Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr
Νομός Άρτας εκκλησίες, μοναστήρια, μονές, ξωκλήσια

Εκκλησίες & Μοναστήρια στο Νομό Άρτας

Εκκλησίες & Μοναστήρια στο Νομό Άρτας

Εκκλησίες

Κόκκινη Εκκλησιά

Η Κόκκινη Εκκλησιά ή Παναγία Βελλάς είναι ένα από τα σημαντικότερα μνημεία που δημιούργησε κατά το 13ο αιώνα στην Ήπειρο η ένδοξος δυναστεία των Κομνηνοδουκάδων. Βρίσκεται στον οικισμό Παλαιοχώρι, 3 χιλ. νότια του Βουργαρελίου. Χτίστηκε το 1281, είναι δηλαδή προγενέστερη της Παρηγορίτισσας Άρτας, με δαπάνη του Θεοδώρου Τσιμισκή, πρωτοστράτορα της Βυζαντινής Αυλής. Είναι δίστηλος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με μία μόνο τρίπλευρη αψίδα και με τριμερή νάρθηκα. Ο ακαδημαϊκός Αναστάσιος Ορλάνδος αναφέρει σχετικά με το όνομα: Η ονομασία Κόκκινη Εκκλησιά οφείλεται προφανώς στο ζωηρώς ερυθρό χρώμα των πλίνθων, από τις οποίες αποτελείται η τοιχοποιϊα του ναού. Παναγία Βελλάς δε ονομάστηκε λόγω της σχέσης της με την επισκοπή ή τη μονή Βελλάς, κωμόπολη στην αρχαία Φωτίκη, παρά τον ποταμό Θύαμη. Από παράδοση λέγεται και «βασιλομονάστηρο», πιθανόν διότι αποτέλεσε κάποτε το καθολικό (κυρίως ναό) «βασιλικής μονής που όταν εγκαταλείφθηκε, έγινε μετόχι στη μονή Βελλάς, από όπου και το όνομα. Στις τοιχογραφίες που διατηρούνται αποσπασματικά και με φθορές και χρονολογούνται στα 1295, εικονίζονται άγιοι και λαϊκοί, όπως οι κτήτορες Θεόδωρος Τσιμισκής και η σύζυγος του Μαρία, ο αδελφός του Ιωάννης και η σύζυγός του Άννα, οι δεσπόται Νικηφόρος και Άννα. Ο ναός είναι αφιερωμένος στο Γενέσιον της Θεοτόκου και γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων)

Μεγαλόχαρη

Πρέπει να χτίστηκε στα μέσα του 17ου αιώνα, στη θέση άλλου παλαιότερου ναού. Από το ναό πήρε το όνομά του και το ομώνυμο χωριό. Βρίσκεται στο ομώνυμο χωριό του Άνω Ραδοβυζίου, στα ριζά καταπράσινης βουνοπλαγιάς. (Από την εκκλησία πήρε το όνομα και το χωριό, το οποίο πριν λεγόταν Μπότση). Από το μοναστήρι που υπήρχε εκεί παλιά σώθηκε μόνο ο ναός, ο οποίος σήμερα λειτουργεί ως ενοριακός. Με βάση την τεχνική της κατασκευής του αλλά και τις χρονολογίες που φέρουν μερικές εικόνες του τέμπλου, πρέπει να χτίστηκε στα μέσα του 17ου αιώνα, στη θέση άλλου παλαιότερου ναού, του οποίου την ίδρυση ο Σεραφείμ εντελώς ατεκμηρίωτα   -ως συνήθως- τοποθετεί στο 13ο αιώνα. Τιμάται στη μνήμη της Γέννησης της Θεοτόκου. Είναι μονόκλιτη θολωτή βασιλική με τρουλλοειδή εγκάρσιο θόλο, ο οποίος ενώ εξωτερικά εμφανίζεται ως ορθογώνιος, στο εσωτερικό στρογγυλεύονται οι γωνίες του και γίνεται κυκλικός. Άλλη μία ιδιορρυθμία παρουσιάζει το κτίριο στις μακρές πλευρές του, όπου αντί για τους συνηθισμένους στα χρόνια της τουρκοκρατίας ημικυκλικούς “χορούς” συναντούμε μεγάλες ορθογώνιες προεξοχές των τοίχων -στοιχείο πρωτόγνωρο και μοναδικό στη ναοδομία της περιοχής της Άρτας. Επειδή οι υποτυπώδεις αυτοί χοροί δεν προσφέρουν τίποτα στην αισθητική του μνημείου, συμπεραίνεται ότι έγιναν αποκλειστικά για να στηρίξουν με τις καμάρες τους τον τετράγωνο ψευδοτρούλλο. Ο ναός είναι πλακοσκέπαστος με απλή τοιχοποιία χωρίς κεραμοπλαστική ή άλλη διακόσμηση. Η εμφανής αναντιστοιχία της βόρειας θύρας του ναού με το υπέρθυρό της, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι περιορίστηκε το άνοιγμα αυτής της θύρας, πιθανότατα κατά τον ταραχώδη -για την περιοχή- 19ο αιώνα, για μεγαλύτερη ασφάλεια. Τοιχογραφίες υπάρχουν στο Ιερό και στον κυρίως ναό, αλλά είναι δυσδιάκριτες τόσο από τη φθορά του χρόνου όσο και από την αιθάλη. Οι τοιχογραφίες που πιθανότατα υπήρχαν στο νάρθηκα δε σώζονται, διότι οι τοίχοι του καλύφθηκαν από παλιά με επάλληλα ασβεστοκονιάματα. Επίσης δεν μας είναι γνωστός ο χρόνος κατασκευής του γραπτού διάκοσμου, εικάζεται όμως ότι είναι σύγχρονος με την ίδρυση του ναού, δηλαδή του 17ου αιώνα. Στο όχι αξιόλογης τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο υπήρχαν -αλλά αφαιρέθηκαν για ασφάλεια-  και δύο φορητές εικόνες με τη χρονολογία 1665, στοιχείο που βοηθάει στη χρονολόγηση όχι μόνο ολόκληρου του γραπτού διάκοσμου αλλά και του ίδιου του ναού. Στο μνημείο υπήρχαν και άλλες φορητές εικόνες μεγάλης αξίας, από τις οποίες άλλες εκλάπηκαν κι άλλες φυλάσσονται στο μουσείο. Η ιστορία του μοναστηριού για πολλά χρόνια συνδέθηκε με την εθνική μας ιστορία: Σ’ αυτό οι Ραδοβυζινοί καπεταναίοι Σκαλτσογιάννης, Τσιγαρίδας, Κατσιγιάννης και Κοσσυβάκης κήρυξαν στις 25 Ιανουαρίου του 1854 επανάσταση κατά των Τούρκων, τη γνωστή ως επανάσταση της Μπότσης. Οι εργασίες διαμόρφωσης του περιβάλλοντα το ναό χώρου που έγιναν πρόσφατα, είχαν ως αποτέλεσμα την αισθητική αναβάθμιση του μνημείου. (Πηγή πληροφοριών: Περιφερειακή Ενότητα Άρτας)

