Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr

Η φύση στη Νάξο

Η φύση στη Νάξο κυριολεκτικά μιλά στην καρδιά κάθε καλλιτέχνη με την αυθεντικότητά της, με τον πλούτο και ταυτόχρονα με την απλότητά της. Η εναλλαγή είναι μεγάλη: Βουνά με φαράγγια, σπήλαια και ρεματιές σκιάζουν κατάφυτες κοιλάδες με λιόδεντρα, συκιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, αμπέλια και άφθονα τρεχούμενα νερά. Οι κάμποι ακουμπούν σε απαλές αμμουδερές παραλίες, με κέδρους και αλμυρίκια. Γύρω από τους οικισμούς απλώνονται κτήματα και περιβόλια. Ταξιδιάρικα πουλιά βρίσκουν καταφύγιο στα δέντρα του νησιού, ενώ στις πιο απάτητες ακτές φωλιάζουν αγριοπερίστερα και πετροχελίδονα. Προστατευόμενοι βιότοποι με σπάνια χλωρίδα και πανίδα ολοκληρώνουν το μωσαϊκό ενός νησιού που προσφέρει στον επισκέπτη όλα τα δώρα της φύσης. Εκτός όμως από τη στεριά, υπάρχει και ένας άλλος κόσμος, ο κόσμος του βυθού γύρω από τη Νάξο, ένα ξεχωριστό ταξίδι που θα σας συναρπάσει. Γύρω από το νησί υπάρχουν απερίγραπτης ομορφιάς υποβρύχια οικοσυστήματα, με τεράστια εναλλαγή βυθού, ύφαλοι και ξέρες γεμάτοι ζωή, λιβάδια ποσειδωνίας με πλάκες χρωματιστές και κοράλλια. Ακολουθήστε λοιπόν μια διαδρομή, θαλάσσια ή στεριανή και αφεθείτε στη μαγεία της ναξιώτικης φύσης, που ενθουσιάζει τον επισκέπτη, κάθε εποχή του χρόνου.

Βιότοποι – Natura 2000

Ξεκινώντας από την θάλασσα και την ακτογραμμή, διασχίζοντας στη συνέχεια τις πεδινές περιοχές και καταλήγοντας στους λόφους και στα βουνά, ο επισκέπτης θα συναντήσει ένα πλήθος βιοτόπων, που όμοιο του δύσκολα θα βρει σε άλλα Κυκλαδονήσια:

  • Η ανοιχτή θάλασσα και η παράκτια ζώνη
  • Οι απότομες βραχώδεις ακτές, κυρίως στο ανατολικό τμήμα της ακτογραμμής
  • Οι αμμώδεις και χαλικώδεις παραλίες και οι θίνες με τα κέδρα στη νοτιοδυτική πλευρά του νησιού
  • Οι παράκτιοι εποχιακοί υγρότοποι, όπως οι λιμνοθάλασσες Αλυκής, Μικρής Βίγλας, Γλυφάδας και Αγίου Προκοπίου, τα έλη Καλαντού, Αγιασσού, Ποταμίδων και η εκβολή στον Αμίτη
  • Τα παραδοσιακά αγροτικά τοπία όπως τα χωράφια στο Λιβάδι, ο κάμπος του Μπαούζη, η κοιλάδα των Εγγαρών και οι πεζούλες στα ορεινά
  • Οι φρυγανότοποι
  • Οι θαμνότοποι
  • Οι ρεματικές των εποχιακών χειμάρρων, με πλατάνια, λυγαριές και πικροδάφνες, διάσπαρτες σε όλο το νησί
  • Οι ελαιώνες, όπως ο ελαιώνας της Τραγαίας καθώς και οι μικρότεροι της Μουτσούνας, της Μέσης και του Λυώνα
  • Οι συστάδες βελανιδιάς, οι οποίες αποτελούν απομεινάρια από δρυοδάση. Οι περισσότερες από αυτές έχουν απομείνει στην ανατολική πλευρά του όρους Ζας
  • Τα σύδενδρα πλατύφυλλων, με την επιβλητική παρουσία μεγαλόκορμων πουρναριών, αριών και σφενδαμιών
  • Οι λόφοι και τα ψηλά βουνά με απότομα βράχια και ορθοπλαγιές. Οι πιο επιβλητικοί ορεινοί όγκοι βρίσκονται στον Ζα, στο Φανάρι, στο Μαυροβούνι, στην Αναθεματίστρα, στην Κορακιά, στον Καλόγερο και στον Άη-Λιά

