά τη θερινή περίοδο διοργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις και ανταμώματα συλλόγων, με το πιο χαρακτηριστικό από όλα το ετήσιο αντάμωμα Χρυσοκαστριτών που διοργανώνεται τον Ιούλιο κάθε έτους.

Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια

Πηγή photo slider: commons.wikimedia.org

Ξενοδοχεία

error: Content is protected !!
You don't have permission to register