Παναγία η Παρηγορήτισσα

Βρίσκεται μέσα στην Άρτα και το όνομά της, κατά την παράδοση, το οφείλει στο ότι η Παναγία κατέβηκε στη γη για να παρηγορήσει τη μάνα του κάλφα (βοηθού), που σκοτώθηκε όταν σπρώχτηκε από τον πρωτομάστορα από τη στέγη του ναού. Άρχισε να χτίζεται το 1260 και ολοκληρώθηκε στο τέλος του 13ου αι. από το γιο του Μιχαήλ και της Θεοδώρας Νικηφόρο Α’ Άγγελο Κομνηνό – Δούκα και τη γυναίκα του Άννα Παλαιολογίνα – Καντακουζηνού. Έχει χαρακτηριστεί ως το πιο ξεχωριστό δείγμα βυζαντινής ναοδομίας σε όλο τον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο λόγω της πρωτοτυπίας του σχεδίου της, των αρχιτεκτονικών της καινοτομιών και της πλούσιας κεραμοπλαστικής της διακόσμησης. Οι εξωτερικές διαστάσεις του ναού είναι εντυπωσιακές: 22,10 x 20,27 μ. και ύψος 20,28 μ. συν τα 3,5 μέτρα του κεντρικού τρούλου. Εσωτερικά, ξεχωρίζει για τις ανάγλυφες συνθέσεις στα τόξα στις καμάρες που πιθανόν να έφτιαξαν Ιταλοί καλλιτέχνες, ενώ σημαντικά είναι τα ψηφιδωτά του τρούλου και το τέμπλο που κοσμείται από τρεις φορητές εικόνες του 18ου αιώνα, με πιο σημαντική της Παρηγορήτισσας. Αυτός όμως που κλέβει τις εντυπώσεις είναι ο τρούλος του ναού. Για τη στήριξή του χρησιμοποιήθηκαν δύο όροφοι από κίονες, προερχόμενοι από κτίρια της αρχαίας Αμβρακίας και της Νικόπολης. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης καμάρες για να στηρίξουν τον τρούλο και για να δοθεί ένα πυραμιδοειδές σχήμα που θα επιτρέπει την είσοδο του φωτός και θα δίνει την αίσθηση της ανάτασης και της ευρυχωρίας. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων)