Πανίδα

Η Νάξος έχει να επιδείξει ένα έντονο ανάγλυφο και μια πλούσια και αξιόλογη ποικιλία βιότοπων. Από την ακτογραμμή μέχρι τις κορυφές των βουνών, τα διάφορα οικοσυστήματα εναλλάσσονται αρμονικά, προσφέροντας ενδιαιτήματα στην πιο πλούσια κοινωνία ζωικών ειδών στις Κυκλάδες.

Θηλαστικά

Από τα θαλάσσια θηλαστικά που απαντώνται στις ελληνικές θάλασσες εμφανίζονται συχνότατα στα νερά της Νάξου το ζωνοδέλφινο (Stenella coeruleoalba) και το ρινοδέλφινο (Tursiops truncatus), συνήθως όταν ακολουθούν τα κοπάδια ψαριών και κεφαλόποδων κατά τις εποχιακές τους μετακινήσεις διαμέσου της θαλάσσιας ζώνης των ανατολικών Κυκλάδων. Στην ανατολική πλευρά του νησιού επιβιώνουν ελάχιστα άτομα ενός είδους που απειλείται με εξαφάνιση, της Μεσογειακής φώκιας (Monachus monachus), και στον ίδιο θαλάσσιο χώρο δεν είναι σπάνιες και οι εμφανίσεις της Μεσογειακής χελώνας (Caretta caretta), ενός ακόμα σπάνιου είδους, του μοναδικού εκπροσώπου των θαλάσσιων ερπετών στην περιοχή. Από τα χερσαία θηλαστικά, ο λαγός (Lepus europaeus), το αγριοκούνελο (Oryctolagus cuniculus), ο σκαντζόχοιρος (Erinaceus roumanicus) και το κουνάβι ή ατσίδα (Martes foina) αποτελούν τα πιο γνωστά και αναγνωρίσιμα άγρια είδη. Η σχετικά φτωχή και διάσπαρτη βιβλιογραφία, προϊόν παλιών φυσιοδιφών, αναφέρει και την ύπαρξη ελαφιών στη Νάξο τουλάχιστον μέχρι το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα, χωρίς όμως να αποδεικνύει αν αυτά αποτελούσαν άτομα ενός ντόπιου πληθυσμού ή αν είχαν εισαχθεί -το πιο πιθανό – τους προηγούμενους αιώνες, μια πρακτική που εφαρμοζόταν τακτικά κατά την Ενετοκρατία. Τα τρωκτικά και οι νυχτερίδες που υπάρχουν στο νησί δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς, όπως επίσης και σχεδόν όλα τα ασπόνδυλα (έντομα, αράχνες, σαλιγκάρια, σκουλήκια κ.ά.).

