Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr

Πόλεις & Χωριά στο Νομό Έβρου

Άβας ή Άβαντας Αλεξανδρούπολης

Ο Άβας ή Άβαντας είναι ένα γραφικό χωριό στην Αλεξανδρούπολη, σε υψόμετρο 111 μέτρων που ιδρύθηκε από τους Οθωμανούς με κατοίκους κυρίως από Βουλγαρία και Τουρκία. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκαν στο χωριό πρόσφυγες και το όνομα του χωριού από Δερβένι (τουρκικά Dervent) άλλαξε σε Άβαντα. Στην ευρύτερη περιοχή έχουν βρεθεί ίχνη οικισμών από τη Νεολιθική Εποχή. Τα αξιοθέατα του χωριού είναι το κάστρο του 13ου αιώνα, οι Φράγκικοι πύργοι των Γατελούζων που χτίστηκαν τον 15ο αιώνα και το φαράγγι με πολλές σπηλιές, το βραχώδη ναό των Αγίων Θεοδώρων με τοιχογραφίες του 11ου αιώνα. Η περιοχή περιλαμβάνει πολύ σημαντικούς βιότοπους, καθώς στις πολυάριθμες απόκρημνες πλαγιές και στα φαράγγια φωλιάζουν σπάνια αρπακτικά πουλιά και η παρουσία κλειστών δασωμένων κοιλάδων προσελκύει πολλά μεταναστευτικά και διαχειμάζοντα είδη. Παράλληλα, η μεγάλη αυτή ποικιλία σε συνδυασμό με το θερμό κλίμα της περιοχής έχει δημιουργήσει ιδανικές συνθήκες για την ύπαρξη πολλών ερπετών και εντόμων. Επίσης συναντώνται οι περισσότερες ορθοπλαγιές και βραχώδεις εκτάσεις ανάμεσα σε δασωμένες κοιλάδες, πολλές από τις οποίες είναι εξαιρετικά δύσκολα προσπελάσιμες από τον άνθρωπο και αποτελούν φυσικό καταφύγιο για πολλά είδη θηλαστικών, όπως το ζαρκάδι και ο λύκος. Η περιοχή ενδείκνυται για μια σειρά από δραστηριότητες όπως αναρρίχηση και πεζοπορίες.

Αβδέλλα Διδυμότειχου

Η Αβδέλλα βρίσκεται σε υψόμετρο 40 μέτρων στη νότια όχθη του Ερυθροπόταμου κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Το χωριό χτίστηκε την δεκατερία του 1760 ως Αβδουλάκιοϊ. Τα σπίτια είναι χτισμένα σύμφωνα με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του χωριού Μεταξάδων.

Αγριάνη Σουφλίου

Η Αγριάνη βρίσκεται κοντά στα σύνορα της Τουρκίας, βόρεια του Εθνικού Πάρκου Δάσους Δαδιάς-Λευκίμμης-Σουφλίου και κοντά στον Έβρο. Είναι ένα από τα χωριά του Έβρου που μένουν μεγάλος αριθμός Ρομά. Επί τουρκοκρατίας ονομαζόταν Αχριάν Μπουνάρ που στα Ελληνικά σημαίνει πηγή των Αγριάνων. Η ονομασία Αγριάνη αναφέρεται το 1924 και προέρχεται από την αρχαία θρακική φυλή Αγριάνες. Αξιοθέατα του χωριού είναι μια εκκλησία χτισμένη το 1977.

Αετοχώρι Αλεξανδρούπολης

Το Αετοχώρι ή Ντογάντσα ή Παλαιοχώρι είναι χτισμένο σε υψόμετρο 80 μέτρων. Οι κάτοικοί του ήταν άριστοι τεχνίτες, πρόσφυγες από τη Σάντα του Πόντου. Τα σπίτια, τα σχολεία και οι εκκλησίες του χωριού χτίστηκαν σύμφωνα με την αρχιτεκτονική της πατρίδας τους. Το χωριό χτίστηκε το 1925 και η εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους το 1926. Ο Άγιος Χαράλαμπος βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του χωριού και σήμερα λειτουργεί μόνο με γάμους και βαπτίσεις. Γιορτάζει στις 9 Μαΐου με παρουσία απ’ την ευρύτερη περιοχή. Το 1956 χτίζετε η εκκλησία του Σωτήρα μέσα στο χωριό, η οποία λειτουργεί την Κυριακή των Βαΐων, τη Μεγάλη Παρασκευή και στις 6 Αυγούστου την ημέρα της εορτής του. Αξιοθέατο του χωριού είναι το ανδρικό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου από το 1992 που φιλοξενεί εικόνες του 17ου και 18ου αιώνα.

Αλεποχώρι Διδυμότειχου

Το Αλεποχώρι είναι από τα πρώτα και τα πιο παλιά χωριά του νομού Έβρου. Από ιστορικές μαρτυρίες αλλά και από την παράδοση του χωριού φαίνεται ότι το Αλεποχώρι κατοικήθηκε από την Βυζαντινή εποχή. Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Μπας Καρά Μπουνάρ που σημαίνει ”Μαύρο Βαθή Πηγάδι”. Το χωριό κατακτήθηκε από Τούρκους και Βούλγαρους και οι κάτοικοι υπέστηκαν πολλές ταλαιπωρίες μέχρι και την περίοδο του εμφυλίου πολέμου το 1946. Τον 18ο αιώνα ανθεί οικονομικά και πνευματικά, γεγονός που φαίνεται έντονα στην κοσμική και εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και τέχνη. Η κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Αξιοθέατα του χωριού είναι ο Μεταβυζαντινός Ναός Αγίου Αθανασίου, ο οποίος χτίστηκε το 1729 χωρίς να έχει παράθυρα και καμπαναριό με σπάνιας ομορφιάς τοιχογραφίες. Το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής που χτίστηκε τον 20ο αιώνα.

Αμόριο Σουφλίου

Το Αμόριο βρίσκεται κοντά στην όχθη του ποταμού Έβρου σε υψόμετρο 30 μέτρων. Στο Αμόριο βρέθηκε χάλκινο αγαλματίδιο της θεάς Αρτέμιδος Βένδιδος, που βρίσκεται στο μουσείο Καβάλας, εικάζεται ότι στη περιοχή πρέπει να υπάρχει και ναός αφιερωμένος στη θεά του κυνηγιού. Στην περιοχή «Του Μπάρμπα η βρύση», υπάρχουν ίχνη αρχαίου οικισμού με ευρήματα ρωμαϊκής και βυζαντινής περιόδου. Αξιοθέατα του χωριού είναι η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του 1921, ενώ στην περιοχή γύρω από το χωριό μπορεί ο επισκέπτης να δει το μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου.

Αμμόβουνο Ορεστιάδας

Το Αμμόβουνο βρίσκεται στην νότια όχθη του ποταμού Άρδα και είναι ένα από τα παλαιότερα χωριά του Έβρου. Στα Βυζαντινά χρόνια όταν ονομαζόταν Σιμαβίνα υπάρχουν ερείπια κάστρου στον λόγο Χισάρ Τεπέ, το οποίο αποτελούσε έναν από τους προμαχώνες του Βυζαντινού κράτους. Στις όχθες του ποταμού Άρδα έχουν βρεθεί δεκάδες ταφόπλακες τις περιόδου (1200-1300 μ.χ), περίοδος που συμπίπτει με την ημερομηνία γέννησης του Σεΐχη Μπεντρεντίν, στην οποία ιστορικά τοποθετείται και η άλωση της Αδριανούπολης. Οι κάτοικοι του Αμμόβουνου είναι Γκαγκαβούζηδες, πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και μέχρι σήμερα προσπαθούν να διατηρήσουν τον ιδιαίτερο πολιτισμό τους. Η κύρια ασχολία τους είναι η καλλιέργεια.

Αρδάνιο Αλεξανδρούπολης

Το Αρδάνιο ή Αρδάνι βρίσκεται στα σύνορα με την Τουρκία σε υψόμετρο 20 μέτρων. Το χωριό ήταν μουσουλμανικό και ονομαζόταν Σαρχανλή (Kara Sarhanli). Μετά την Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών στο χωριό εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και τη Βουλγαρία. Στην περιοχή έχουν εντοπιστεί ευρήματα από αρχαϊκά χρόνια και πιθανολογείται ότι εδώ βρισκόταν η αρχαία Δύμη. Αξιοθέατα κοντά στο χωριό είναι μια τοξωτή καμάρα η οποία αποτελούσε μέρος ρωμαϊκής, η οποία επί τουρκοκρατίας ονομαζόταν Κεμέρ (τουρκ. ζωνάρι, καμάρα).

Άρζος Ορεστιάδας

Ο  Άρζος βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Πλάτη και Καναδάς στην Ορεστιάδα, σε υψόμετρο 45 μέτρων. Η περιοχή στην οποία βρίσκεται ο Άρζος έχει χαρακτηριστεί ως η Μεσοποταμία του Έβρου, καθώς στα νότια της ρέει ο ποταμός Άρδας και στα βόρεια ο ποταμός Έβρος. Στον Άρζο εγκαταστάθηκαν Έλληνες από τις περιοχές Ορτάκιοϊ και Ανδριανούπολης.  Η τουρκική ονομασία του χωριού ήταν Κουλακλί. Μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1913, ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, έπειτα για σύντομο χρονικό διάστημα μέχρι το 1919 πέρασε στους Βούλγαρους και έπειτα ενώθηκε με την Ελλάδα με την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ του βουλγαρικού και τουρκικού πληθυσμού με Έλληνες πρόσφυγες της Τουρκίας. Στην περιοχή γύρω από τον Άρζο έχει ανακαλυφθεί κιβωτιόσχημος τάφος του 4ου αιώνα π.Χ. με σημαντικά ευρήματα της ελληνιστικής περιόδου, τα οποία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής. Ο ποταμός, δίπλα στον οποίο βρίσκεται ομώνυμος οικισμός, μαρτυρείται σε ένα είδος οδοιπορικού της ύστερης αρχαιότητας πριν και μετά τη Βερόη. Ορισμένες μεσαιωνικές πηγές, βασιζόμενες σε άλλες αραιότερες, συγχέουν τον ποταμό (Arzos, Arxos) με τον Tonzos (Tuntza), αφού αναφέρουν ότι ενώνεται μαζί με δύο άλλους ποταμούς κοντά στην Αδριανούπολη. Ο ναός του χωριού είναι αφιερωμένος στη Ζωοδόχο Πηγή και πανηγυρίζει πάντα την Παρασκευή μετά το Πάσχα.

Ασβεστάδες Διδυμότειχου

Οι Ασβεστάδες λέγεται ότι είναι ντόπιοι Θρακιώτες που ανήκουν στην οικογένεια των «Μάρηδων» όπως και άλλα 12 χωριά της περιοχής Ερυθροποτάμου. Η ονομασία του προέρχεται από τη καλή ποιότητα ασβέστη που έβγαζε το χωριό. Στο παλιό νεκροταφείο που ανακαλύφθηκε τυχαία στην αυλή της εκκλησίας βρέθηκαν επιτύμβιες πλάκες και σταυροί με χριστιανικά ονόματα και χρονολογίες θανάτου από τον 17ο και 18ο αιώνα. Οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ισχυρό στοιχείο της ταυτότητάς τους είναι η μουσική τους έκφραση, το μουσικό ιδίωμα με γρήγορους και ζωηρούς σκοπούς, το οποίο αργότερα κυριάρχησε στη Δυτική Θράκη και επέβαλε το λεγόμενο «Δυτικοθρακιώτικο ύφος».