Παναγία Ροβέλιστα

Τιμάται στη Γέννηση της Θεοτόκου. Βρίσκεται 30 χιλιόμετρα ανατολικά της Άρτας «φυτεμένο» στη μέση δασώδους ερημικής βουνοπλαγιάς στην περιοχή του Βελετζικού, όπου φτάνει κανείς από παράκαμψη του δρόμου Άρτας – Καρδίτσας, λίγο πριν την Άνω Καλεντίνη. Κατά πώς το θέλει η παράδοση η ίδια η Παναγία διάλεξε αυτό το ξάγναντο, λες και το ‘θελε να το ‘χει υποπόδιό της για να κατοπτεύει τις ατέλειωτες λοφοσειρές που απλώνονται μπροστά της-ξεθυμάσματα των βουνών του Ραδοβυζίου- σκεπάζοντας με τη μπόλια της τα χωριά του Δήμου Ηρακλείας, τους ανθρώπους τους και το βιός τους. Η προσωνυμία της προήλθε απ’ το λαϊκό ρήμα ροβολάω που σημαίνει κατηφορίζω και έχει σχέση -πάντα σύμφωνα με την παραπάνω προφορική παράδοση – με την ίδρυση της μονής. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτή  την παράδοση, η εικόνα της Παναγίας «ροβόλαγε» από το σημείο που υπόδειξε ο επίσκοπος Βελεντζικού να γίνει ναός της, σε άλλο σημείο μακρινού δάσους, όπου τη βρήκε -κατά θαυματουργό πάλι τρόπο- ένας βοσκός, οδηγημένος απ’ το φως της που έλαμπε στην ίδια θέση κάθε νύχτα. Το θαύμα ερμηνεύτηκε ως επιθυμία της Παναγίας να κτισθεί ναός της στο σημείο όπου συνεχώς μετατοπιζόταν η εικόνα της, κι έτσι ιδρύθηκε το μοναστήρι. Επειδή πιστεύεται ότι την εικόνα την έφερε απ’ τη Ρωσία κάποιος μοναχός, οι ντόπιοι την ονόμαζαν και «Παναγία Μοσχοβίτισσα». Δε μας είναι γνωστός ο χρόνος ίδρυσης του αρχικού μοναστηριού. Ο Σεραφείμ Ξενόπουλος αναφέρει το 10ο αιώνα. Δυστυχώς ούτε για τη ζωή του μοναστηριού στα παλιά χρόνια έχουμε στοιχεία, αφού τα χειρόγραφα και τα βιβλία που φυλάσσονταν στη μονή καταστράφηκαν κατά τον ταραχώδη 19ο αιώνα. Γνωρίζουμε μόνο ότι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας λειτούργησε εκεί Ιερατική σχολή για καταρτισμό των ιερέων της επισκοπής Ραδοβυζίων. Επίσης ότι το μοναστήρι χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο αλλά και ορμητήριο των αγωνιστών κατά τους εθνικούς αγώνες. Οι Τούρκοι επειδή ενοχλήθηκαν απ’ αυτό εγκατάστησαν στη μονή μόνιμο απόσπασμα από 30 άνδρες, τους οποίους κατέσφαξαν οι Ραδοβυζινοί επαναστάτες το 1854. Ο τούρκικος στρατός για εκδίκηση κατέστρεψε ολοκληρωτικά το μοναστήρι. Χάρη στην αυτοθυσία των μοναχών σώθηκε η ασημοστόλιστη πολύ παλιά εικόνα της Παναγίας, ένας χρυσοκέντητος μεγάλος επιτάφιος και δισκοπότηρα του 16ου αιώνα – όλα ρώσικης προέλευσης. Το 1856 ξαναχτίστηκαν τα κελιά καθώς και ο μικρός ναός -μονόκλιτη σταυρεπίστεγη  θολωτή βασιλική με τρούλλο και χορούς. Αυτός ο ναός επειδή είχε υποστεί ρωγμές από τους σεισμούς, κατεδαφίστηκε το 1976 και στη θέση του ανεγέρθηκε με τη φροντίδα του μακαριστού γέροντα πατρός Μητροφάνη, νέος μεγάλος σταυροειδής με τρούλλο. Πρόκειται για επιβλητικότατο κτίσμα του οποίου η τέχνη και η εξωτερική ποικιλομορφία δίνουν στο σύνολο λαμπρότητα και χάρη. Μπορεί βέβαια – σα νέο κτίσμα που είναι – να μην έχει την υποβλητικότητα του προηγούμενου ναού, όμως «δένει» τόσο αρμονικά με τα λοιπά κτίσματα και το τοπίο, ώστε να μη χάνει ο χώρος καθόλου από την παλιά μυσταγωγική του ατμόσφαιρα. Η παρακολούθηση του όρθρου κάτω απ’ τους θόλους του με συντροφιά τους μελωδικούς ήχους των γυναικείων φωνών μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά, προσφέρει στον επισκέπτη – προσκυνητή μια ανεπανάληπτη εμπειρία. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Γεωργίου Καραϊσκάκη)

Παναγία Ροδιάς (Βίγλα)

Βρίσκεται στις όχθες της ομώνυμης λιμνοθάλασσας, κοντά στο χωριό Βίγλα. Ο αρχικός ναός κατεδαφίστηκε το 1860 και χτίστηκε ο σημερινός. Τιμάται στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Έχει εντυπωσιακές τοιχογραφίες. Βρίσκεται σε ένα ειδυλλιακό τοπίο στις όχθες της ομώνυμης λιμνοθάλασσας, δυτικά της Άρτας και κοντά στο χωριό Βίγλα. ο ναός τιμάται στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Στις πηγές αναφέρεται και με την προσωνυμία «Ρόδον το Αμάραντον» επειδή έτσι ονομαζόταν εικόνα της Παναγίας που υπήρχε στον προηγούμενο βυζαντινό ναό του μοναστηριού. Γίνεται ευκολονόητο ότι απ’ αυτή την εικόνα προέρχεται η επωνυμία «Ροδιά» την οποία φέρει ο σημερινός ναός και η λιμνοθάλασσα. Δε μας είναι απόλυτα εξακριβωμένος ο χρόνος ίδρυσης του αρχικού ναού. Κατά το Σεραφείμ Ξενόπουλο σ’ αυτή τη θέση ιδρύθηκε σταυροπηγιακό μοναστήρι το έτος 970, όταν αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Ιωάννης Τσιμισκής και Πατριάρχης ο Βασίλειος. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουμε λόγο να αμφισβητούμε την αξιοπιστία των πληροφοριών του Σεραφείμ, πρώτο γιατί παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία και έπειτα γιατί τις πληροφορίες του τις άντλησε -όπως ο ίδιος γράφει- από αρχαία χειρόγραφα που υπήρχανε στο μοναστήρι και που δυστυχώς σήμερα δε σώζονται. Από την ίδια πηγή μαθαίνουμε ότι το μοναστήρι έφτασε σε μεγάλη ακμή και είχε στην κατοχή του πολυάριθμα κτήματα, ιχθυοτροφείο καθώς και τέσσερα μετόχια, μεταξύ των οποίων και το βυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου της Ροδιάς στις Κιρκιζάτες. Επειδή το μοναστήρι πρωτοστάτησε από πολύ παλιά στον αγώνα κατά των Τούρκων, υπήρξε πολλές φορές στόχος βάρβαρων επιδρομών, ώσπου στα χρόνια της επανάστασης καταστράφηκε ολοσχερώς. Τα κτήματα αρπάχτηκαν απ’ τους Τούρκους, ο ναός ερειπώθηκε και έτσι παρέμεινε ως το 1860, οπότε στη θέση του χτίστηκε ο πραγματικά περικαλλής σημερινός ναός. Πρόκειται για μεγάλη μονοκάμαρη σταυρεπίστεγη θολωτή βασιλική με επίσης θολωτό νάρθηκα και έναν πολύ μικρής διαμέτρου ραδινό τρούλλο που προσφέρει στο σύνολο κομψότητα και χάρη. Ο ιδιότυπος τρούλλος του είναι και το χαρακτηριστικό του γνώρισμα. Είναι μοναδικός στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονοκή της Ηπείρου και αυτό ανεβάζει τη σημασία ολόκληρου του μνημείου. Ο ναός είναι πλακοσκεπής με εμφανή την προσπάθεια του τεχνίτη να τονίσει στη στέγη του το σχήμα του σταυρού. Οι θόλοι της εγκάρσιας κεραίας του «σταυρού» εμφανίζονται εξωτερικά ως αετώματα συμβάλλοντας έτσι στην εξωτερική ποικιλομορφία του συνόλου. Η τοιχοδομή είναι πολύ επιμελημένη στις γωνίες, με μοναδική εξωτερική διακόσμηση, απλή οδοντωτή ταινία στα γείσα του κυρίου κτίσματος και διπλή στα γείσα του τρούλλου και της κόγχης του ιερού. Είναι εμφανές στην τοιχοποιία ότι ο τετράγωνος νάρθηκας προστέθηκε λίγο αργότερα, σίγουρα όμως πριν το 1884, αφού τη χρονιά αυτή έγινε η τοιχογράφησή του. Στο εσωτερικό του ναού οι τοίχοι είναι κατάγραφοι από τοιχογραφίες που διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση. Σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει στο εσωτερικό υπέρθυρο της νότιας εισόδου, η εικονογράφηση έγινε το 1884 από Σαμαρινιούς ζωγράφους και παρουσιάζει τη γνωστή στα χρόνια της τουρκοκρατίας, διάταξη σε ζώνες, με ολόσωμους αγίους κάτω, στηθάρια αγίων στη μέση και στις πάνω ζώνες ευαγγελικές σκηνές ή σκηνές απ’ το εορτολόγιο. Από άποψη τεχνοτροποίας οι συνθέσεις παρουσιάζουν έντονα χρώματα, πρόσωπα ραδινά με μειλίχιες εκφράσεις που δε θυμίζουν τη γνωστή αυστηρότητα των βυζαντινών, αλλά μάλλον πλησιάζουν τη χιοναδίτικη αγιογραφική παράδοση. Γενικά ο ναός της Παναγίας της Ροδιάς, καίτοι είναι σχετικά νέα κατασκευή, αποτελεί ένα αξιολογότατο αρχιτεκτονικό και αγιογραφικό μνημείο. Όχι μακριά από το ναό, στα ριζά της ίδιας βραχώδους πλαγιάς, βρίσκεται σπήλαιο το οποίο για πολλά χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως ασκητήριο, όπως υποδηλώνουν τα ίχνη τοιχογραφιών στα τοιχώματα του. Σύμφωνα με την παράδοση -την οποία διασώζει ο χρονογράφος της Ηπείρου Αραβαντινός- εκεί ασκήτεψε ο Άγιος Βλάσιος της Σεβαστείας.  Δυστυχώς, βάρβαρες επεμβάσεις εξαφάνισαν τη λάμψη αυτών των τοιχογραφιών βεβηλώνοντας και το χώρο, αφού απ’ ότι φαίνεται, το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια ως στάβλος. (Πηγή πληροφοριών: Περιφερειακή Ενότητα Άρτας)