Αμφίβια & Ερπετά

Τα αμφίβια και τα ερπετά της Νάξου είναι αρκετά καλά μελετημένα. Οι Κυκλάδες είναι γνωστές για την αφθονία τους σε είδη και υποείδη, και η Νάξος δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο πρασινόφρυνος (Bufo viridis) και ο λιμνοβάτραχος (Pelophylax kurtmuelleri), τα δυο αμφίβια της Νάξου, επιβιώνουν συχνά στον ίδιο βιότοπο με την ποταμοχελώνα (Mauremys rivulata), τη μοναδική χελώνα που ζει στους μεγαλύτερους φυσικούς υγρότοπους του νησιού. Ο επισκέπτης που θα συναντήσει άλλα είδη χελωνών στη Νάξο πρέπει να γνωρίζει ότι έχουν απελευθερωθεί από ανθρώπους που, παρ’όλα τα φιλοζωικά τους αισθήματα, δεν γνώριζαν ότι η τελική επιβιωσή τους είναι πολύ δύσκολη. Η Νάξος φιλοξενεί αρκετά είδη από σαύρες όπως το εντυπωσιακό κροκοδειλάκι ή κασιδιάρης (Stellagama stelio) μια μεγάλη σαύρα που παρατηρείται συχνά πάνω σε ξερολιθιές. Ακόμα πιό κοινή, ιδίως πανώ σε ξερολιθιές, είναι και η πιο μικρόσωμη αιγαιόσαυρα (Podarcis erhardii), τα αρσενικά της οποίας αναγνωρίζονται από την πρασινωπή ράχη τους και τις συχνά χρωματιστές κοιλιές τους. Στην οικογένεια των γκέκο ανήκουν το σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus) και ο κυρτοδάκτυλος (Mediodactylus kotschyi), δύο μικρές σαύρες που μπορούν να παρατηρηθούν κοντά σε φώτα σπίτιων την νύχτα. Σε αντίθεση η μεγάλη και δειλή πρασινόσαυρα (Lacerta trilineata) προτιμάει λόχμες και περιοχές με πυκνή βλάστηση. Τέλος, στην οικογένεια των σκίνκων ανήκουν το λιακόνι (Chalcides ocellatus) και ο αβλέφαρος (Ablepharus kitaibelii) δύο κρυπτικά είδη σαυρών που μπορούν να παρατηρηθούν αντίστοιχα μέσα σε χόρτα και κοντά σε παραλίες. Παράλληλα με τις σαύρες, η Νάξος φιλοξενεί και τουλάχιστον 5 είδη φιδιών. Τα ζώα αυτά, ολότελα παρεξηγημένα και αδικημένα από τον άνθρωπο, παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην ισορροπία της φύσης καταναλώνοντας μεγάλες ποσότητες από ποντίκια, αρουραίους και διάφορα έντομα επιβλαβή για την γεωργία. Στη Νάξο το πιο κοινό φίδι είναι ο τυφλίτης (Eryx jaculus) ένα μικρό και ακίνδυνο είδος βόα πού περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του κάτω από την γη. Ο λαφιάτης (Elaphe quatuorlineata), ένα μεγάλο αλλά επίσης άκακο φίδι, είναι ο φίλος των αγροτών λόγω των πολλών τρωκτικών που κυνηγάει. Τέλος πιό σπάνια είδη στην Νάξο είναι η οχιά (Vipera ammodytes), το νερόφιδο ή δρυίτης του νερού (Natrix natrix), και ο τυφλίνος ή ήλιος (Typhlops vermicularis). Από όλα τα είδη αυτά, το μόνο που είναι δηλητηριώδες, αν και όχι θανατηφόρο, είναι η οχιά, η οποία μπορεί να αναγνωρισθεί εύκολα από το μικρό μέγεθος, τις έντονες ραχιαίες γραμμές, το πλατύ κεφάλι και ένα μικρό μαλακό ρυγχιαίο κερατάκι.