Ασπρονέρι Διδυμότειχου

Το Ασπρονέρι είναι πολύ παλιό χωριό στο Διδυμότειχο και ανέκαθεν ήταν χριστιανικό. Ανήκει στα χωριά των Μάρηδων, γηγενούς φυλής με πολιτισμικά χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν στους αρχαίους Θράκες. Σύμφωνα με την παράδοση, το Ασπρονέρι ξεκίνησε με τρία σπίτια. Η αρχική του ονομασία ήταν Τερζάνικες Πόρτες, εννοώντας τα μονοπάτια που πήγαιναν στον οικισμό, αφού δεν υπήρχε δρόμος και η περιοχή ήταν πυκνά δασωμένη. Κατά την Τουρκοκρατία το χωριό ονομαζόταν Ακμπουνάρ. Η σημερινή ονομασία Ασπρονέρι οφείλεται στο καθαρό νερό που είχε η περιοχή. Από έρευνα που έγινε στο παλαιό νεκροταφείο του χωριού διαπιστώθηκε ότι οι παλαιοί ταφικοί σταυροί φέρουν χρονολογίες μετά το 1800, γεγονός που μαρτυρεί ότι το χωριό ήταν οργανωμένο σε κοινωνία ανθρώπων πολύ πριν από τη χρονολογία αυτή. Μάλιστα βρέθηκε ταφικός σταυρός με χρονολογία 1805 που είναι και από τους παλαιότερους που βρέθηκαν στο Ασπρονέρι.

Βρυσικά Διδυμότειχου

Τα Βρυσικά βρίσκονται ανάμεσα σε δύο ποτάμια, τον Ερυθροπόταμο και τον Καζαντζή. Το χωριό ιδρύθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα, από γηγενείς Θράκες και από διωγμένους από Τούρκους Πελοποννήσιους. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας η ονομασία τους ήταν «Καρά – Μπουνάρ» δηλαδή «Μαύρο Πηγάδι», εξαιτίας ενός πηγαδιού το οποίο ήταν τόσο βαθύ που το ονόμαζαν μαύρο. Τα Βρυσικά είναι ένα από τα 13 χωριά των Μάρηδων στον Έβρο, των οποίων οι κάτοικοι προέρχονται από τους αρχαίους Θράκες. Η περιοχή των Βρυσικών κατοικείται από τα παλιά χρόνια σύμφωνα με ευρήματα που έχουν βρεθεί και συγκεκριμένα νομίσματα των Ελληνιστικών, Μακεδονικών, Ρωμαϊκών και Βυζαντινών χρόνων. Αξιοθέατο του χωριού είναι το Λαογραφικό Μουσείο που λειτουργεί από το 1997 με μια από τις πιο πλούσιες λαογραφικές συλλογές με 800 περίπου εκθέματα, πλούσιο φωτογραφικό αρχείο, ακόμη και όστρακα, σημαντικής αρχαιολογικής αξίας.

Γαλήνη Ορεστιάδας

Η Γαλήνη αρχικά ήταν Τούρκικο χωριό με την ονομασία Τσιγκέλι που σημαίνει σιδερένιο άγκιστρο και αργότερα το 1935 που εγκαταστάθηκαν στο χωριό οι πρώτοι Έλληνες πήρε τη σημερινή ονομασία. Στο εγκαταλελειμμένο σήμερα χωριό υπάρχει ακόμα ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που χτίστηκε το 1962 στη θέση τζαμιού, σε ένα μέρος εκπληκτικής ομορφιάς, πραγματικής γαλήνης και ηρεμίας, δίπλα στο ποτάμι και ακριβώς πίσω από τα σύνορα με τη Βουλγαρία. Τα αξιοθέατα στο χωριό είναι ένα αναθηματικό ανάγλυφο Θράκα ιππέα του 1ου αιώνα π.Χ. που εικονίζεται με δόρυ στο δεξί χέρι, στα αριστερά εικονίζεται δένδρο με τυλιγμένο φίδι και στο κάτω μέρος βωμός, αγριόχοιρος και σκύλος.

Γιαννούλη Σουφλίου

Η Γιαννούλη είναι ημιορεινό χωριό σε υψόμετρο 250 μέτρων, η οποία βρίσκεται μέσα και προς τα βόρεια του Εθνικού Πάρκου Δάσους Δαδιάς-Λευκίμμης-Σουφλίου. Το 1903 στο χωριό κατοικούσαν Βούλγαροι και Τούρκοι με την ονομασία Vanviran, που εξελίχθηκε πιθανόν σε Yanviran. Το 1914 εγκαταστάθηκαν Έλληνες από το βόρειο Έβρο και πρόσφυγες από τον Πόντο. Το χωριό περιβάλλεται από ένα πυκνό δάσος πεύκου, κέδρου και δρυός, επέκταση του κεντρικού πυρήνα του δάσους της Δαδιάς. Οι κάτοικοι του οικισμού τον προηγούμενο αιώνα ασχολούνταν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αμπελουργία και τη σηροτροφία, δηλαδή την εκτροφή των μεταξοσκωλήκων, με στόχο την παραγωγή μεταξιού και την υλοτομία. Αξιοθέατα κοντά στο χωριό είναι ο τρίκλιτος βασιλικός ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών με ανεξάρτητο πύργο κωδωνοστασίου, που έχει ιστορία μεγαλύτερη του ενός αιώνα. Το ξωκλήσι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην πλαγιά ενός λόφου. Τη λιθόκτιστη γέφυρα με τρεις θολωτές καμάρες, μέσα σε ένα ιδιαίτερο φυσικό τοπίο. Μέσα στον οικισμό σώζονται ακόμα πολλά μικρά λιθόχτιστα και πλινθόχτιστα σπίτια, που αποτυπώνουν την οργάνωση της κοινωνικής και οικιστικής ζωής του χωριού.

Γονικό Σουφλίου

Το Γονικό είναι πομάκικο κεφαλοχώρι σε υψόμετρο 400 μέτρων και απέχει 1,5 χιλιόμετρο από τη Βουλγαρία. Τα αξιοθέατα του χωριού είναι οι βραχογραφίες, που χρονολογούνται στην πρώιμη εποχή του Σιδήρου. Πρόκειται για μεγάλους βράχους με εγχάρακτα γραμμικά σχέδια, που ξεχωρίζουν ανθρώπινες μορφές, ερπετά, πουλιά και άλλα. Στο ύψωμα Χίλια ή Χίγια οι κάτοικοι συγκεντρώνονται κάθε χρόνο το πρώτο σαββατοκύριακο του Αυγούστου για να γιορτάσουν τα Γιαγλά – Μπαϊράμι, πραγματοποιώντας την τελετή της πάλης των ανδρών. Παλαιστές από διάφορες πόλεις της βόρειας Ελλάδας αλλά και τη Βουλγαρία και την Τουρκία, παίρνουν μέρος σε αυτή την εκδήλωση που συνοδεύεται από πλούσιο πρόγραμμα με θεατρικές, χορευτικές και μουσικές παραστάσεις.

Η Δαδιά είναι χτισμένη στην πλαγιά του βουνού της Γκίμπρενας, που έχει συνδέσει το όνομά της  με το Δάσος της Δαδιάς, από τους πιο σημαντικούς βιότοπους της Ευρώπης. Η περιοχή παρουσιάζει εντυπωσιακή εναλλαγή βιοτόπων, καθένας από τους οποίους φιλοξενεί πολλά μοναδικά και σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης. Κατά την τουρκοκρατία η Δαδιά ονομαζόταν «Τσιάμ – Κιόι», που σήμαινε «χωριό του μεγάλου πεύκου». Δηλαδή το δαδί (ρετσίνι) από το πεύκο που στα παλιότερα χρόνια χρησίμευε ως προσάναμμα σαν προσάναμμα της φωτιάς ή φωτιστικό. Οι πρώτοι κάτοικοι της Δαδιάς ήρθαν εδώ για να βρουν καταφύγιο, από μια φοβερή επιδημία που χτύπησε την πατρίδα τους, μια μεγάλη πόλη που βρίσκονταν στην όχθη του Έβρου. Ίχνη της πόλης αυτής εύκολα διακρίνει κανένας στο ύψωμα Γκίμπρενα, τμήματα βυζαντινού κάστρου – οχυρού, χτισμένο από τον Ιουστινιανό για την προστασία της Εγνατίας Οδού. Οι κάτοικοι εγκατέλειψαν αυτή τη μεγάλη πόλη και οι μεν άρχοντες και μορφωμένοι έκτισαν την Κορνοφωλιά, χωριό που βρίσκεται βορειότερα κοντά στο Σουφλί, οι οικοδόμοι τη Λευκίμη και οι εργάτες και υλοτόμοι τη Δαδιά για να είναι κοντά στο δάσος. Οι σημερινοί κάτοικοι είναι πολύ λίγοι και κυρίως συνταξιούχοι. Η Δαδιά είναι ένα μικρό νοικοκυρεμένο χωριό που μετά την ανάδειξή του ως πόλο έλξης οικοτουριστών από όλα τα μήκη και πλάτη της Γηραιάς Ηπείρου, διατήρησε τη ζωντάνια του και γλύτωσε από τη μοίρα τόσων άλλων ακριτικών οικισμών της χώρας που εγκαταλείπονται στην τύχη τους και μεταλλάσσονται σε χωριά-φαντάσματα. Τα σπίτια του χωριού ακουμπούν στα όρια του πυκνού δάσους της Δαδιάς που αποτελεί και το σπουδαιότερο ενδιαίτημα για πολλά και απειλούμενα είδη αρπακτικών πουλιών. Η ευρύτερη περιοχή έχει υπαχθεί στο νεοσύστατο Εθνικό Πάρκο Δαδιάς Λευκίμμης Σουφλίου. Αξιοθέατα του χωριού είναι το Δάσος της Δαδιάς που μπορείτε να περιηγηθείτε με αφετηρία το Οικοτουριστικό κέντρο. Ένα άλλο μνημείο ιστορικού ενδιαφέροντος είναι η Μονή Δαδιάς. Ο Άϊ Νικόλας είναι ένας πανέμορφος ναός μέσα στο χωριό. Στη Δαδιά διατηρούνται η παράδοση των εθνικών αγώνων και μερικά πανάρχαια ελληνικά έθιμα. Στη Δαδιά αλλά και στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν ξενοδοχεία όλων των κατηγοριών αλλά και όμορφοι ξενώνες για διαμονή στο χωριό.