Χρυσσοσπηλιώτισσα (Γούργιανα)

Ο ναός πήρε τη σημερινή του μορφή το 1663, όταν πιθανόν ανακαινίσθηκε εκ βάθρων παλαιότερος ναός. Οι τοιχογραφίες και το ξυλόγλυπτο τέμπλο του χρονολογούνται το 1801. Βρίσκεται σε μια επιβλητική αλλά και υποβλητική τοποθεσία στη θέση Τζιούμα κοντά στο χωριό Γουριανά των Τζουμέρκων. είναι μετόχι της μονής Θεοτοκιού και τιμάται στη μνήμη της Γέννησης της Θεοτόκου. Ονομάστηκε έτσι, γιατί σε σπηλιά που υπάρχει στον περίβολο του ναού βρέθηκε κατά την παράδοση χρυσή εικόνα της Παναγίας, η οποία δυστυχώς σήμερα δε σώζεται. Άλλη παράδοση λέει πως στις σπηλιές που βρίσκονται γύρω απ’ το μνημείο, γινόταν κρυφό Σχολείο απ’ τους καλόγηρους σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ο σημερινός ναός ήταν το καθολικό διαλυμένου -εδώ και πολλά χρόνια- ανδρικού μοναστηριού. Κατά το Σεραφείμ Ξενόπουλο ο ναός χτίστηκε τον 11ο αιώνα, ασφαλώς όμως θα αναφέρεται στο αρχικό κτίσμα, γιατί η τεχνική του σημερινού μας μεταφέρει πολύ αργότερα. Αυτό επιβεβαιώνεται από ενεπίγραφη πλάκα εντειχισμένη στην κόγχη του νότιου τοίχου του ναού, από την οποία μαθαίνουμε ότι το 1663 ανακατασκευάσθηκε εκ βάθρων το μνημείο, οπότε πήρε και τη σημερινή του μορφή. Πρόκειται για μονόκλιτη σταρεπίστεγη θολωτή βασιλική με τρούλλο στην οποία προστέθηκε αργότερα ξυλόστεγος νάρθηκας. (Αυτός είναι ο πιο διαδεδομένος τύπος ναοδομίας στην Ήπειρο κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας). Στις μακρές πλευρές του ναού – κάτω ακριβώς απ’ τα αετώματα του σταυρού – υπάρχουν ψηλές τρίπλευρες κόγχες, οι «χοροί», που φτάνουν ως τη στέγη. Ο ναός είναι πλακοσκέπαστος και έχει απλή τοιχοποιία, με μόνη εξωτερική διακόσμηση μια διπλή οδοντωτή ταινία στο γείσο του οκτάπλευρου τρούλλου. Εσωτερικά οι τοίχοι καλύπτονται από τοιχογραφίες, φθαρμένες σε μεγάλο βαθμό τόσο απ’ το χρόνο όσο και απ’ τις κατά καιρούς τουρκικές επιδρομές, γιατί το μοναστήρι χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές ως καταφύγιο Κλεφτών και οπλαρχηγών του απελευθερωτικού αγώνα. Οι τοιχογραφίες έγιναν το 1801, όπως μας πληροφορεί σχετική επιγραφή πάνω από τη θύρα του κυρίως ναού που οδηγεί στο νάρθηκα. Της ίδιας ηλικίας με τις τοιχογραφίες είναι το εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο, το οποίο φέρει πάνω του σκαλιστές παραστάσεις με ποικίλα θέματα (ζώα, πτηνά, αγγέλους, ευαγγελικές σκηνές κ.ά.). Ο φορητές εικόνες του τέμπλου είναι επίσης των αρχών του 19ου αιώνα. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα της Γέννησης της Θεοτόκου (έργο του 1831) όπου στο κάτω μέρος της εικονίζεται κοπάδι προβάτων και ο βοσκός που πλησιάζει με δέος μια εικόνα της Παναγίας πεσμένη στο χώμα. Δηλαδή ο ζωγράφος θέλησε συμβολικά να απαθανατίσει τη σχετική με την ίδρυση του ναού παράδοση, σύμφωνα με την οποία, τη χρυσοστόλιστη εικόνα της Παναγίας τη βρήκε -οδηγημένος από θαύμα- ένας βοσκός και έχτισε σ’ εκείνη τη θέση την εκκλησία. Από τα κειμήλια της μονής σημαντικότερα είναι μερικά λειτουργικά βιβλία (εκδόσεις Βενετίας) ένα Άγιο Ποτήριο και μία λειψανοθήκη -όλα των αρχών του 19ου αιώνα- τα οποία φυλάσσονται στα Γουριανά. Σήμερα, εκτός από το ναό και τις δύο βρύσες στον περίβολό του, τίποτα δε θυμίζει το παλιό μοναστήρι. Ωστόσο η Χρυσοσπηλιώτισσα, χάρη στην ειδυλλιακότητα του χώρου της, αποζημιώνει και με το παραπάνω τον επισκέπτη που θα είχε το κουράγιο ν’ ανέβει ως εκεί ψηλά για ν’ απολαύσει την ομορφιά του τοπίου και να προσκυνήσει τη χάρη της. (Πηγή πληροφοριών: Περιφερειακή Ενότητα Άρτας)