Πτηνά

Η πιο εντυπωσιακή κατηγορία ζωικών οργανισμών της Νάξου, όμως, είναι αναμφίβολα τα πουλιά. Από το μεγαλοπρεπές όρνιο ή σκανιά (Gyps fulvus), προαιώνιο σύμβολο της ναξιακής ορνιθοπανίδας, μέχρι τον ταπεινό κατσουλιέρη ή σκορδαλό (Galerida cristata), η φύση της Νάξου προσελκύει εκατοντάδες είδη πουλιών, πολλά από τα οποία είναι σπάνια ή απειλούμενα με εξαφάνιση. Ημερόβια και νυκτόβια αρπακτικά, δηλαδή γύπες, αετοί, γεράκια, κίρκοι, κουκουβάγιες και μπούφοι, υδρόβια, όπως ερωδιοί, βουτηχτάρια, πουλάδες, χήνες και πάπιες, παρυδάτια, όπως σφυριχτές, σκαλίδρες και τρύγγες, θαλασσοπούλια, γλάροι και γλαρόνια, πέρδικες, χελιδόνια, πετροκλήδες, τσιροβάκοι, φυλλοσκόποι, κοτσύφια, τσίχλες και κορακοειδή μένουν μόνιμα ή επισκέπτονται τακτικά το νησί, μαρτυρώντας την αξία του ναξιακού περιβάλλοντος. Η περιβαλλοντική αξία του νησιού είναι εν μέρει αποτέλεσμα των γενικά ήπιων παραδοσιακών χρήσεων γης. Ο βιολογικός πλούτος του νησιού έχει αναγνωριστεί διεθνώς και η ελληνική Πολιτεία έχει περιλάβει τμήμα της Νάξου στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών «Φύση 2000» (Natura 2000). Επίσης έχουν θεσπιστεί 7 Καταφύγια Άγριας Ζωής.

Χλωρίδα

Οι Κυκλάδες γενικά, και η Νάξος ειδικότερα, έχουν μια πλούσια χλωρίδα με στοιχεία κυρίως από την Ευρώπη, αλλά και από τη Δυτική Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Λόγω του μεγάλου αριθμού των φυσικών ενδαιτημάτων της, και τους – για Κυκλαδικά τουλάχιστον δεδομένα – σημαντικούς υδάτινους πόρους της, η Νάξος έχει να επιδείξει ένα μεγάλο αριθμό φυτικών ειδών με πάνω από 963 καταγεγραμμένα αγγειόσπερμα είδη. 51 από αυτά τα είδη εξαπλώνονται αποκλειστικά στο Αιγαίο, 12 μόνο στις Κυκλάδες ενώ 4 είδη (Cerastium runemarkii, Bupleurum aira, Erysimum naxense, Symphytum naxicola) είναι ενδημικά του νησιού. Σε αντίθεση με τις νησιώτικες φυτοκοινωνίες, πολλά χαρακτηριστικά δένδρα, και ειδικά καλλιεργούμενα φυτά, δεν είναι ντόπια, αλλά έχουν εισαχθεί από άλλες περιοχές του πλανήτη, πολλές φορές κατά την αρχαιότητα: π.χ. η ήμερη ελιά (Ν. Τουρκία), η χαρουπιά (Μέση Ανατολή), η καλαμιά (ΝΑ. Ασία), η πλατύφυλλη δρυς, η καστανιά και το πεύκο (ηπειρωτική Ελλάδα), η μουριά (Άπω Ανατολή), ο ευκάλυπτος (Αυστραλία), η φραγκοσυκιά και το αθάνατο (Κ. Αμερική), κτλ. Οι περισσότερες φυτοκοινωνιές της Νάξου, έχουν επηρεαστεί απο τις ανθρώπινες δραστηριότητες όπως η γεωργία, οι πυρκαγιές και ειδικά η εντατική κτηνοτροφία. Τυπικές ανθρωπογενείς φυτοκοινωνίες είναι π.χ. τα φρύγανα καθώς και η μακκία. Παρόλα αυτά σε απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες περιοχές του νησιού, μπορούν ακόμα να βρεθούν υπολειμματικές φυτοκοινωνίες όπως π.χ. δάση και υγροτοπικά λιβάδια.