Δίκαια Ορεστιάδας

Τα Δίκαια είναι το τελευταίο χωριό στα βόρεια σύνορα της χώρας μια ανάσα από το «τριεθνές« στα σύνορα Ελλάδας, Βουλγαρίας και Τουρκίας. Στο όμορφο ακριτικό χωριό, όπου τελειώνει η σιδηροδρομική γραμμή επί ελληνικού εδάφους, έγινε ένα από τα σημαντικότερα σαμποτάζ του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, με την ανατίναξη της σιδηροδρομικής τους γέφυρας, μήκους 50 μέτρων, απ’ όπου περνούσαν τα φορτία χρωμίου για την πολεμική βιομηχανία της ναζιστικής Γερμανίας. Το χωριό βρίσκεται δίπλα στο ποτάμι και είναι κεφαλοχώρι της περιοχής με δημόσιες υπηρεσίες και τράπεζες. Οι περισσότεροι κάτοικοι των Δικαίων προέρχονται από το Καβακλί, το σημερινό Τοπόλοβγκραντ της Βουλγαρίας. Το κλίμα στα Δίκαια είναι ηπειρωτικό. Οι βροχές και τα χιόνια είναι συχνά φαινόμενα, ενώ οι χειμώνες χαρακτηρίζονται σαν δριμείς. Στην περιοχή μαγειρεύεται η Καρβαβίτσα, παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο φαγητό από χοιρινό έντερο, κρέας και συκώτια. Επιπλέον ξεχωρίζουν οι διάφορες πίτες. Κωλμπουρέκ ονομάζεται η τυλιχτή πίτα. Το Κιούλ είναι σούπα που μαγειρεύεται από κοτόπουλο και χυλό από αλεύρι. Η περιοχή παράγει κρασί, τσίπουρο, μέλι, αμύγδαλα και καρύδια. Στις 8 Μαΐου αναβιώνει στα Δίκαια ένα παλιό έθιμο, το «Κουρμπάνι» έξω από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Οι γυναίκες του χωριού φτιάχνουν άρτους και βράζουν αρνιά μέσα σε μεγάλα καζάνια, σε ένα διαμορφωμένο χώρο που υπάρχει κοντά στο εκκλησάκι. Αφού ο ιερέας διαβάσει τους άρτους και το κουρμπάνι, μοιράζονται στον κόσμο που βρίσκεται εκεί. Την 1η του μηνός Φεβρουαρίου αναβιώνει το έθιμο του “Τρύφωνα”, προστάτη των αμπελουργών. Στις 26 Οκτωβρίου εορτή του Αγίου Δημητρίου οργανώνεται μεγάλο πανηγύρι. Τα Δίκαια διαθέτουν υπαίθριο αμφιθέατρο χωρητικότητας 1500 θέσεων, στο οποίο παρουσιάζονται τους καλοκαιρινούς μήνες σημαντικές καλλιτεχνικές διοργανώσεις. Κάθε καλοκαίρι τον Δεκαπενταύγουστο ο Δήμος Τριγώνου διοργανώνει Φεστιβάλ παραδοσιακών χορών “Ευρώπη και Παράδοση Σιδηροδρομικός Σταθμός Συνάντηση στον Έβρο” στο υπαίθριο θέατρο Δικαίων. Πολιούχος των Δικαίων είναι ο Άγιος Δημήτριος, στην γιορτή του οποίου στις 26 Οκτωβρίου κάθε χρόνο, οργανώνεται μεγάλο πανηγύρι. Αξιοθέατα του χωριού είναι οι κεραμοσκεπείς τάφους μέσα στους οποίους βρέθηκαν χρυσά κοσμήματα και τους τάφους των γαιοκτημόνων της εποχής του αυτοκράτορα Κομμόδου (117-192 μ.Χ.) όπου βρέθηκαν αγγεία με τέσσερις λαβές, χάλκινη πόρπη, ανάγλυφα ζάρια κλπ.

Ελαφοχώρι Διδυμότειχου

Το Ελαφοχώρι αρχικά ονομαζόταν Τραύα και μετονομάστηκε το 1926 με τη τωρινή του ονομασία. Το χωριό χτίσθηκε από εξήντα περίπου οικογένειες, πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη στη βόρεια όχθη του Ερυθροποτάμου. Αξιοθέατο του χωριού είναι ένας αρχαίος υπόγειος τάφος που ανακαλύφθηκε στον συνοικισμό Δάφνη, που θεωρείται ο παλιότερος θρακικός τάφος του 4ου -3ου αιώνα π.Χ., με χαρακτηριστικά (δρόμο, προθάλαμο και κυρίως θάλαμο) ανάλογα των Μακεδονικών.

Καστανιές Ορεστιάδας

Οι Καστανιές βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Άρδα, σε υψόμετρο 42 μέτρων, στα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, σε μια τοποθεσία μαγευτική, που συνδυάζει βουνό, κάμπο και ποτάμι. Σύμφωνα με πληροφορίες το παλιό όνομα του χωριού ήταν Καστανούσα ή Καστανατσός, ονομάστηκε όμως Τσιορεκ- κιοί (= τεταρτοχώρι), γιατί σε επιδημία χολέρας έχασε τα τρία τέταρτα του πληθυσμού του. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-13 οι Καστανιές βρέθηκαν ανάμεσα στα πυρά των Βουλγάρων και των Τούρκων. Βαρύ φόρο αίματος πλήρωσαν κατά τους εθνικούς αγώνες, μάλιστα πολλές τσιρεκιότισσες για να σωθούν από τις επιθυμίες των κατακτητών έπεσαν και πνίγηκαν στον Άρδα. Ο συνοριακός σταθμός Καστανιών είναι το μοναδικό σημείο όπου τα σύνορα δεν ταυτίζονται με τον ποταμό Έβρο, αλλά είναι χερσαία. Είναι από τα λίγα χωριά στον Έβρο που δεν κατοικήθηκε ποτέ από μουσουλμάνους. Βάσει της συνθήκης της Λοζάννης οι Καστανιές παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα, λόγω της ελληνικότητας του πληθυσμού τους. Οι Καστανιές γνώρισαν μεγάλη οικονομική ανάπτυξη χάρη στη καλλιέργεια καλλιέργεια και κατασκευή της σκούπας σαρωθρόχορτο μέχρι και τη δεκαετία του 1980. Το 1923 συστάθηκε το πρώτο Τελωνείο στην ελληνοτουρκική μεθόριο, και λειτουργεί μέχρι σήμερα, ενώ το Ταχυδρομικό Γραφείο Καστανεών αποτελεί τη συνέχεια αυτού Κάραγατς. Τη δεκαετία του 1930 λειτούργησε στη μεθόριο λαϊκή όπου διατίθενταν προϊόντα των δύο χωρών γνωστή και ως Παζάρ – γκιουλέ. Η περιοχή έχει αποκτήσει τεράστια φήμη λόγω του φεστιβάλ “Μουσικό φεστιβάλ Άρδα” που διοργανώνεται κάθε καλοκαίρι δίπλα στον ποταμό. Χιλιάδες επισκέπτες συρρέουν για να παρακολουθήσουν τις συναυλίες των καλλιτεχνών που παίρνουν μέρος, αλλά και για να συμμετάσχουν στις αθλητικές δραστηριότητες που διοργανώνονται.

Κίρκη Αλεξανδρούπολης

Η Κίρκη βρίσκεται κοντά στην κοιλάδα του μικρού ποταμού Ειρήνη με θέα το δάσος δρυός και πεύκου. Μέχρι και σήμερα είναι γνωστή η ονομασία Κίρκη, ωστόσο η ονομασία του χωριού ήταν Χιρκάς ή Κιρκάκιοϊ μέχρι το 1920. Η ονομασία του προέρχεται από Κιρκ – χαν (στα τούρκικα) που μεταφράζεται ο αριθμός 40 που έφερε το Χάνι της Κίρκης, από τη Ρωμαϊκή και μετέπειτα Βυζαντινή εποχή. Το χωριό κατοικούνταν από τον 2ο αιώνα π.Χ. σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα που ανακαλύφτηκαν στην περιοχή. Στις αρχές του 20ου αιώνα στον οικισμό λειτουργούσε Ελληνική αστική σχολή, καθώς και παρθεναγωγείο. Τα αξιοθέατα του χωριού πολύ κοντά, είναι οχυρωματικοί περίβολοι που στον έναν διασώζεται και τετράγωνος πύργος. Στην περιοχή της Kίρκης (στο Λοφάριο ή την Bέννα) ανακαλύφθηκε επιτύμβιο πιθανότατα ανάγλυφο με παράσταση καθημένου λυρωδού που χρονολογείται στα μέσα του 5ου αι. π.X. και βρίσκεται στο Μουσείο της Κομοτηνής. Πρόσφατα βρέθηκαν βορειοανατολικά του χωριού τάφοι που ανήκουν στην αρχαία θρακική φυλή των Κικόνων που χρονολογούνται από τον 11ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ. Η Κίρκη είναι γνωστή κυρίως για τα εγκαταλελειμμένα μεταλλεία της. Τα μεταλλεία που ήταν υπό Γερμανική κατοχή, μετά την ήττα των Γερμανών περιήλθαν στο ελληνικό δημόσιο που τα λειτούργησε μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Από το 1974 μέχρι το 1980 και από το 1990 μέχρι το 1997 λειτούργησαν από ιδιωτική εταιρία και απασχολούσαν κατοίκους των γύρω χωριών. Το πιο γνωστό μεταλλείο βρίσκεται 6 χλμ βόρεια και είναι το μεταλλείο μεικτών θειούχων Άγιος Φίλιππος και συγκεκριμένα το εργοστάσιο επεξεργασίας του μεταλλεύματος. Οι επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων και κατοίκων της περιοχής, αλλά και στο περιβάλλον, είχε σαν αποτέλεσμα το κλείσιμο της μεταλλείων.

Κορνοφωλιά Σουφλίου

Η Κορνοφωλιά είναι πολύ παλιό χωριό, χτισμένη σε πράσινη λοφοπλαγιά. Η αρχαία ονομασία του οικισμού δεν είναι γνωστή. Στα ρωμαϊκά χρόνια ονομαζόταν Ζειρηνία ή Ζεβρών (Zervae =Ζέρβαι) ή Zurbae. Στα χρόνια του Ιουστινιανού ονομαζόταν Ζδεβρήν. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας Ντερβέν Καραμπουνάρ, που σημαίνει Μαυροπήγαδο της Κλεισούρας. Από το 1700 μ.Χ. ο οικισμός στη σημερινή του θέση αναφέρεται ως Κουρουνοφωλιά ή Κορνοφωλιά. Η ονομασία αυτή προέρχεται από τις άφθονες κουρούνες (κοράκια) που υπήρχαν στο χωριό. Το έδαφος της περιοχής είναι πλούσιο σε κοιτάσματα αργιλίου, υλικό με θεραπευτικές ιδιότητες που είναι κατάλληλο για εγκαύματα, φαγούρες, πιτυρίδα, ενώ χρησιμοποιείται και ως δυναμωτικό μαλλιών. Στην περιοχή έχουν βρεθεί κατά καιρούς διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη κάποιου αρχαίου οικισμού. Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο βρίσκεται θραύσμα ανάγλυφης αναθηματικής στήλης, που εικονίζει χέρι που κρατά θύρσο και στο επάνω μέρος αναγράφεται η επιγραφή «ΚΥΡΙΩ ΕΒΡΩ». Ευρήματα από τη ρωμαϊκή εποχή, όπως αγάλματα και νομίσματα, βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής. Η Κορνοφωλιά είναι γνωστή από το περίφημο Μοναστήρι της Παναγίας της Πορταΐτισσας. Η φήμη της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Πορταΐτισσας, που βρίσκεται στο μοναστήρι, έχει απλωθεί σ’ όλη την Ελλάδα. Η εικόνα της είναι αντίγραφο της Πορταΐτισσας του Αγίου Όρους και ήρθε από τη Μονή των Ιβήρων όταν το μοναστήρι έγινε μετόχι του. Λέγεται ότι η Μονή Κορνοφωλέας ή Μοναστήρι της Παναγίας της Πορταΐτισσας, ιδρύθηκε πιθανότατα πριν τον 17ο αιώνα, δεν υπάρχει όμως κανένα γραπτό στοιχείο για τη χρονολόγηση της.