Μοναστήρια

Μονή Αγίας Αικατερίνης

H Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης που βρίσκεται στον Καταρράκτη Άρτας έχει κηρυχθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Είναι πλακοσκέπαστος ναός τρίκλητης θολωτής βασιλικής χωρίς τρούλο με ενσωματωμένο κωδωνοστάσιο. Ιδρύθηκε το 1730 αλλά ανακατασκευάστηκε εκ θεμελίων το 1827. Ξεχωρίζουν για την τέχνη τους το ξυλόγλυπτο τέμπλο και η μεγάλη εικόνα της Αγίας Αικατερίνης με επίχρυσο ανάγλυφο επικάλυμμα. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων)

Μονή Αγίου Γεωργίου (Βουργαρέλι)

Το μοναστήρι ιδρύθηκε στις αρχές του 18ου Αιώνα και σήμερα σώζεται σε άριστη κατάσταση, ο δε ναός είναι κατάγραφος από τοιχογραφίες του 1714. Εδώ ύψωσαν τη σημαία της επανάστασης του 1821 οι οπλαρχηγοί των Τζουμέρκων και των Ραδοβυζίων. Είναι η κορώνα του Βουργαρελίου στο βόρειο άκρο του και ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα των Τζουμέρκων. Ναός και κελιά σώζονται σε άριστη κατάσταση. Το μοναστήρι πιθανότατα ιδρύθηκε το 1690 ή λίγο αργότερα, δηλαδή στις αρχές του 18ου αιώνα. Τα σημερινά κελιά είναι μεταγενέστερες κατασκευές. Στα μέσα του 19ου αιώνα το μοναστήρι βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Απήχηση αυτής της ευημερίας του βρίσκουμε στη φιλανθρωπική δράση του, αφού επιχορηγούσε -όπως λένε οι πηγές- με μεγάλα ποσά τα σχολεία της περιοχής και βοηθούσε πεινασμένες οικογένειες. Ο ναός παρουσιάζει μεγάλες αρχιτεκτονικές ομοιότητες με τη Χρυσοσπηλιώτισσα των Γουριανών. Είναι μονόκλιτη θολωτή βασιλική με οκταγωνικό τρούλλο και καμαροσκέπαστο νάρθηκα. Στις πλάγιες πλευρές του έχει τρίπλευρους χορούς, ανατολικά δε καταλήγει σε επίσης τρίπλευρη κόγχη. Είναι πλακοσκέπαστος με απλή τοιχοποιία και με μόνη εξωτερική διακόσμηση μια οδοντωτή ταινία στο γείσο του τρούλλου. Για ενίσχυση της αντοχής των μακρών πλευρών του κτίστηκαν ογκώδη επικλινή αντερείσματα. Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος από τοιχογραφίες του 1714, όπως μαρτυρεί σχετική επιγραφή γραμμένη πάνω απ’ τη θύρα του κυρίως ναού που οδηγεί στο νάρθηκα. Οι συνθέσεις παρουσιάζουν τη γνωστή διάταξη σε ζώνες τόσο στον κυρίως ναό όσο και στο νάρθηκα, και έγιναν από Καλαρρυτινούς ζωγράφους. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι επίσης του 18ου αιώνα και στολίζεται με ανάγλυφες παραστάσεις πτηνών και φυτών, έχει δε και πέντε φορητές εικόνες που απ’ ό,τι δείχνει η τεχνοτροπία τους πρέπει να έγιναν από τους ίδιους ζωγράφους που έκαναν και τις τοιχογραφίες. Από τα κειμήλια της μονής αξιολογότερο είναι μια ασημένια λειψανοθήκη του 1859 -έργο και αυτό Καλαρρυτιώτη ασημουργού- με λείψανα πολλών αγίων. Και αυτό το μοναστήρι έχει τη δική του συμβολή στην εθνική μας ιστορία: Σ’ αυτό -κατά την παράδοση- συγκεντρώθηκαν οι οπλαρχηγοί των Τζουμέρκων και Ραδοβυζίων Γεώργιος Καραϊσκάκης, Γώγος Μπακόλας, Κουτελίδας, Ίσκος, Ράγγος, Κουτσονίκας και άλλοι με τα παλικάρια τους, και ύψωσαν τη σημαία της επανάστασης του 1821 κάτω απ’ τις ευλογίες του ηγούμενου της μονής, Χριστοφόρου. Έτσι το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Βουργαρέλι έγινε η Αγία Λαύρα της Ηπείρου. (Πηγή πληροφοριών: Περιφερειακή Ενότητα Άρτας)