Φρύγανα

Από τις πιο σημαντικές και χαρακτηριστικές φυτοκοινωνίες της Νάξου είναι οι φρυγανότοποι, οι οποίοι, αν δεν είναι υπερβοσκημένοι, μπορούν να επιδείξουν έναν εντυπωσιακό αριθμό φυτικών ειδών. Τα φρυγανικά οικοσυστήματα καταλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος του νησιού, κατ’ εξοχήν σε περιοχές που έχουν καεί στο παρελθόν και χωρίς βαθύ υπέδαφος. Στους ντόπιους φρυγανότοπους σε σχιστολιθικά υποστρώματα (πασπάρα, ψαρόπλακα) τυπικά επικρατεί το Genista acanthoclada (φρύγανο) ενώ σε ασβεστολιθικά υποστρώματα κυριαρχεί το θυμάρι (Coridothymus capitatus). Τα πολυετή φυτά σε φρυγανικά οικοσυστήματα έχουν ορισμένα ιδιαίτερα κοινά χαρακτηριστικά: είναι συχνά αγκαθωτά ή έχουν αρωματικό φύλλωμα, και πολλές φορές ρίχνουν, τουλάχιστον εν μέρει, τα φύλλα τους το καλοκαίρι. Πολλά από τα αρωματικά φυτά που χρησιμοποιούνται σήμερα στην ευρωπαϊκή κουζίνα, όπως το θυμάρι, το θρούμπι, και η ρίγανη απαντώνται άγρια σε αυτό το οικοσύστημα της Νάξου.

Μακκιά & Δάση

Η Νάξος ήταν παλαιότερα πυκνά δασωμένη. Υπολειμματικά δάση και μεσογειακοί θαμνώνες (μακκία) μπορούν να βρεθούν και σήμερα σε απομακρυσμένες περιοχές του νησιού, ιδιαίτερα αν στο υπέδαφος υπάρχει κάποιο νερό. Ωστόσο ακόμα και σε στεγνά και ασβεστολιθικά εδάφη, όπως αυτά που κυριαρχούν στη νότια Νάξο, υπάρχουν αραιοί θαμνώνες ή και δάση από φείδες (Juniperus phoenicea). Στην αμμώδη περιοχή του Αλυκού φύεται μία από τις μεγαλύτερες εκτάσεις από κέδρους (Juniperus macrocarpa) στην Ελλάδα. Επίσης στην ορεινή Νάξο, υπάρχουν μικρές εκτάσεις από αναγεννημένα πουρνάρια (Quercus coccifera) και σφενδάμια (Acer sempervirens). Τέλος κάτω από την κορυφή του Ζά επιζεί μια τελευταία συστάδα από υπεραιωνόβιες αριές (Quercus ilex), τελευταίο υπόλειμμα του δασωμένου παρελθόντος της Νάξου.

Καταρράκτης Ρουτσούνας

Βόρεια και Νότια της Κεραμωτής δημιουργούνται δύο σημαντικοί ποταμοί της Νάξου, που ξεκινούν αντίστοιχα από τα βουνά Κόρωνος και Φανάρι. Οι δύο αυτοί ποταμοί ενώνονται στο δυτικό άκρο του χωριού, στη θέση Διποτάματα. Το νερό συνεχίζοντας την πορεία του μέσα από βράχια και πλούσια βλάστηση, ενώνεται με το ρυάκι που τρέχει από την πηγή των Καναφών και δημιουργεί τον καταρράκτη της Ρουτσούνας, ύψους είκοσι μέτρων. Εκεί που πέφτουν τα νερά του καταρράκτη, υπάρχει ένας πλάτανος και μία λίμνη με αρκετό βάθος, όπου το καλοκαίρι κολυμπούν τα παιδιά της Κεραμωτής. Το νερό συνεχίζει την πορεία του και φθάνει μέχρι τον κάμπο των Εγγαρών, αρδεύοντας τη περιοχή πριν καταλήξει στη θάλασσα, στην παραλία του Αμμίτη. Τα τρεχούμενα νερά, που διατηρούν τη ροή τους ακόμη και το καλοκαίρι, δημιουργούν μια καταπράσινη μαγευτική εικόνα, που απέχει πολύ από το σύνηθες κυκλαδικό τοπίο.