Λάβαρα Σουφλίου

Τα Λάβαρα βρίσκεται πάνω στην εθνική οδό που συνδέει το Σουφλί με το Διδυμότειχο. Το 17ο αιώνα ήταν κεφαλοχώρι του οποίου οι κάτοικοι απολάμβαναν απαλλαγή από φόρους. Την εποχή εκείνη ονομαζόταν Σαλτήκ, που σημαίνει τόπος που κατασκευάζονται τα «σάλια», πλατιές βάρκες με επίπεδη καρίνα, με τις οποίες γίνονταν η μεταφορά των προϊόντων στον ποταμό Έβρο. Το παρελθόν των Λαβάρων φτάνει στον 7ο αιώνα μ. Χ., με βάση πανάρχαιες δεξαμενές νερού που βρέθηκαν στην περιοχή και που ονομάζονται Βιστέρνα (Bis sterna = διπλανή δεξαμενή). Βρέθηκαν επίσης τάφοι της ίδιας εποχής. Η ονομασία Λάβαρα δόθηκε διότι κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, οι κάτοικοι του χωριού ύψωσαν σημαίες – Λάβαρα – με σταυρό και εξόντωσαν τουρκική στρατιωτική δύναμη στην περιοχή τους. Η παράδοση αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της διήμερης μάχης οι γυναίκες των Λαβάρων ανεφοδίαζαν με τρόφιμα και πυρομαχικά τους 300 και πλέον ένοπλους συμπατριώτες τους, διανύοντας 10 χιλιόμετρα δασωμένης περιοχής. Στην τοποθεσία της μάχης εντοπίζονταν μέχρι πριν λίγα χρόνια σκελετοί και κομμάτια από σπασμένα όπλα της εποχής. Επειδή οι επαναστατημένοι κάτοικοι του χωριού αυτού ύψωσαν σημαία γαλάζια με μαύρο σταυρό, για το λόγο αυτό το 1920, η επιτροπή τοπωνυμίων έδωσε στο χωριό αυτό το όνομα “Λάβαρα”. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, οι κάτοικοι ανήγειραν αργότερα την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου που πανηγυρίζει στις 2 Μαΐου, ημέρα διεξαγωγής της μάχης. Λειτουργούν ακόμα δύο ναοί στα Λάβαρα, ο Άγιος Δημήτριος και το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής. Στην πλατεία του χωριού θα βρείτε ταβέρνες με παραδοσιακές νοστιμιές. Από τα Λάβαρα καταγόταν ο Βαγγέλης Ματσιάνης, ξακουστός οπλαρχηγός της Θράκης που έδρασε κατά το 19ο αιώνα.

Λευκίμμη Σουφλίου

Η Λευκίμμη είναι ένα πανέμορφο γραφικό χωριό στα όρια του προστατευόμενου δάσους της Δαδιάς. Για το πότε χτίστηκε το χωριό υπάρχουν δυο εκδοχές.Η πρώτη λέει ότι χτίστηκε τον 13ο αιώνα από τους Καταλανούς και η άλλη για τον 17ο αιώνα από κατοίκους της αρχαίας Δύμης. Η αρχική ονομασία ήταν Καβατζίκ και το1924 που έγινε ένα από τα μεγαλύτερα κεφαλοχώρια μετονομάστηκε Λευκίμμη, από τις πολλές λεύκες που υπήρχαν στην περιοχή. Πανέμορφο χωριό που κατείχε σημαντική θέση κάποτε στην οικονομία της περιοχής και αξιόλογη αρχιτεκτονική στο χτίσιμο πέτρας. Τα εναπομείναντα κτίρια μαρτυρούν την τότε οικονομική του ευμάρεια. Στην πλατεία του χωριού μισογκρεμισμένο το αρχοντικό Κιρμιζή, μια επιβλητική μορφή από τις αρχές του αιώνα, δείγμα της τότε αρχιτεκτονικής. Λόγω της προνομιακής της θέσης η Λευκίμμη, αποτελεί κέντρο απόδρασης από τον αστικό ιστό και πνεύμονα εξερεύνησης των δύο εξαιρετικών οικοσυστημάτων, τόσο του Δέλτα του Έβρου, όσο και του Δάσους της Δαδιάς. Στα αξιοθέατα του χωριού ανήκουν τα πολλά καλοδιατηρημένα πηγάδια, την όμορφη πλατεία και τις δυο μεταβυζαντινές εκκλησίες της. Ο μεγαλοπρεπής ναός του Γενεθλίου της Θεοτόκου, επιβάλλεται με την αρχιτεκτονική του. Η διακόσμηση είναι ιδιαίτερα λιτή στο εξωτερικό. Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, πιθανότατα από τις αρχές του 18ου αιώνα. προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική κατά την εποχή και κοσμείται με θαυμάσιες φορητές εικόνες του 18ου και 19ου αιώνα, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν οι παλιές ρώσικες δεσποτικές εικόνες, που σήμερα βρίσκονται στον πρόναο. Το Μουσείο Άρτου που δίνει πληροφορίες σχετικά με τις ποικιλίες σιταριού, την παραγωγή αλευριού με χειρόμυλους, το ψήσιμο του ψωμιού στον χαρακτηριστικό φούρνο του σπιτιού – μουσείου και οτιδήποτε έχει σχέση με το ψωμί και το αλεύρι στην περιοχή της Θράκης. Το φράγμα που υπάρχει κοντά στο χωριό και η ποδηλασία μέσα σε ειδικές δασώδεις διαδρομές, είναι στοιχεία που το κάνουν ακόμα πιο θελκτικό. Το βουνό της, πλούσιο σε βλάστηση, προσφέρεται για πεζοπορία και παρατήρηση ζώων και αρπακτικών καθώς διαθέτει και το δικό του παρατηρητήριο. Στη Λευκίμη λειτουργούν παραδοσιακοί ξενώνες.

Μάκρη Αλεξανδρούπολης

Η Μάκρη είναι παραλιακό χωριό που βρίσκεται πολύ κοντά στο κέντρο της Αλεξανδρούπολης και είναι γνωστή για τις υπέροχες παραλίες της. Με το γραφικό λιμανάκι του Πλατάνου, είναι χτισμένη σε πλαγιά κατάφυτη με ελιές, αμυγδαλιές και άλλα οπωροφόρα και βρίσκεται πλάι στην παλιά εθνική οδό. Έχοντας κατοικηθεί αδιάκοπα ως σήμερα, διατηρεί τη γραφικότητα με τα διάσπαρτα ίχνη βυζαντινών οχυρών, ενώ το ρέμα που τον διασχίζει έδινε κατά τον 17ο αιώνα ενέργεια σε 12 νερόμυλους. Σύμφωνα με τις διεξαχθείσες αρχαιολογικές ανασκαφές, η περιοχή της Μάκρης φέρεται να κατοικήθηκε ήδη από την νεολιθική περίοδο (3000 π.Χ.). Aπό τα ευρήματα συνάγεται ότι τουλάχιστον από τις αρχές του 5ου αι., οι Έλληνες – άποικοι προφανώς από την Σαμοθράκη – είχαν εγκαταστήσει στην παράκτια αυτή θέση της χώρας των Θρακών Kικόνων κάποιο μικρό, οχυρωμένο ίσως, εμπορικό σταθμό (“εμπόριον”), εκμεταλλευόμενοι το μικρό φυσικό λιμάνι στα νότια της τούμπας. Στο χωριό έχουν βρεθεί και απομεινάρια τειχών και λοιπών κτισμάτων της βυζαντινής περιόδου. Tο 1361 η Μάκρη είχε ήδη κυριευθεί από τους Tούρκους, ενώ στα 1433 καταστράφηκε εκτενώς με εξαίρεση ενός τμήματος της οχύρωσης. Στον Α’ Βαλκανικό πόλεμο κατελήφθη από στρατεύματα της Βουλγαρίας, αλλά μετά την ήττα τους πέρασε βάσει της συνθήκης του Νεϊγύ στον έλεγχο της Αντάντ και το 1920 αποδόθηκε επίσημα στην Ελλάδα. Μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τη ναζιστική Γερμανία, η Μάκρη (όπως και το μεγαλύτερο κομμάτι της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης) πέρασε υπό βουλγαρική Κατοχή που διήρκησε μέχρι τον Οκτώβριο του 1944. Η κύρια ασχολία των κατοίκων της είναι παραδοσιακά οι αγροτικές εργασίες και τις τελευταίες δεκαετίες τα τουριστικά επαγγέλματα. Αξιοθέατα του χωριού είναι στο λόφο του Προφήτη Ηλία, ο ναός της Αγίας Αναστασίας χτισμένος το 1834 με το ξυλόγλυπτο τέμπλο και ωραίες μεταβυζαντινές εικόνες, τα απομεινάρια τρίκλιτης βασιλικής στη θέση της οποίας οικοδομήθηκε αργότερα τζαμί και ένας ναός του 12ου αιώνα στη θέση Επισκοπείο, τα διασωθέντα οθωμανικά λουτρά (χαμάμ) καθώς και ο παλιός εμπορικός σταθμός. Kοντά στην ακτή και κάτω από το χωριό βρίσκονται πολυάριθμα βραχώδη σπήλαια, το πιο γνωστό είναι το σπήλαιο του Κύκλωπα όπου έχουν βρεθεί απομεινάρια νεολιθικού οικισμού, αλλά και βυζαντινών οχυρωματικών έργων. Η ανασκαφή, που πραγματοποιείται τα τελευταία χρόνια στην τούμπα, έφερε στο φως ένα σπουδαίο νεολιθικό οικισμό (4500-3000 π.Χ.), που θεωρείται από τους σημαντικότερους των Βαλκανίων. Η τούμπα εξακολουθεί να κατοικείται στην Εποχή του Χαλκού (3000-1050 π.Χ.) και στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (1050-650 π.Χ.). Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν ένα ή δύο οικοδομήματα αποθηκευτικού χαρακτήρα από την κλασική και ελληνιστική περίοδο και τμήμα τείχους των ρωμαϊκών χρόνων. Στη γραφική πλατεία της Μάκρης υπάρχουν ταβερνάκια που σερβίρουν φρέσκο ψάρι και θαλασσινά και στην ευρύτερη περιοχή καταλύματα για διαμονή.