Μονή Ευαγγελίστριας

Μετά το τέλος του χωριού, στο δρόμο προς την Άρτα, αμέσως μόλις περάσουμε το στενό γεφύρι, ανηφορίζουμε το χωματόδρομο στο δεξιό μέρος του δρόμου. Η διαδρομή είναι πνιγμένη στο πράσινο, πλούσια σε εικόνες και εναλλαγές. Σ’ ένα εκπληκτικό φυσικό τοπίο με σπάνια γαλήνη και ηρεμία βρίσκεται το ιστορικό μοναστήρι, που στέκεται στην ανατολική άκρη ενός καταπράσινου πλατώματος με καρυδιές και δάφνες, καθαγιάζοντας το χώρο. Το πλάτωμα περιβάλλει πυκνή και ψηλή βλάστηση, που δημιουργεί ένα φυσικό τείχος αδιαπέραστο. Εδώ τα εγκόσμια φαντάζουν τόσο απόμακρα και το Θείο τόσο κοντά. Το κτιριακό συγκρότημα της μονής χτίστηκε γύρω στο 1700 και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του φιλοξένησε, σύμφωνα με την παράδοση, λόγιους μοναχούς και σχολή φιλοσόφων. Σήμερα σώζεται ο κεντρικός ναός, που αποτελούσε το καθολικό της μονής. Από τα κελιά, το μαντρότοιχο και την κεντρική είσοδο σώζονται μόνο ερείπια. Δίπλα από το ναό χτίστηκε, τα τελευταία χρόνια, μικρό κτίσμα για να καλύπτει τις ανάγκες των εκκλησιαστικών λειτουργών, αλλά και των προσκυνητών που συρρέουν εδώ στις γιορτές του Ευαγγελισμού και της Ζωοδόχου Πηγής, που γιορτάζει το μοναστήρι. Ο ναός είναι λιτός, με μικρές διαστάσεις και δεν εντυπωσιάζει εξωτερικά με την αρχιτεκτονική γραμμή του. Έχει μήκος 10 μ., πλάτος 5 μ. και ύψος 4 μ.. Είναι πέτρινο κτίσμα, με κεραμιδένια στέγη, που αντικατέστησε την αρχική, που ήταν από σχιστόπλακες. Εσωτερικά ο ναός έχει μικρό νάρθηκα, κυρίως ναό και ιερό βήμα, που χωρίζεται από το εξαιρετικό ξυλόγλυπτο και επίχρυσο τέμπλο. Τη μελαγχολία που φέρνει το λιγοστό φως που τρυπώνει μέσα από τα μικρά παράθυρα των τοίχων, τη διώχνει το τρεμουλιαστό φως του κεριού, που θα μας βοηθήσει να θαυμάσουμε τις εξαιρετικές τοιχογραφίες, παρ’ όλες τις φθορές που επέφερε ο χρόνος. Όλες οι παραστάσεις αποκαλύπτουν το θείο μεγαλείο και εντυπωσιάζουν με την πλούσιες πτυχώσεις των ενδυμάτων, τη ζωηρή κίνηση των προσώπων και την άριστη πλαστικότητα των κτιρίων. Αντίθετα δεν υπάρχει χρωματική ποικιλία και η τονικότητα των χρωμάτων δεν είναι έντονη. Απεικονίζουν μορφές αγίων και μαρτύρων με ιδιαίτερη κομψότητα στη φόρμα, σκηνές με θεϊκή δύναμη από τη ζωή του Χριστού και της Θεοτόκου, ιδιαίτερες εικόνες από τη δημιουργία του σύμπαντος και των πρωτοπλάστων, τη φοβερή Δευτέρα Παρουσία κλπ. Σημαντικές είναι και οι επιγραφές που σώζονται. Σε μία απ’ αυτές πληροφορούμαστε ότι ο ναός εγκαινιάστηκε το 1704 και μία άλλη, περισσότερο εντυπωσιακή και μοναδική στα εκκλησιαστικά χρονικά, αποτελεί τη διαθήκη του ηγουμένου της μονής ο οποίος δίνει οδηγίες προς τους ιερείς και τους διακόνους να διατηρούν τους χώρους του ναού και του θυσιαστηρίου καθαρούς. Το ιστορικό μοναστήρι της Ευαγγελίστριας στην εποχή της τουρκοκρατίας υπήρξε στήριγμα των υπόδουλων κατοίκων της περιοχής και σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς όλων των Κυψελιωτών. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων)

