Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr

Αξιοθέατα στο Νομό Μαγνησίας

Αρχαίο Θέατρο Μικροθηβών

Το Αρχαίο Θέατρο των Φθιωτίδων Θηβών βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της αρχαίας πόλης των Φθιωτίδων Θηβών. Πιο συγκεκριμένα, βρίσκεται κοντά στο βόρειο φυσικό πρανές του λόφου «Κάστρο» και ανατολικά του σημερινού χωριού Μικροθήβες. Το αρχαίο θέατρο απέχει μόλις 4 χλμ. από τη νότια πλευρά από το σημερινό Δήμο Νέας Αγχιάλου και τον Παγασητικό κόλπο. Το Αρχαίο Θέατρο των Φθιωτίδων Θηβών χαρακτηρίζεται ελληνιστικής μορφής. Ωστόσο υπάρχει και η ρωμαϊκή φάση του αρχαίου θεάτρου. Κατά τη ρωμαϊκή φάση, έγιναν μεγάλες παρεμβάσεις θέτοντας ως στόχο τη μετατροπή του θεάτρου σε αρένα. Φημολογείται πως υπάρχει και η παλαιότερη φάση του θεάτρου γύρω στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Κάτι τέτοιο επιβεβαιώνεται αφενός από την παρουσία νομισμάτων και αφετέρου από τη στρωματογραφημένη κεραμική, καθώς και ένα τμήμα πώρινου κίονα. Η μέγιστη χωρητικότητα του Θεάτρου των Φθιωτίδων Θηβών είναι 3.000 θεατών. Το αρχαίο θέατρο φιλοξενούσε παραστάσεις αρχαίου δράματος και μουσικούς αγώνες. Στη Ρωμαϊκή Εποχή διοργανώνονταν στο αρχαίο θέατρο θηριομαχίες και αγώνες μονομάχων. Η θέση του αρχαίου θεάτρου στο πρανές του λόφου «Κάστρο» είχε το πλεονέκτημα της εξαιρετικής ακουστικής λειτουργίας. Συνδυαστικά με την άπλετη θέα που αντίκριζαν οι θεατές στη «χώρα» της πόλης και το λιμάνι της -την Πύρασο- στον Παγασητικό κόλπο, μπορούσαν να απολαύσουν τα πολιτιστικά δρώμενα. Η απέραντη θέα της πόλης, το λιμάνι της αλλά και το περίφημο Κρόκιο πεδίον, προσθέτουν στο οικοδόμημα μία υψηλή αισθητική. Δικαίως αποδίδεται ο χαρακτηρισμός της δύναμης της «λαμπροτάτης πόλης» των Φθιωτίδων Θηβών.

Αρχαιολογικός χώρος Διμηνίου

Το Διμήνι συνολικά έχει δώσει την πιο ολοκληρωμένη εικόνα ενός νεολιθικού οικισμού μέχρι σήμερα. Ο αρχαιολογικός χώρος του Διμηνίου έγινε αρχικά γνωστός από τα λείψανα του νεολιθικού οικισμού πάνω στο λόφο. Η κεραμική που βρέθηκε αποτέλεσε τη βάση για τη χρονολόγηση των υποπεριόδων της Νεότερης Νεολιθικής σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Ιδιαίτερη συζήτηση έχει αναπτυχθεί σχετικά με τη λειτουργία των κυκλικών περιβόλων που περιτρέχουν τον οικισμό. Τα τελευταία χρόνια έχει αποκαλυφθεί και πολύ σημαντικός μεγάλος μυκηναϊκός οικισμός, που ταυτίζεται με την αρχαία Ιωλκό. Έχουν ανασκαφεί καλοχτισμένα σπίτια δεξιά και αριστερά από ένα μεγάλο δρόμο. Το 1901 ανασκάφηκε ο θολωτός τάφος πάνω στο λόφο. Ο θολωτός τάφος, γνωστός ως «Λαμιόσπιτο», ανασκάφηκε το 1886. Το 1977 συνεχίστηκε η ανασκαφή του νεολιθικού οικισμού και το 1980 ξεκίνησε η ανασκαφή του μυκηναϊκού οικισμού η οποία και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τα σημαντικότερα μνημεία και αρχιτεκτονικά σύνολα του Διμηνίου είναι:

  • Ο μεγάλος και καλά οργανωμένος οικισμός της Νεότερης Νεολιθικής εποχής που βρίσκεται 5 χιλιόμετρα ΝΔ του Βόλου και είναι χτισμένος με μια πρώιμη πολεοδομική αντίληψη. Έχει ανασκαφεί σε μεγάλη έκταση. Τα σπίτια αποκαλύφθηκαν πάνω στο λόφο, ανάμεσα σε περιβόλους που είναι χτισμένοι κατά ζεύγη γύρω από το λόφο. Κατοικήθηκε από το τέλος της 5ης χιλιετίας π.Χ.
  • Στα ΝΔ του λόφου με τα νεολιθικά λείψανα, σε έκταση πάνω από 100 στρέμματα αποκαλύφθηκαν πρόσφατα τα πιο σημαντικά λείψανα του μυκηναϊκού οικισμού της περιοχής, που -σύμφωνα με την ανασκαφέα- ταυτίζεται με την αρχαία Ιωλκό. Βρέθηκαν «μεγαροειδή» σπίτια χτισμένα με ενιαίο προσανατολισμό, δεξιά και αριστερά από ένα φαρδύ δρόμο. Ο οικισμός χρονολογείται στο 15ο-12ο αιώνα π.Χ.
  • Θολωτός μυκηναϊκός τάφος που βρίσκεται στα ΒΔ του λόφου με το νεολιθικό οικισμό. Πρέπει ασφαλώς να αποδοθεί στους βασιλείς του μυκηναϊκού οικισμού. Αρκετά μεγάλος, καλοχτισμένος, με ανακουφιστικό τρίγωνο και χτιστή λάρνακα στο εσωτερικό του. Λείπει το άνω μέρος του τάφου που έχει καταρρεύσει. Χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙΒ2 περίοδο (δεύτερο μισό του 13ου αιώνα π.Χ.).
  • Θολωτός μυκηναϊκός τάφος («Λαμιόσπιτο») που βρίσκεται 300μ. δυτικά του λόφου με το νεολιθικό οικισμό. Σώζεται σε καλύτερη κατάσταση από τον προηγούμενο. Αν και συλημένος είχε αρκετά πλούσια ευρήματα, όπως χρυσά κοσμήματα, χάντρες και περιδέραια από υαλόμαζα, ελεφαντοστέινα εξαρτήματα και χάλκινα όπλα. Χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙΑ2 περίοδο (δεύτερο μισό του 14ου αιώνα π.Χ.).