Μαράσια Ορεστιάδας

Τα Μαράσια είναι σε υψόμετρο 40 μέτρων και βρίσκονται δίπλα στα σύνορα με την Τουρκία. Την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν μικτό χωριό με χριστιανούς και μουσουλμάνους κατοίκους. Μετά την Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες κυρίως από την Αδριανούπολη, αλλά και από την υπόλοιπη Ανατολική Θράκη. Στην πλαγιά του χαμηλού υψώματος Φύλακες του χωριού εντοπίστηκε θέση οικισμού με χειροποίητη στιλβωμένη κεραμική με ραβδωτή και εμπίεστη διακόσμηση μαζί με θραύσματα λεπίδων πυριτόλιθου της πρώιμης εποχής του Σιδήρου. Το χωριό έγινε γνωστό όταν το 2007 η Ακαδημία Αθηνών βράβευσε την “Κυρά των Μαρασίων” (Βασιλική Λαμπίδου – Φωτάκη), η οποία απεβίωσε στις 21 Ιουνίου 2011, σε ηλικία 107 ετών και κηδεύτηκε µε τιµές εν ενεργεία αξιωµατικού των Ενόπλων Δυνάµεων.

Μελία Αλεξανδρούπολης

Η Μελία είναι σε υψόμετρο 160 μέτρων και βρίσκεται προς τα σύνορα με την Τουρκία. Νοτιοδυτικά ξεκινά το “Νότιο δασικό σύμπλεγμα Έβρου” που έχει αναγνωριστεί ως Βιότοπος Natura2000 και χαρακτηρίζεται από χαμηλούς λόφους οι οποίοι καλύπτονται από δάση με δρυς, πεύκα και αναδασώσεις. Αξιοθέατα του χωριού είναι οι έξι ανεμόμυλοι από την προβιομηχανική εποχή που λειτουργούσαν ως το 1925. Το 2000 αναστηλώθηκαν οι τέσσερις και η περιοχή έχει διαμορφωθεί σε χώρο αναψυχής. Ο μεταβυζαντινός ναός του Προφήτη Ηλία που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού, πιθανολογείται ότι κτίστηκε το 1804 και κύριο χαρακτηριστικό του έχει τους εικοσιένα ρηχούς τυφλούς θόλους διατεταγμένους σε τρία κλίτη.

Μεταξάδες Διδυμότειχου

Οι Μεταξάδες είναι χτισμένοι σε μια καταπράσινη πλαγιά σε υψόμετρο 120 μέτρων. Είναι το τελευταίο χωριό κατά μήκος του Ερυθροπόταμου και βρίσκεται 3 χλμ. από τα σύνορα της Βουλγαρίας. Οι Μεταξάδες έχουν χαρακτηριστεί ως παραδοσιακός οικισμός, λόγω της παραδοσιακής πέτρινης αρχιτεκτονικής του και αποτελούν τον πιο γραφικό οικισμό της ευρύτερης περιοχής. Το χρώμα της πέτρας κάνει τα σπίτια τους να ξεχωρίζουν από μακριά μέσα στην καταπράσινη πλαγιά. Η αρχική ονομασία του χωριού ήταν Τουκμάκι και την πήρε από τον πρώτο κάτοικο που έχτισε το σπίτι του εκεί. Τουκμάκι έλεγαν και το σφυρί των χαλκωματάδων και των λιθοξόων, των μαστόρων που δούλευαν την πέτρα. Το σημερινό όνομα Μεταξάδες, το χωριό το πήρε από το άφθονο μετάξι που παραγόταν από την απασχόληση των κατοίκων με τη σηροτροφία και που αποτέλεσε και τη βασική ενασχόληση τους μέχρι το 1921. Στο διάστημα από 15 έως 20 Μαΐου 1949, κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, σημειώθηκε η πενθήμερη μάχη των Μεταξάδων. Ήταν η μεγαλύτερη και τελευταία μεγάλη και αιματηρή μάχη στον νομό Έβρου. Αξιοθέατα στο χωριό είναι το δημοτικό δάσος, έκτασης 15.000 στρεμμάτων που είναι πλούσιο σε φυσικές ομορφιές αλλά και σε θηράματα. Η μεταβυζαντινή εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, χτισμένη το 1695.

Μηλέα Ορεστιάδας

Η Μηλέα σε υψόμετρο 90 μέτρων, βρίσκεται στην αριστερή όχθη του ποταμού Άρδα και πολύ κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Υπήρχε εμπορικός σταθμός των αρχαίων, γιατί ο Άρδας ήταν πλωτός ποταμός. Το χωριό ιδρύθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους και ήταν γνωστό ως Bektasli. Μετά από μια σύντομη περίοδο βουλγαρικής κυριαρχίας από το 1913 ως το 1919, έγινε μέρος της Ελλάδας και έγινε ανταλλαγή πληθυσμών με Έλληνες πρόσφυγες, κυρίως από τη σημερινή Τουρκία. Στη Μηλέα υπάρχει μια σπηλιά όπου βρέθηκε ένα αργυρό Θασιακό τετράδραχμο του 2ου π.Χ. αιώνα. Το νόμισμα αυτό δείχνει τον εμπορικό δρόμο που ακολουθούσαν οι αρχαίοι. Βρέθηκαν επίσης υπολείμματα ναού, πιθανόν βυζαντινού, δυο κολυμβήθρες, η μία σώζεται στην εκκλησία του χωριού και η άλλη σε αυλή ιδιώτη. Βρέθηκε επίσης δάπεδο αποτελούμενο από παχιές πλάκες, τύπου τερακότα.

Μικρή Δοξιπάρα Ορεστιάδας

Η Μικρή Δοξιπάρα είναι ημιορεινό χωριό σε υψόμετρο 180 μέτρων και βρίσκεται κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Αξιοθέατα του χωριού είναι η τούμπα τύμβος διαμέτρου 60 μέτρων και ύψους 7,5 που ανακαλύφθηκε, ένα από τα κορυφαία αξιοθέατα του νομού. Σε έναν από τους αμέτρητους τύμβους της περιοχής ανασκάφηκαν ταφές ρωμαϊκών χρόνων, εύπορων πολιτών οι οποίοι τάφηκαν μαζί με τις άμαξες και τα άλογά τους. Ήταν η πρώτος τάφος που ανακαλύφθηκε στην Ελλάδα, όπου οι άμαξες ήταν θαμμένες μαζί με τα άλογα τους σε ανθρώπινο τάφο. Η περιοχή από το 2011 έχει κηρυχθεί αρχαιολογικός χώρος με την ονομασία Τύμβος Μικρής Δοξιπάρας – Ζώνης.

Ορμένιο Ορεστιάδας

Το Ορμένιο, είναι η βορειότερη κατοικημένη περιοχή της Ελλάδας, σε υψόμετρο 60 μέτρων, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πνευματική της παράδοση. Σήμερα το Ορμένιο είναι ένα όμορφο χωριό που στο τελωνείο του ανοίγεται η πύλη για την Ευρώπη. Είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί προς την Βουλγαρία (Τελωνείο Ορμένιου). Έχει γίνει ίσως από τους μεγαλύτερους τελωνειακούς σταθμούς αφού τα τελευταία χρόνια το πέρασμα εκατοντάδων αυτοκινήτων ημερησίων, έχει αυξηθεί σημαντικά. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 στο Ορμένιο εγκαταστάθηκαν οικογένειες από τον γειτονικό Πεντάλοφο, το Ουρούμκιοϊ, την Κόζλουτζια καθώς και από τη βόρεια και Ανατολική Θράκη. Το χωριό υπήρξε σημαντική πόλη κατά τη βυζαντινή περίοδο με την ονομασία Τζερμιάνο η οποία μετά τη κατάκτησή της από τους Βούλγαρους ονομάστηκε Τσερνομένιο. Πρόκειται για την πόλη Τσιορμέν όπου έγινε η Μάχη του Έβρου το 1371 ανάμεσα στα ενωμένα χριστιανικά έθνη (Σέρβοι, Βούλγαροι και Έλληνες) και τον Οθωμανικό στρατό. Η νίκη των Τούρκων καθόρισε την τύχη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και έχει χαρακτηριστεί από τους ιστορικούς ως η σημαντικότερη οθωμανική νίκη πριν το 1453. Στο Ορμένιο γεννήθηκε το 500 μ.Χ. ο στρατηγός του Βυζαντίου, Βελισάριος, ο οποίος διετέλεσε στρατηγός του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού και το 532 μ. Χ. κατέστειλε τη Στάση του Νίκα. Αξιοθέατο στο χωριό είναι τα υπολείμματα βυζαντινού φρουρίου, που υψωνόταν στην άκρη ενός λόφου πάνω στην πεδιάδα. Υπάρχει μια σπάνια λαογραφική συλλογή σε αίθουσα της κοινότητας. Στη θέση Κριός κοντά στον Έβρο βρέθηκαν χαυλιόδοντες και τμήματα γνάθου και γομφίο ενός μαστόδοντου, (Mastodon Loygirostris) χρονολογήθηκαν από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στα 5-3 εκατομμύρια χρόνια πριν. Την 23η του μηνός Απριλίου εορτή του Αγίου Γεωργίου οργανώνεται μεγάλο πανηγύρι.