Κεδροδάσος Αλυκού

Στη Χερσόνησο του Αλυκού στη νοτιοδυτική Νάξο, υπάρχει ένα από τα μεγαλύτερα και πυκνότερα κεδροδάση στην Ελλάδα. Έχει έκταση περίπου 800 στρέμματα και αποτελείται από αιωνόβια δέντρα, κέδρους ή αρκεύθους, σκίνους, ρείκια, θυμάρι, ασπαλάθους και διάφορα αγριολούλουδα. Οι κέδροι που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του δάσους είναι Κωνοφόρο γυμνόσπερμο φυτό, που ανήκει στην τάξη των Πευκωδών και στην οικογένεια των Κυπαρισσοειδών. Η μέση ηλικία των δέντρων είναι από 200 έως 300 χρόνια, έχουν ύψος έως και 6 μέτρα και διάμετρο που φτάνει το 1 μέτρο. Οι κέδροι έχουν ριζικό σύστημα που αναπτύσσεται σε ακτίνα τουλάχιστον διπλάσια από το ύψος τους. Εκτός από τις μεγάλες ρίζες τους μια τεράστια ποσότητα πολύ λεπτών ριζών διαμορφώνουν ένα πυκνό πλέγμα που συγκρατεί την άμμο και έτσι διατηρούνται οι αμμόλοφοι. Το κεδροδάσος του Αλυκού είναι χαρακτηρισμένο καταφύγιο άγριας ζωής καθώς φιλοξενεί άγριους λαγούς, ερπετά και πολλά είδη πουλιών.

Όρος και Σπηλιά Ζα

Το βουνό Ζας, που εκτείνεται νοτιοανατολικά από το χωριό Φιλώτι, είναι η ψηλότερη κορυφή τόσο της Νάξου όσο και των Κυκλάδων (1.004 μ.). Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Δίας πατέρας των θεών, γεννήθηκε στην Κρήτη αλλά μεγάλωσε στη Νάξο, όπου λατρεύτηκε από τους κατοίκους, οι οποίοι έδωσαν και το όνομά του Ζεύς (Ζας) στο ψηλότερο βουνό τους. Στην κορυφή του Ζα, όπως αναφέρει η μυθολογία, ένας αετός παρέδωσε στο Δία τον κεραυνό με τη βοήθεια του οποίου έγινε κύριος του Ολύμπου. Στην κορυφή του βουνού, τη «Μύτη του Ζα» όπως λέγεται, γινόταν και η λατρεία του μεγάλου Θεού. Εκεί υπάρχει ακόμα σκαλισμένη σε βράχο η επιγραφή “Όρος Διός Μηλωσίου”, δηλαδή όρος του Δία, προστάτη των προβάτων, επιγραφή που καθόριζε τα όρια του ιερού που ήταν αφιερωμένο στο μεγάλο θεό. Ο Ζας συνδέεται επίσης με τη γέννηση των νυμφών Φιλίας, Κορωνίδας και Κλείδης, που ανέλαβαν την ανατροφή του Διονύσου, του οποίου πατρίδα ήταν η Νάξος. Σε υψόμετρο 630 μέτρων βρίσκεται το σπήλαιο του Ζα, ένα από τα εντυπωσιακότερα φυσικά αξιοθέατα της Νάξου. Το σπήλαιο εξερευνήθηκε το 1962. Οι ανασκαφές που έγιναν στο σπήλαιο την περίοδο 1985-86 και 1994, έφεραν στο φως ευρήματα από τη νεολιθική μέχρι την κλασσική και την ρωμαϊκή εποχή, πολλά από τα οποία εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο της Νάξου. Το σπήλαιο παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και από σπηλαιολογική άποψη. Το μήκος του σπηλαίου είναι 115 μέτρα και το μεγαλύτερο βάθος του από το επίπεδο της εισόδου είναι 10 μέτρα, ενώ το υψηλότερο σημείο του είναι 10 μέτρα πάνω από το επίπεδο της εισόδου. Καταλαμβάνει έκταση 4.100 τ.μ. Έχει μεγάλους θαλάμους που εκτείνονται σε μήκος 11 μέτρων, και εντυπωσιακό εσωτερικό διάκοσμο που περιλαμβάνει μεγάλους σταλακτίτες και σταλαγμίτες καθώς και σπάνια λίθινα συμπλέγματα. Επίσης κοντά στην είσοδο σε ένα μικρό θάλαμο υπάρχει και ένα ναΐδριο της Ζωοδόχου Πηγής, χτισμένο την εποχή της Τουρκοκρατίας, τότε που το σπήλαιο αποτελούσε καταφύγιο των χριστιανών κατοίκων της περιοχής. Πέρα από το πέπλο της μυθολογίας που καλύπτει το βουνό, ο Ζας διαθέτει μοναδική φυσική ομορφιά και προσφέρεται ιδιαίτερα για πεζοπορία στη φύση μέσα από παλιά και πανέμορφα μονοπάτια.