Μονή Κηπίνας

Η Ιερά Μονή Κηπίνας, ίσως το πιο εντυπωσιακό μοναστήρι της Ηπείρου, προκαλεί δέος λόγω της θέσης του, καθώς είναι χτισμένο μέσα σε απόκρημνο βράχο στα Τζουμέρκα, κοντά στο χωριό Καλαρρύτες. Χτίστηκε το 1212 από το μοναχό Γρηγόριο και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Μέσα στη μονή μια μυστική πόρτα οδηγεί σε κρύπτη, όπου η σπηλιά αυτή την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της εθνικής αντίστασης αποτέλεσε κρησφύγετο των υπόδουλων Ελλήνων και των αντιστασιακών. Εντυπωσιακές τοιχογραφίες διακοσμούν το εσωτερικό του Ναού που χρονολογούνται από το 17ο αιώνα. Το όνομα της οφείλεται στους κήπους που καλλιεργούσαν κοντά στη μονή οι μοναχοί. Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος φθάνει ως τη βάση του βράχου και από εκεί ένα μονοπάτι σκαλισμένο στο βράχο και μια ξύλινη γέφυρα, οδηγούν στο μοναστήρι. Το μονοπάτι είναι στην πλαγιά του βράχου και η κρεμαστή γέφυρα πριν από την είσοδο παραμένει κινητή. Όταν αυτή σηκώνεται δημιουργεί κενό 4 μέτρων στο γκρεμό και προφύλαγε παλαιότερα το μοναστήρι από επίδοξους επιδρομείς. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων)

Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Σκουληκαριά)

Πρόκειται για ένα ερειπωμένο μοναστήρι του οποίου ο ναός σώζεται ακέραιος. Το αρχικό μοναστήρι καταστράφηκε το 1854 από τους Τούρκους και οικοδομήθηκε ξανά το 1867. Εκείνο που έκανε ξακουστό το μοναστήρι είναι ότι σ’ αυτό γεννήθηκε ένας από τους ενδοξότερους ήρωες της επανάστασης του 1821, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Πρόκειται για ερειπωμένο μοναστήρι του οποίου μόνο ο ναός σώζεται ακέραιος. Ο μητροπολίτης Σεραφείμ ο Βυζάντιος τοποθετεί την ίδρυσή της αρχικής μονής γύρω στο 13ο αιώνα. Επειδή στα χρόνια της τουρκοκρατίας η μονή χρησιμοποιήθηκε ως ορμητήριο αγωνιστών της λευτεριάς, καταστράφηκε ολοσχερώς το 1854 -κατά την επανάσταση των Ραδοβυζινών- από τους Τούρκους και οικοδομήθηκε ξανά το 1867, όπως μας πληροφορεί ενεπίγραφη πλάκα εντειχισμένη στο τρίλοβο υπέρθυρο της νότιας εισόδου του ναού. Το ερειπωμένο ηγουμενείο χτίστηκε το 1879. Ο ναός είναι τρίκλιτη θολωτή βασιλική με μικρό τρούλλο, ανατολικά δε καταλήγει σε πεντάπλευρη αψίδα. Είναι πλακοσκέπαστος με απλή τοιχοποιία χωρίς διακόσμηση. Εξαίρεση αποτελούν, το τρίλοβο υπέρθυρο της νότιας εισόδου και κυρίως η αψίδα του ιερού, όπου υπάρχουν κάτω απ’ το γείσο, γύρω – γύρω, εντειχισμένες λίθινες μετόπες με ανάγλυφες έξεργες παραστάσεις, άλλες απλά διακοσμητικές κι άλλες «αφηγηματικές», αφού παριστάνουν σκηνές απ’ τη ζωή και την ιστορία των ανθρώπων της περιοχής. Εκείνο που έκανε ξακουστό αυτό το μοναστήρι δεν είναι η καλλιτεχνική του αξία, αλλά η ιστορία του: Σ’ αυτό έλαχε ο κλήρος να γίνει το λίκνο ενός απ’ τους ενδοξότερους ήρωες της επανάστασης του 1821, του “γιου της καλογριάς”, του Γεωργίου Καραϊσκάκη. Σώζεται μισογκρεμισμένο το κελί (ένα καμαροσκέπαστο υπόγειο) όπου η καλογριά Ζωίτσα Ντιμισκή τον γέννησε το 1782 και για ν’ αποφύγει το σκάνδαλο και την οργή των συγγενών της κατέφυγε με το παιδί της στο Μαυρομάτι της Καρδίτσας, γεγονός που δημιούργησε την λανθασμένη άποψη ότι ο ήρωας γεννήθηκε εκεί. Σήμερα κακώς το Μαυρομάτι διεκδικεί -κι ως ένα βαθμό κατάφερε να ιδιοποιηθεί- τον τίτλο της γενέτειρας του Καραϊσκάκη. Οι δάφνες ανήκουν στη Σκουληκαριά και στο άγνωστο ως τότε μοναστήρι της, του οποίου η σημασία έτσι προσλαμβάνει εθνικές διαστάσεις. (Πηγή πληροφοριών: Περιφερειακή Ενότητα Άρτας)

Μονή Σέλτσου (Πηγές)