Πεντάλοφος Ορεστιάδας

Ο Πεντάλοφος είναι ένα παραδοσιακό χωριό σε υψόμετρο 271 μέτρων χτισμένος πάνω σε πέντε λόφους στους οποίους οφείλει και το όνομά του. Οι βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις είναι αρκετά συχνές, ενώ οι χειμώνες χαρακτηρίζονται ως ψυχροί. Παλιότερα ονομαζόταν Μπες Τεπέ και φημολογείται ότι η καταγωγή των κατοίκων είναι από την Κωνσταντινούπολη. Στον Πεντάλοφο βρέθηκε θαμμένος κάτω από τους τύμβους (τούμπες) ένας αρχαίος πολιτισμός. Το 1993 στη θέση Τρεις Τούμπες, η εφορία αρχαιοτήτων άρχισε τις πρώτες ανασκαφές. Στους τύμβους αυτούς βρέθηκαν τάφοι της υστεροελληνικής εποχής, και ακόμη αρκετά αντικείμενα από την εποχή του βασιλιά των Οδρυσών, Σπαραδόκου όπως το διώβολο (ασημένιο νόμισμα Σπαραδόκου 445-435 π.χ), τετράδραχμα κ.λπ. Είναι το πρώτο διώβολο που βρέθηκε στον Ελλαδικό χώρο και κόπηκε μάλλον στην Όλυνθο.Τα ευρήματα αυτά έχουν τεράστια σημασία και περισσότερο τα νομίσματα, γιατί αποδεικνύουν ότι την εποχή που οι Αθηναίοι έχτιζαν την Ακρόπολη, οι Θράκες χρησιμοποιούσαν το Ελληνικό αλφάβητο και είχαν αναπτύξει οικονομικές συναλλαγές με την Αθήνα και άλλες πόλεις – κράτη. Κάθε καλοκαίρι ο Πνευματικός Σύλλογος Νέων Πενταλόφου, διοργανώνει πολιτιστική εβδομάδα για τους απόδημους με μεγάλη ποικιλία εκδηλώσεων. Επίσης την Καθαρά Δευτέρα αναβιώνουν το έθιμο του Μπέη. Την 21η Μαΐου εορτή των αγίων “Κωνσταντίνου και Ελένης” οργανώνεται μεγάλο πανηγύρι. Στον Πεντάλοφο βρίσκεται το μεγαλύτερο εκτροφείο άγριων θηραμάτων στην Ελλάδα το «Ευρωθήραμα», όπου ζαρκάδια, ελάφια, αγριογούρουνα, λαγοί, πέρδικες και φασιανοί, αναπαράγονται σε μεγάλους αριθμούς και εμπλουτίζουν βιότοπους και κυνηγετικές περιοχές. Τμήμα του χώρου είναι επισκέψιμο και παρέχει την δυνατότητα παρατήρησης των ζώων στο φυσικό τους περιβάλλον. Στο Ευρωθήραμα υπάρχουν ξενώνες, εστιατόριο, πισίνα και ειδικά διαμορφωμένα μονοπάτια για να απολαμβάνουν οι επισκέπτες περιπάτους στη φύση. Σε απόσταση 10 λεπτών από τον Πεντάλοφο, ο Σύλλογος Φυσιολατρών έχει ανακαινίσει ένα παλιό φυλάκιο στη θέση «Δρυμός» και το έχει μετατρέψει σε καταφύγιο για τους περιπατητές, με τζάκι, κρεβάτια και κουζίνα. Το καταφύγιο «Μπάρα» προσφέρεται για αφετηρία περιπατητικών εξορμήσεων στο γύρω δάσος με καταπληκτική θέα που φτάνει μέχρι την Ορεστιάδα, την Αδριανούπολη στην Τουρκία και το Σφίλιγκραντ στη Βουλγαρία.

Πετράδες Διδυμότειχου

Οι Πετράδες είναι από τα πιο παλιά χωριά της περιοχής. Ο πληθυσμός του είναι ντόπιος που υπήρχε πριν τη δημιουργία χωριών της περιοχής, που προήλθαν από πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης, με την ανταλλαγή πληθυσμών του 1922. Σύμφωνα με μια εκδοχή, οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού ήταν Ηπειρώτες μάστοροι που διέσχιζαν την Ελλάδα κατασκευάζοντας γεφύρια, κατοικίες κτλ. και περιπλανώμενοι έφτασαν στο χωριό όπου και εγκαταστάθηκαν. Η δεύτερη εκδοχή αναφέρεται στη βίαιη μετακίνηση ομάδων μαστόρων από την Βόρειο Ήπειρο στην Αδριανούπολη για να την ανοικοδομήσουν μετά την καταστροφή της από τη μεγάλη πυρκαγιά. Το όνομα του χωριού προήλθε από την τουρκική ονομασία Ταχτσιάρ-Αρναούτκιοϊ, που σημαίνει οι τεχνίτες της πέτρας, οι Πετράδες. Ευρήματα οικιακών συσκευών και τμήματα κτισμάτων βεβαιώνουν ότι το χωριό προϋπήρχε σε άλλη τοποθεσία γνωστή με το όνομα «Τσαρτσάρα» κοντά στον ποταμό Έβρο. Επίσης στην ίδια θέση έχουν βρεθεί πολλά ανθρώπινα οστά, μάλλον από κάποιο νεκροταφείο της εποχής. Στη σημερινή του θέση μεταφέρθηκε πιθανότατα ανάμεσα στις δεκαετίες του 1840 με 1860. Αξιοθέατο του χωριού είναι η τρίκλιτη Βασιλική εκκλησία της Κοιμήσεως Θεοτόκου που κατά την επιγραφή που υπάρχει στο τέμπλο χτίστηκε το 1876.

Πετρωτά Ορεστιάδας

Τα Πετρωτά βρίσκονται στη κορυφή του Έβρου, πάνω στον εθνικό δρόμο που συνδέει τον Πεντάλοφο με το Ορμένιο. Σκαρφαλωμένος σε μια από τις τελευταίες βουνοπλαγιές της Ανατολικής οροσειράς της Ροδόπης στέκεται αγέρωχα με νωπά τα σημάδια μιας μαρτυρικής και περήφανης πορείας αιώνων. H ονομασία του χωριού οφείλεται ότι υπάρχει πολλή πέτρα στην περιοχή, την οποία οι κάτοικοι επεξεργάζονταν και κατασκεύαζαν μυλόπετρες, γούρνες, πέτρινα γουδιά κά. Τα παλιά σπίτια του χωριού ήταν διώροφα, με πέτρινο ισόγειο και ξύλινα μπαλκόνια. Ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού στον τουριστικό οδηγό 2004 συγκαταλέγει τα Πετρωτά στα 35 ομορφότερα στολίδια της ορεινής Ελλάδας. Άριστοι χτίστες στέριωσαν πολλές γέφυρες στον Έβρο ποταμό. Οι τοξωτές γέφυρες που κατασκευάστηκαν το 1531 μ.Χ. κοντά στο Σβίλεγκραντ της Βουλγαρίας είναι ένα από τα θαυμαστά τους έργα. Χτίστηκε γύρω στο 1530 από Έλληνες που μετακόμισαν εκεί από την Ήπειρο και τη Μάλτα. Οι ρίζες των Πετρωτών μας πηγαίνουν πολύ πίσω μακριά στα βάθη του χρόνου και της ιστορίας στον 5ο- 4ο π.χ. αιώνα τότε που σύμφωνα με τους μεγάλους ιστορικούς της αρχαίας Ελλάδας (Θουκυδίδης, Αριστοτέλης, Στράβωνας) αρχίζουν να λειτουργούν τα ιστορικά λατομεία πέτρας των Πετρωτών και η ορεινή περιοχή πέριξ των λατομείων να κατοικείται από Θράκες και Έλληνες αποίκους τους σημερινούς προγόνους των Πετρωτιωτών. Πολλά ιστορικά μνημεία και τάφοι όπως οι Θρακικοί τάφοι και το βυζαντινό κάστρο του Μεζέκ, το μεταβυζαντινό κάστρο στο παλαιόκαστρο και το πέτρινο γεφύρι του Μουσταφά Πασά στο Σβιλεγκρατ της Βουλγαρίας (1532) κατασκευάσθηκαν από την πέτρα των λατομείων Πετρωτών. Αλλά και η μουσική του τόπου με τα πολλά χρώματα και τους ρυθμούς, οι παραδόσεις τα έθιμα και η γλώσσα μας πηγαίνουν στην εποχή της Διονυσιακής λατρείας και της αρχαίας θρακικής πολιτισμικής κληρονομίας. Τα λατομεία λειτούργησαν αδιατάρακτα μέχρι τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο σε όλες τις ιστορικές περιόδους (Θράκη, Αρχαία Ελλάδα, Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Βυζάντιο, Οθωμανική αυτοκρατορία, νεότερη Ελλάδα). Όταν το 1365 οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν την Αδριανούπολη την οποία και ορίζουν πρωτεύουσα και στη συνέχεια γίνονται κυρίαρχοι ολόκληρης της Θράκης εντυπωσιάζονται τόσο πολύ από τα πολλά αμπέλια με τα μαύρα σταφύλια των Πετρωτών που ονομάζουν την περιοχή και το χωριό Karabag (μαύρο αμπέλι). Τη δεκαετία του 1760 σύμφωνα πάντα με ιστορικές πηγές και αναφορές διανθισμένες με πολλούς μύθους έρχονται να εργαστούν στα λατομεία και να εγκατασταθούν 60 – 70 οικογένειες από το χωριό Δαμασκηνιά του Γράμμου της επαρχίας Τσοτυλίου Κοζάνης. Η κατοχή κατά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο την περίοδο 1941 – 1944 από τους Βουλγάρους συμμάχους των Γερμανών με τις ανείπωτες δοκιμασίες και καταστροφές ο αγώνας στη συνέχεια, κατά τον εμφύλιο, για να σταθεί όρθιο το χωριό και η οριστική εγκατάλειψη της εκμετάλλευσης των λατομείων πέτρας σηματοδότησαν το αβέβαιο πλέον μέλλον του χωριού, λεηλατημένο καταστραμμένο και αποδεκατισμένο τη δεκαετία 1960-1970 με το μισό πληθυσμό (τον πλέον παραγωγικό) να μεταναστεύει στην Γερμανία για εξεύρεση εργασίας. Αξιοθέατα στο χωριό είναι τα τελευταία σωζόμενα παραδείγματα της τοπικής παράδοσης, ο ανακαινισμένος μύλος των Πετρωτών, ένα προ-βιομηχανικό κτίσμα που έχει μετατραπεί σε πολιτιστικό χώρο και συνεδριακό κέντρο. Το άγαλμα του λιθοξόου που έχει στηθεί στο κέντρο των Πετρωτών, προς τιμήν των τεχνιτών της πέτρας του χωριού. Στη θέση του “Κογιουμτζή την τρύπα” υπάρχει η σπηλιά των θρύλων, όπου ένας χρυσοχόος έφτιαχνε αριστουργήματα για τους φύλακες των κάστρων. Εντυπωσιάζουν οι φορεσιές των παλαιών, που αρχίζουν σιγά σιγά να στολίζουν μόνο τα μουσεία. Στα Πετρωτά στις 8 Νοεμβρίου “Σύναξη Ταξιαρχών Μιχαήλ-Γαβριήλ” οργανώνεται μεγάλο πανηγύρι. Την καθαρή Δευτέρα αναβιώνεται το πατροπαράδοτο έθιμο του “Βασιλιά”, μια σάτιρα-καταδίκη του Τούρκου δυνάστη που για 500 χρόνια και πλέον η παρουσία του μόλυνε ακόμη και των καθαρό αέρα των Ελλήνων. Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα και της Ζωοδόχου Πηγής οργανώνεται λαϊκό γλέντι από τις γυναίκες του χωριού με παραδοσιακές ενδυμασίες, χορό και ανάλογα τοπικά τραγούδια. Το καλοκαίρι διοργανώνονται διήμερες πολιτιστικές εκδηλώσεις προς τιμή των μεταναστών.

Πλάτη Ορεστιάδας

Η Πλάτη βρίσκεται πολύ κοντά στην όχθη του ποταμού Άρδα και η παλιά του ονομασία ήταν Σαντιρλί ή Σαδερλί. Το χωριό χτίστηκε από κατοίκους του χωριού Μπάρα και Γυαλιά, τον Μάιο του 1920, χωριά τα οποία σήμερα δεν υπάρχουν. Στη Πλάτη βρέθηκαν ανάγλυφα του “Θράκα Ιππέα”, σαν εικονίσματα του Αγίου Γεωργίου και ντόπια θρακικά χειροποίητα όστρακα. Ακόμη βρέθηκαν μεγάλα κομμάτια από Αττικούς γραπτούς κρατήρες του 4ου αιώνα π.X. που εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο Καβάλας και ένα χάλκινο αγαλματίδιο αλόγου της ρωμαϊκής εποχής. Η κοιλάδα του Άρδα είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους να επισκεφθεί κανείς το χωριό της Πλάτης, καθώς είναι ένα από τα σημεία της φύσης του Έβρου που συγκλονίζει με την ομορφιά του. Στις 23 Απριλίου εορτή (κινητή) του “Αγίου Γεωργίου” οργανώνεται μεγάλο πανηγύρι.