Σπηλιά της Ρίνας

Η σπηλιά της Ρίνας βρίσκεται σε μια παρθένα παραλία με εξωτικά καταπράσινα νερά πολύ κοντά στον Καλαντό, στις νότιες ακτές του νησιού. Στη σπηλιά που βρίσκεται στο δεξί μέρος της παραλίας φωλιάζουν αρκετά πουλιά, ενώ στα αριστερά του ανοίγματος υπάρχει πηγή με γλυκό νερό. Η σπηλιά της Ρίνας είναι ιδιαίτερα αγαπητή σε όσους έχουν φουσκωτό, αφού η παραλία είναι προφυλαγμένη από τους ανέμους και τα κύματα. Επίσης, η σπηλιά της Ρίνας περιλαμβάνεται σε πολλές μονοήμερες εκδρομές με τουριστικά σκάφη που διοργανώνονται τη θερινή περίοδο.

Υγρότοπος Αμμίτη

Στην παραλία του Αμμίτη εκβάλλει ο χείμαρρος της Πηγής Σκουληκαριάς σχηματίζοντας υδροβιότοπο έκτασης 52 στρεμμάτων. Όπως και τα υπόλοιπα μικρά υγροτοπικά συστήματα, ο υγρότοπος του Αμμίτη, αποτελεί κοιτίδα βιοποικιλότητας και σταθμό ξεκούρασης για τα μεταναστευτικά πουλιά, ενώ λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των εδαφών από την κλιματική αλλαγή και την ερημοποίηση. Συγκεκριμένα στον υγρότοπο του Αμμίτη αναπτύσσεται ο μεγαλύτερος καλαμιώνας της Νάξου, είναι καταφύγιο για μικροτσικνιάδες, στικτοπουλάδες και νερόκοτες, και φιλοξενεί αρκετά είδη ψαριών, κυρίως χέλια. Παλαιοτέρα οι κοινότητες της Γαλήνης και των Εγγαρών τον ενοικίαζαν εναλλάξ χρονιά παρά χρονιά, εισέπρατταν χρηματική ενίσχυση, και παράλληλα εκμεταλλεύονταν το ψαθί και αλίευαν τα χέλια και τα ψάρια. Ωστόσο, σύμφωνα με προεδρικό διάταγμα του Ιουλίου του 2012, ο υγρότοπος Αμμίτη εντάχθηκε στον κατάλογο με τους 380 προστατευόμενους μικρούς υγρότοπους.

Υδροβιότοπος Καλαντού

Ο Καλαντός είναι παραθαλάσσιος οικισμός με περίπου 100 μόνιμους κατοίκους στο νοτιότερο άκρο της Νάξου. Αποτελεί τον πρώτο σταθμό των αποδημητικών πουλιών που πετούν από την Αφρική. Όπως και ο υδροβιότοπος Αμμίτη έχει επισήμως κηρυχθεί προστατευόμενη περιοχή, λόγω της σπάνιας χλωρίδας και πανίδας της περιοχής. Στο έλος αλλά και στην γύρω θαλάσσια περιοχή, θα συναντήσετε πανέμορφους ερωδιούς, παρυδάτια, στρουθόμορφα, μύχους, θαλασσοκόρακες (κυρίως στη βραχώδη περιοχή) και αρτέμηδες. Μετά την παρατήρηση των πουλιών αξίζει ένα μπάνιο στην αμμουδερή παραλία του Καλαντού.