Από τα κτίσματα του παλαιού μοναστηριού σώζεται ακέραιος μόνο ο ναός και γύρω του ερειπωμένα κελιά. Ο ναός ιδρύθηκε το 1697, οπότε έγιναν και οι τοιχογραφίες και το τέμπλο, και είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Μεγάλη είναι και η ιστορική σημασία της Μονής, καθώς το 1804 κλείστηκαν εκεί πάνω από χίλιοι Σουλιώτες για να γλιτώσουν από τους τουρκαλβανούς του Αλή Πασά. Μετά από τετράμηνη πολιορκία κυριεύτηκε το μοναστήρι, σώθηκαν μόνο πενήντα Σουλιώτες, τα δε γυναικόπαιδα, για να μη πέσουν στα χέρια των Τούρκων, γκρεμίστηκαν σε βάραθρο 300 μέτρων. Βρίσκεται στις ανατολικές εσχατιές του νομού, σε αρκετή απόσταση απ’ το χωριό Πηγές, σκαρφαλωμένο στην πλαγιά μιας απόκρημνης παραφυάδας των Τζουμέρκων, του Κοκκινόλακκου, του οποίου τα πόδια γλείφει αθόρυβα με τα νερά του ο ποταμός Αχελώος ή Ασπροπόταμος όπως τον λένε. Απ’ τα κτίσματα του παλιού μοναστηριού σώζεται ο ναός μόνο ακέραιος και γύρω του ερειπωμένα κελιά του 18ου αιώνα, από τα οποία ένα αναστηλώθηκε πρόσφατα και άλλα ανακατασκευάζονται τώρα. Ο ναός είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου αλλά πανηγυρίζει στις 23 Αυγούστου, είναι δε μετόχι της μονής Ροβέλιστας. Ο ναός ιδρύθηκε το 1697, όπως μαρτυρεί κτητορική επιγραφή γραμμένη στο υπέρθυρο της θύρας που οδηγεί απ’ τον κυρίως ναό στο νάρθηκα. Από ενεπίγραφες προσωπογραφίες που υπάρχουν στην κόγχη του νότιου χορού μαθαίνουμε ότι κτήτορες του ναού είναι οι καπεταναίοι της Άρτας Νίκος και Αποστόλης, αγνώστων επωνύμων. Είναι μονόκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική αθωνίτικου τύπου, με επίσης καμαροσκέπαστο νάρθηκα. Αντί τρούλλου υπάρχει και εδώ -όπως στο ναό της Μεγαλόχαρης- εγκάρσιος σκαφοειδής θόλος, ο οποίος εξωτερικά εμφανίζεται ως ορθογώνιο υπερώο σκεπασμένο με δικλινή στέγη, εσωτερικά όμως στρογγυλεύονται οι γωνίες του και παίρνει τη μορφή τρούλλου. Στις μακρές πλευρές του ναού υπάρχουν τρίπλευροι χοροί που φτάνουν ως τη στέγη, στη δε Β.Δ. γωνία του σώζονται τα θεμέλια ανοιχτού προστώου. Η τοιχοποιία του είναι απλή χωρίς εξωτερική διακόσμηση. Επειδή οι εσωτερικοί θόλοι του ναού είναι ανισοϋψείς, η πλακωτή στέγη του παρουσιάζει βαθμιδωτή διάταξη, προσδίδοντας στο όλο κτίσμα ποικιλομορφία και χάρη. Εσωτερικά οι τοίχοι του ναού είναι κατάγραφοι από εικόνες εξαιρετικής τέχνης, οι οποίες ευτυχώς σώζονται σε άριστη κατάσταση. Από την κτητορική επιγραφή μαθαίνουμε ότι και ο γραπτός διάκοσμος του ναού έγινε το 1697, από δύο Αρτινούς ζωγράφους: από κάποιον ιερέα Νικόλαο και το γιο του. Οι τοιχογραφίες έχουν τη γνωστή στα χρόνια της τουρκοκρατίας διάταξη σε ζώνες. Οι ολόσωμοι άγιοι της κάτω ζώνης φέρουν έξεργα φωτοστέφανα με ανάγλυφη διακόσμηση. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει μια τοιχογραφία στο νότιο χορό, όπου εικονίζονται οι δύο μυστακοφόροι κτίτορες να κρατούν «ομοίωμα» του ναού. Αυτές οι προσωπογραφίες λαϊκών, πέρα απ’ τη σπανιότητά τους ως θέμα εκκλησιαστικής εικονογραφίας και της αξίας τους ως ιστορικής πηγής για το ίδιο το μνημείο, αποκτούν και ευρύτερη σημασία, διότι μαρτυρούν την τόσο πρώιμη εθνική αφύπνιση των υποδουλωμένων κατοίκων της ορεινής Άρτας. Από τις τοιχογραφίες του νάρθηκα, εντύπωση παρουσιάζουν τα μαρτύρια των Αγίων, η Δευτέρα Παρουσία με τις λαϊκές παραστάσεις του κολασμού των αμαρτωλών και σκηνές εμπνευσμένες από την Αποκάλυψη. Της ίδιας εποχής με τις τοιχογραφίες 17ος αιώνας είναι και το εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο με τον πλούσιο διάκοσμο, καθώς και πέντε φορητές εικόνες του, οι οποίες αφαιρέθηκαν και φυλάσσονται για λόγους ασφαλείας. Απ’ τον αρχειακό πλούτο του μοναστηριού σώθηκαν μερικά λειτουργικά βιβλία του 17ου και 18ου αιώνα, πολύτιμα για τις πολλές «ενθυμήσεις» που περιέχουν. Εκείνο όμως που έκανε ξακουστό το μοναστήρι του Σέλτσου δεν είναι τόση η αισθητική και καλλιτεχνική του αξία όσο η ιστορία του: Εκεί παίχτηκε η τελευταία πράξη του δράματος των διωγμένων από τις πατρογονικές τους εστίες Σουλιωτών. Στο μοναστήρι κλείστηκαν το 1804 πάνω από χίλιοι Σουλιώτες (αγωνιστές και γυναικόπαιδα) με αρχηγό τον Κίτσο Μπότσαρη, για να γλιτώσουν απ’ τη μανία των Τουρκολβανών του Αλή πασά. Στις 23 Απριλίου -μετά τρίμηνη πολιορκία από πολλαπλάσιους εχθρούς- κυριεύτηκε με προδοσία το μοναστήρι. Κατά την ηρωική έξοδο που επιχείρησαν οι Σουλιώτες, σώθηκαν απ’ τη σφαγή μόνο εξήντα πέντε, περί τους διακόσιους όμως αμάχους- κυρίως γυναικόπαιδα- για να μην πέσουν στα χέρια των βαρβάρων, προτίμησαν να γκρεμιστούν σε βάραθρο 300 μέτρων αναδεικνύοντας έτσι το Σέλτσο σε εθνικό θυσιαστήρι ανάλογο ή και υπέρτερο εκείνου του Ζαλόγγου. (Πηγή πληροφοριών: Περιφερειακή Ενότητα Άρτας)

Πηγή photo slider: commons.wikimedia.org

Ξενοδοχεία

error: Content is protected !!
You don't have permission to register