Πρωτοκκλήσι Σουφλίου

Το Πρωτοκκλήσι βρίσκεται στη κοιλάδα του ποταμού Έβρου σε υψόμετρο 63 μέτρων. Είναι ένα ήσυχο παραδοσιακό χωριό, με πανέμορφο φυσικό περιβάλλον και με τα παλιά κτίρια να μαρτυρούν τη μεγάλη του ιστορία. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Αξιοθέατο του χωριού είναι η πρώτη εκκλησία στον κόσμο ή αλλιώς Ναός Ηλιακής Θεότητος χτίστηκε από τον Ορφέα. Οι Τούρκοι το 1361 βρήκαν ανέπαφο το ναό, ενώ οι Βούλγαροι το 1913 αφαίρεσαν ακόμη και τις κολώνες και τις μετάφεραν στη Βουλγαρία. Τα ερείπια του ναού χρονολογούνται στην προϊστορική εποχή και ταυτίζονται με ναό του Πλούτωνα, που σύμφωνα με το μύθο αφιέρωσε στο θεό ο Ορφέας. Ο μύθος λέει πως όταν η Ευρυδίκη, γυναίκα του Ορφέα, πέθανε από δάγκωμα φιδιού, αυτός κατέβηκε στον Άδη και έπεισε τον Πλούτωνα να τη στείλει πίσω. Ο θεός το υποσχέθηκε με τον όρο να μη στρέψει το κεφάλι του πίσω σ’ όλο το δρόμο μέχρι το σπίτι του. Αυτός δεν κρατήθηκε όταν αντίκρισε την Ευρυδίκη, η οποία χάθηκε για πάντα στον Άδη. Στο Πρωτοκκλήσι υπάρχει και ο θρύλος του γεφυριού, που λέει ότι όταν το έχτιζαν οι μάστορες χρησιμοποιούσαν υλικό από το ναό του Ορφέα και το γεφύρι δε στέριωνε, παρά μόνο όταν επέστρεψαν τις πέτρες στο ναό. Στις 18 Ιανουαρίου γιορτάζει ο Ιερός Ναός του Αγίου Αθανασίου. Μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, στον χώρο του πολιτιστικού συλλόγου, γίνεται παραδοσιακό γλέντι για όλους τους κατοίκους. Την Καθαρά Δευτέρα, από τα μέλη του τοπικού πολιτιστικού συλλόγου, αναβιώνει το έθιμο του «Μπέη». Ετοιμάζεται και διανέμεται παραδοσιακή φασολάδα και νηστίσιμα και ακολουθεί μεγάλο γλέντι. Στις 14 Αυγούστου, παραμονή της Παναγιάς, γίνεται περιφορά της εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και οργανώνεται μεγάλο παραδοσιακό πανηγύρι στον προαύλιο χώρο του σχολείου. Στα χωριά της περιοχής θα βρείτε εξαιρετικά γλυκά του κουταλιού όπως ριτσέλι, κολοκύθι και ντοματάκι, χειροποίητα ζυμαρικά, κρασί, τσίπουρο, καβουρμά, λουκάνικα και φυσικά, εξαιρετικά μεταξωτά.

Πύθιο Διδυμότειχου

Το Πύθιο είναι πεδινό χωριό σε υψόμετρο 60 μέτρων. Η διαδρομή από το Διδυμότειχο ανατολικά στο Πύθιο αποτελεί το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα του μεγαλείου της φύσης του Έβρου. Η διαδρομή δίπλα στις όχθες του ποταμού Έβρου και τόσο κοντά στην απέναντι Τουρκία καταλήγει στο Πύθιο, το ανατολικότερο χερσαίο σύνορο της χώρας. Το Πύθιο επί Τουρκοκρατίας λεγόταν Κούλελι Μπουργκάζ συνδυασμός των δυο λέξεων της τουρκικής προέλευσης που σημαίνουν πυργόκαστρο και είχε αναπτυχθεί σε παρακλάδι του δρόμου από την Αδριανούπολη προς το Διδυμότειχο. Κατά τους χρόνους της επανάστασης το χωριό έγινε γνωστό διότι εδώ ετάφη ο πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ΄, ο οποίος απαγχονίστηκε στην Αδριανούπολη το 1821. Ο τάφος του υπάρχει ακόμα μέχρι σήμερα σε αυλή σπιτιού στο Πύθιο. Αξιοθέατο του χωριού είναι το κάστρο του που βρίσκεται λίγο βορειότερα από το σημερινό οικισμό. Στο Κάστρο του Πυθίου που χτίστηκε στις αρχές του 14ου αιώνα, σώζονται σε καλή κατάσταση οι δύο τετραώροφοι πύργοι του και αποτελεί λαμπρό παράδειγμα στρατιωτικής αρχιτεκτονικής των τελευταίων βυζαντινών χρόνων.

Ρίζια Ορεστιάδας

Τα Ρίζια είναι σε υψόμετρο 55 μέτρα και βρίσκεται πολύ κοντά με τα σύνορα με την Τουρκία. Στη βόρεια πλευρά του χωριού βρίσκεται ο ποταμός Άρδας ο οποίος αποτελεί πηγή ζωής για όλη την περιοχή, αφού από τα νερά του αρδεύονται τεράστιες εκτάσεις βοηθώντας έτσι στην αύξηση της παραγωγής των αγροτικών προϊόντων και κατά συνέπεια της οικονομικής ανάπτυξης των κατοίκων. Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν αρκετές απόψεις. Λέγεται ότι προέρχεται από την παραγωγή ρυζιού των περασμένων χρόνων. Πολλοί υποστηρίζουν ότι το όνομα συνδέεται με την ύπαρξη πλούσιων ριζωμάτων στις όχθες του ποταμού Άρδα. Άλλη άποψη συσχετίζει το όνομα με τον μεγαλογαιοκτήμονα ιταλό Richi που είχε επί τουρκοκρατίας όλη την έκταση της περιοχής Ριζίων. Τα Ρίζια είναι από τα χωριά που καταστράφηκαν ολοσχερώς κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η ιστορία του χωριού αρχίζει σύμφωνα με μαρτυρίες των προγόνων τον 18ο αιώνα. Πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν, έφεραν στο φως έναν ταφικό τύμβο και μικροαντικείμενα του 2ου αι. μ. Χ., τα οποία βρίσκονται στο αρχαιολογικό μουσείο της Κομοτηνής. Στην τοποθεσία “Άγιος Νικόλαος” ή “Τσάγια”, βορειοανατολικά του χωριού, έχουν ανακαλυφθεί υπολείμματα οικισμού της Εποχής του Σιδήρου και διάφορα ευρήματα που φτάνουν ως την εποχή του Σεπτίμιου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.). Η περιοχή δυτικά από τα Ρίζια, στις όχθες του Άρδα και ανάμεσα με τα χωριά Άρζος (Δ.-ΒΔ.) και Κέραμος (Δ.-ΝΔ.) είναι καταφύγιο πουλιών και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο NATURA 2000. Στις 8 Νοεμβρίου γιορτάζει το χωριό καθώς η εκκλησία των Ριζίων, είναι αφιερωμένη στους Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ. Στο ναό βρίσκεται η θαυματουργή εικόνα του Αρχιστράτηγου Μιχαήλ, δωρεά της συντεχνίας των κρεοπωλών του Καραγάτς της Ανατολικής Θράκης το 1825. Στην παραλία του ποταμού Άρδα στα Ρίζια διοργανώνεται κάθε χρόνο στις αρχές Αυγούστου, η γιορτή καλαμποκιού.

Ρούσσα Σουφλίου

Η Ρούσσα είναι σε υψόμετρο 370 μέτρων και βρίσκεται κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Οι κάτοικοι στην πλειοψηφία είναι Πομάκοι που ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία. Οι Πομάκοι είναι μουσουλμάνοι και χαρακτηρίζονται για την αυθεντικότητά τους, έχουν όμως αδιευκρίνιστες ιστορικές καταβολές. Αξιοθέατα του χωριού είναι οι προϊστορικές βραχογραφίες που έχουν βρεθεί στη περιοχή Ύψωμα Χίλια με σκαλισμένα σχέδια που τοποθετείται χρονικά ανάμεσα στο 1100 και 900 π.Χ, στον οποίο απεικονίζονται άνθρωποι, πτηνά και ερπετά. Σε κοντινή περιοχή Ιντζέ-κιόη έχουν βρεθεί συλημένοι τάφοι του 900 π.Χ κατασκευασμένοι από πλάκες σχιστόλιθου. Πρόκειται για μεγαλιθικούς τάφους-Dolmens που επισημάνθηκαν για πρώτη φορά το 1971. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται ο Τεκές Σεγίτ Αλή Σουλτάν ή Τεκές του Κιζίλ Ντελή. Πρόκειται για οθωμανικό Αλεβήτικο τεκέ, δηλαδή σημείο συνάθροισης δερβίσηδων (συγκεκριμένα του τάγματος των Μπεκτασήδων), ο οποίος έχει ανακαινιστεί και ημιλειτουργεί μέχρι και σήμερα. Θεωρείται από τους παλαιότερους διατηρημένους τεκέδες στο χώρο των Βαλκανίων.

Σπήλαιο Ορεστιάδας

Το Σπήλαιο βρίσκεται σε υψόμετρο 80 μέτρων πολύ κοντά με τη μεθοριακή γραμμή της Ελλάδας με την Τουρκία και τη Βουλγαρία. Είναι χτισμένο ανάμεσα στον Άρδα ποταμό και τον Έβρο, από κατοίκους της Μπάρας μετά την οριοθέτηση της μεθορίου από τους συμμάχους μας, το Μάη του 1920 και από πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης. Τα σπίτια του χωριού έχουν κόκκινες στέγες από κεραμίδια και χτιστές καμινάδες με τα δικά τους περιβόλια και δένδρα. Η πλατεία του χωριού έχει υπεραιωνόβια δένδρα. Στο χωριό είναι η έδρα του αγροτουριστικού Συνεταιρισμού Γυναικών Τριγώνου Ν. Έβρου “Γαία” που ειδικεύεται στην παρασκευή παραδοσιακών τοπικών εδεσμάτων. Στις ανασκαφές των τύμβων Σπηλαίου εκτός των άλλων ευρημάτων βρέθηκε ένα μολυβδόβουλο. Πρόκειται για ένα μοναδικό και σημαντικό εύρημα. Βόρεια του χωριού, στην τοποθεσία “Κορυφή”, υπάρχει το δημοτικό αναψυκτήριο σε χαμηλό ύψωμα με θέα τον κάμπο του Άρδα και την Αδριανούπολη. Στο υπόγειό του υπάρχει η αρχαιολογική εκπαιδευτική έκθεση Σπηλαίου. Πρόκειται για φωτογραφική αρχαιολογική έκθεση με ευρήματα από τις ανασκαφές των τύμβων του Σπηλαίου και άλλων περιοχών του βορείου τμήματος του Έβρου.