Μάρμαρο Νάξου

Η Νάξος παρουσίαζε από την αρχαιότητα ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά τον φυσικό της πλούτο, λόγω της μεγάλης ποικιλίας χρήσιμων ορυκτών που βρίσκονται στο υπέδαφός της. Στα φημισμένα λατομεία μαρμάρου στην περιοχή του Απόλλωνα οι αρχαίοι λατόμοι εξόρυσσαν τα κομμάτια του μαρμάρου, όπως μαρτυρούν και τα υπολείμματα των προϊόντων λατόμευσης, αλλά και τα ημιτελή αγάλματα, που βρέθηκαν στη γύρω περιοχή. Το μάρμαρο της Νάξου που εμφανίζεται κυρίως στο δυτικό τμήμα του νησιού και συναγωνιζόταν σε ποιότητα όλα τα γνωστά μάρμαρα της εποχής. Χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλη κλίμακα στα οικοδομήματα και τα γλυπτά των ιερών χώρων της Δήλου και των Δελφών, ενώ και το φημισμένο Άνδηρο των Λεόντων στη Δήλο είναι κατασκευασμένο από μάρμαρο Νάξου.

Σμύριδα Νάξου

Η Ναξιώτικη σμύριδα ή σμυρίγλι στην τοπική διάλεκτο, είναι ορυκτό πέτρωμα που υπάρχει σε αφθονία στις πλαγιές του όρους Αμόμαξη ανάμεσα στους οικισμούς Κόρωνο και Απείρανθο. Το χρώμα της είναι κυανόμαυρο ή, ορισμένες φορές κατάμαυρο και περιέχει κυρίως κορούνδιο (50%- 66%), οξείδια του σιδήρου (16%- 28%) και άλλα ορυκτά (περίπου 20%). Η περιεκτικότητα της σε κορούνδιο χαρακτηρίζει την σκληρότητα και συνεπώς και την ποιότητα της. Η σκληρότητα της κυμαίνεται από 7έως 9 στην κλίμακα Mohs, στην οποία το 10 κατέχει το διαμάντι. Σχεδόν το σύνολο των εκμεταλλεύσιμων αποθεμάτων σμύριδας της Ελλάδας βρίσκεται στη Νάξο. Η ποιοτική υπεροχή της Ναξιώτικης σμύριδας είναι γνωστή από την αρχαιότητα που χρησιμοποιείτο σα λειαντικό και στιλβωτικό υλικό. Η χρησιμότητα του σμυριγλιού σήμερα, αφορά τη βιομηχανία των λειαντικών μέσων σε εφαρμογές όπου απαιτείται υψηλή αντιολισθητική συμπεριφορά, όπως αντιολισθητικούς ασφαλτοτάπητες, βιομηχανικά δάπεδα, πυρίμαχα δάπεδα χυτηρίων, πεζοδρόμια, κεκλιμένα επίπεδα, διαδρόμους τροχοδρόμησης αεροδρομίων, ράμπες φόρτωσης κ.ά. Επίσης με σμύριδα κατασκευάζονται σμυριδόπανα, σμυριδοτροχοί και σμυριδοακόνες, ενώ κυκλοφορεί στο εμπόριο και σε μορφή σκόνης που χρησιμοποιείται για τη λείανση και την επεξεργασία μετάλλων, λίθων, γυαλιού, στην αποφλοίωση του ρυζιού και αλλού.

Διαμονή στη Νάξο: Βρες το ιδανικό κατάλυμα για αξέχαστες διακοπές!

Booking.com
Translate »
error: Content is protected !!
You don't have permission to register