Τυχερό Σουφλίου

Το Τυχερό βρίσκεται κοντά στον ποταμό Έβρο όπου μπροστά του απλώνεται η εύφορη πεδιάδα με παραδοσιακές και σύγχρονες καλλιέργειες. Τα τελευταία χρόνια γνωρίζει ραγδαία ανάπτυξη. Εδώ βρισκόταν χτισμένη η μεγάλη γέφυρα της αρχαίας Εγνατίας Οδού των ρωμαϊκών χρόνων, που ένωνε Δύση και Ανατολή. Το Τυχερό ήταν τουρκοχώρι με το όνομα Μπίντικλι που εδώ μόνο Τούρκοι και Βούλγαροι μικρογεωργοί και κτηνοτρόφοι. To 1922 με την ανταλλαγή των πληθυσμών εγκαταστάθηκαν αρκετοί από δύο αρβανιτόφωνα χωριά που βρίσκονται λίγο νοτιότερα, στην απέναντι όχθη του ποταμού. Μετονομάστηκε σε Τύχιον όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε μια στάση του στο χωριό, μίλησε στους κατοίκους του, φέρνοντας καλοτυχία και επιτυχία στη συνθήκη των Σεβρών. Το 1953, το Τύχιον μετονομάστηκε σε Τυχερό, πιθανόν για λόγους διάκρισης από το Πύθιο. Στην μεγάλη πλειοψηφία τους οι κάτοικοι του Τυχερού ασχολούνται με την γεωργία και την καλλιέργεια βαμβακιού, ζαχαρότευτλου, σιταριού, ηλίανθου και πασατέμπου. Τη δεκαετία του ‘70 το Τυχερό ήταν φημισμένο για τα πεπόνια του (ποικιλία αλταμπάς). Το Τυχερό ακόμα και σήμερα παραμένει μια από τις πιο πρωτοποριακές περιοχές της Ελλάδας σε θέματα αγροτικής πολιτικής και οργάνωσης. Παραδοσιακοί καφενέδες, ταβερνάκια και ζαχαροπλαστεία θυμίζουν τις εποχές που νεαρά ζευγαράκια έβγαιναν τα πρώτα τους ραντεβού «για πάστα». Το Τυχερό φημίζεται για τα εξαιρετικά παραδοσιακά σιροπιαστά γλυκά. Την πλατεία του Τυχερού κοσμεί ένα κομψό σιντριβάνι και ο πεζόδρομος προσφέρεται για τις νυχτερινές εξορμήσεις. Κατά την είσοδό σας στο Τυχερό θα συναντήσετε μια μικρή τεχνητή λίμνη βουτηγμένη στο πράσινο, που αποδεικνύει πόσο ευεργετική μπορεί να είναι η ανθρώπινη παρέμβαση όταν συμβάλλει στο έργο της φύσης. Η τεχνητή λίμνη δημιουργήθηκε από το φράγμα της Λύρας με αποτέλεσμα να περιτριγυρίζεται από πρασινάδα και να δημιουργεί ένα μοναδικό φυσικό τοπίο. Στις όχθες της δεσπόζει ο παραδοσιακός ξενώνας, φτιαγμένος από ξύλο και πέτρα, ενώ απέναντί του βρίσκονται οι αθλητικές εγκαταστάσεις Τυχερού, ανάμεσα τους και η πισίνα του χωριού. Το Οικοτουριστικό κέντρο της Λίμνης Τυχερού αποτελεί εξαιρετική πρόταση για εναλλακτικές διακοπές και ξεκούραση. Διαθέτει υποδομές διασκέδασης, άθλησης και χαλάρωσης μέσα στο πράσινο, σε πολύ κοντινή απόσταση από δύο προστατευόμενες περιοχές ύψιστης σημασίας για την Ελλάδα: το Δάσος της Δαδιάς και το Δέλτα του Έβρου. Υπάρχουν ακόμη σπάνια απολιθωμένα ευρήματα της περιοχής, που μπορούν να θαυμάσουν οι επισκέπτες. Σε μικρή απόσταση επίσης (περίπου δύο χιλιόμετρα) βρίσκεται και το Απολιθωμένο Δάσος Φυλακτού. Στο χώρο των αθλητικών εγκαταστάσεων στεγάζεται και ο ιππικός όμιλος Τυχερού, όπου εκτρέφονται και εκπαιδεύονται άλογα, παραδίδονται μαθήματα ιππασίας, οργανώνονται βόλτες με άλογα ή άμαξες και παράλληλα παρέχονται θεραπευτικά προγράμματα που απευθύνονται σε άτομα με φυσική, νοητική ή συναισθηματική υστέρηση. Εδώ κάθε καλοκαίρι διοργανώνεται το Φεστιβάλ Νεολαίας Τυχερού, με πολλές εκδηλώσεις και δραστηριότητες και την συμμετοχή γνωστών και σπουδαίων καλλιτεχνών. Στην πλατεία του χωριού διεξάγεται στα τέλη Αυγούστου το πανηγύρι του χωριού, όπου οι χορευτές του Τυχερού θα σας μυήσουν στους θρακιώτικους χορούς.

Φέρες Αλεξανδρούπολης

Οι Φέρες είναι μια μικρή κωμόπολη με θέα προς το Δέλτα του Έβρου. Στην ημιορεινή τοποθεσία των Κοίλων, λίγα χιλιόμετρα βόρεια των Φερών, τα ευρήματα μαρτυρούν ανθρώπινη παρουσία ήδη από την παλαιολιθική εποχή. Οι Φέρες στα αρχαία χρόνια ονομαζόταν Βηρός – τόπος κοντά σε βάλτους – και για πολλά χρόνια αποτελούσε ενδιάμεσο διαμετακομιστικό σταθμό των δρόμων που συνέδεαν τη δύση με τη πανίσχυρη βυζαντινή πρωτεύουσα. Όταν Ισαάκιος Κομνηνός αποφασίζει να χτίσει την οχυρωμένη μονή της Παναγίας της Κοσμοσώτειρας το 1152 μ.Χ. για να αφοσιωθεί στο θεό, ονομάστηκε Βήρα. Διακόσια χρόνια μετά, η Βήρα ερημώνεται και το 1357 υποδουλώνεται στους Οθωμανούς Τούρκους. Η πόλη μετονομάζεται σε Φέρες και η Παναγία Κοσμοσώτειρα γίνεται τέμενος. Η πόλη θα επανέλθει οριστικά στο ελληνικό κράτος το 1919, μαζί με όλη την υπόλοιπη Δυτική Θράκη. Μετά τη συνθήκη της Λοζάνης του 1923 και την ανταλλαγή των πληθυσμών στις Φέρες κατοίκησαν πολλοί πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Αξιοθέατα των Φερών είναι το λαμπρό μοναστήρι Μονή Παναγίας Κοσμοσώτειρας, που σήμερα διασώζεται σε άριστη κατάσταση μόνο η περίφημη εκκλησία της. Ο ναός είναι πεντάτρουλος σταυροειδούς ρυθμού και εξωτερικά εντυπωσιάζει με τις αρμονικές του αναλογίες, μα και με την κοκκινόφαιη όψη του που οφείλεται στην πέτρα που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του. Εσωτερικά είναι διακοσμημένος με σπάνιες αγιογραφίες του 12ου αιώνα. Γι’ αυτό το σπουδαίο θρησκευτικό μνημείο οι Φέρες ανακηρύχθηκαν το 1994 σε «θρησκευτικό κέντρο των απανταχού Θρακών». Οι Φέρες αποτελούν αφετηρία και για εξορμήσεις στο Δέλτα του Έβρου, με το τουριστικό κέντρο έξω από την πόλη, να παρέχει στους επισκέπτες όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Το Βυζαντινό Υδραγωγείο λίγο έξω από τις Φέρες, ένα βυζαντινό κτίσμα που έφερνε από τις πηγές του βουνού τρεχούμενο νερό στη μικρή πολιτεία. Ο Αρχαίος Δορίσκος που σύμφωνα με μελέτες, ο Ξέρξης έκανε την καταμέτρηση των μυριάδων που αποτελούσαν την στρατιά του κατά τους Περσικούς πολέμους, το 480 π.Χ.

Φυλακτό Σουφλίου

Το Φυλακτό είναι ένα γραφικό χωριό που βρίσκεται στη δυτική όχθη του ποταμού Έβρου. Στο Φυλακτό βρίσκεται ένα από τα καλύτερα διατηρημένα απολιθωμένα δάση της Ευρώπης (έχει βρεθεί κορμός δρυός 20 μέτρων) και το παλαιότερο της Ελλάδας, με ηλικία περίπου 40 εκατομμυρίων ετών. Το γεγονός αυτό έφερε το Φυλακτό στο προσκήνιο του παλαιοντολογικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Τεμάχια από τα απολιθωμένα ευρήματα βρίσκονται στο προαύλιο του Kέντρου Οικοτεχνίας – Χειροτεχνίας Φυλακτού και στο πάρκο του χωριού, ενώ έξω από το χωριό βρίσκεται η απολιθωμένη βελανιδιά μήκους 19 μέτρων. Το απολιθωμένο δάσος της ευρύτερης περιοχής Φυλακτού δημιουργήθηκε εξαιτίας ευνοϊκών συνθηκών απολίθωσης και συνδέεται άμεσα με την ηφαιστειακή δράση που υπήρχε στην περιοχή πριν 25.000.000 χρόνια. Στην περίπτωση του απολιθωμένου δάσους της ευρύτερης περιοχής Φυλακτού, η απολίθωση είναι τέλεια. Διατηρούνται σε άριστη κατάσταση τα εξωτερικά μορφολογικά γνωρίσματα των κορμών των δέντρων. Το παλιό του όνομα του Φυλακτού, Σιμιλί, προέρχεται από τη λέξη Σιμέν που σημαίνει ακρίτας – φύλακας. Το χωριό φαίνεται να πήρε το όνομά του από τις δύο γέφυρες, που ήταν φυλάκια. Οι κάτοικοί του είναι από τα χωριά Γιακούμπ Μπέη, Μακρά Γέφυρα και Καλύκη (Καβακλί) που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά το 1922. Από τη δυτική έξοδο του Φυλακτού προχωρώντας προς τις παρυφές του δάσους, σε ένα ξέφωτο, όπου αναβλύζει ζεστό νερό και υπήρχαν λουτρά υστερορωμαϊκής εποχής, βρίσκονται ξύλινα σπιτάκια – ένα συγκρότημα αναψυχής, κατάλληλο για εναλλακτικές μορφές τουρισμού.

Διαμονή στο νομό Έβρου: Βρες το ιδανικό κατάλυμα για αξέχαστες διακοπές!

Booking.com
Translate »
error: Content is protected !!
You don't have permission to register