Λόφος Γορίτσας

Στα νοτιοανατολικά της πόλης του Βόλου στο νομό Μαγνησίας βρίσκεται ο λόφος της Γορίτσας, ένα φυσικό μικρό ύψωμα περίπου 200 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και αποτελεί ένα «κόσμημα» που δεσπόζει στην πόλη του Βόλου. Στην κορυφή του λόφου, όπου οδηγεί ασφαλτοστρωμένος δρόμος, υπάρχει ο παλιός ναός της  Ζωοδόχου Πηγής. Είναι χτισμένος στη θέση παλαιότερου Χριστιανικού ναού του 18ου αι., ενώ υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη αρχαίου ιερού στην ίδια θέση. Το βόρειο άκρο του λόφου ενώνεται με ένα στενό διάσελο με τον κύριο όγκο του Πηλίου. Στα ανατολικά του απλώνεται η πεδιάδα της Αγριάς και πιο πέρα των Λεχωνίων. Αυτός ο λόφος, που για πολλά χρόνια τροφοδότησε την οικοδομική ανάπτυξη του Βόλου – κι αυτό φαίνεται από το εγκαταλειμμένο νταμάρι στην νοτιοδυτική παρυφή του – έχει αρχαία ιστορία αλλά σλάβικο, κατά πάσα πιθανότητα, όνομα, που πρέπει να προήλθε από το  gor, που σημαίνει «βουνό», με την προσθήκη της ελληνικής υποκοριστικής κατάληξης – ίτσα. Η στρατηγική θέση του λόφου που επόπτευε την περιοχή ήταν ο λόγος ίδρυσης σ’ αυτόν τον 4ο αι.  π.Χ. μιας πόλης πιθανότατα όταν ο Φίλιππος ο Β’ οχύρωνε στρατηγικές θέσεις στη Μαγνησία. Αργότερα (316-298 π.Χ.) η πόλη ενισχύθηκε οχυρωματικά από τον Κάσσανδρο με τείχος 2.850μ. μήκος. Τριαντατρείς πύργοι τοποθετήθηκαν σε άνισα διαστήματα, καθώς το γεωγραφικό ανάγλυφο πρόσφερε σε μερικά σημεία φυσική οχύρωση. Η πόλη αυτή κατοικήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα. Όταν το 294 π.Χ. χτίστηκε από τον Δημήτριο Πολιορκητή η αρχαία Δημητριάδα, η πόλη της Γορίτσας συνοικίστηκε σταδιακά έως το 250 π.Χ. στην πόλη της Δημητριάδας και ο λόφος δεν ξανακατοικήθηκε. Το όνομα της αρχαίας πόλης μας είναι άγνωστο. Κατά καιρούς διάφοροι ερευνητές έχουν προτείνει την ταύτισή της με την Ιωλκό, τη Νηλεία, τη Δημητριάδα. Αλλά μετά τον ακριβή εντοπισμό της τελευταίας, πιθανολογείται πως ίσως εκεί ήταν το  Ορμίνιο. Η πόλη είναι χτισμένη στις ΝΑ κορυφές του λόφου σε έκταση 400 περίπου στρεμμάτων. Είναι σχεδιασμένη με βάση ένα συμπαγή πολεοδομικό ιστό και είναι οργανωμένη σε οικοδομικά τετράγωνα. Υποθέτουν οι αρχαιολόγοι ότι στην πόλη υπήρχαν 400-500 σπίτια συνήθως τετράγωνα και κατοικούσαν εκεί 3.000-3.500 κάτοικοι. Ήταν διαιρεμένη σε οικοδομικά τετράγωνα σύμφωνα με το Ιπποδάμειο σύστημα (κάθετοι και οριζόντιοι δόμοι, που απέχουν μεταξύ τους 32μ. και έχουν πλάτος 4,5μ.). Στη βόρεια πλευρά των σπιτιών αναπτύσσονταν τα δωμάτια και στα νότια η αυλή. Ανάμεσα από τα οικοδομικά τετράγωνα υπήρχαν ανοιχτοί χώροι-πλατείες. Στην τριγωνική πλατεία ΙΙΙ, όπου εντοπίστηκε η αρχαία Αγορά, υπάρχει μια κυκλική και μια τετράγωνη κατασκευή, πιθανότατα δημοσίου χαρακτήρα. Έχει εντοπιστεί τμήμα του συστήματος ύδρευσης και αποχέτευσης. Κατασκευάστηκαν πύλες στα βόρεια και ανατολικά, για να μπορούν να ελέγχουν τη διέλευση ανθρώπων και εμπορευμάτων, στα δυτικά, για να υπάρχει πρόσβαση στη θάλασσα, και στα νότια, για να εξυπηρετούνται στρατιωτικοί σκοποί. Στο ψηλότερο σημείο του λόφου το τείχος περικλείει την Ακρόπολη, όπου σήμερα είναι χτισμένη η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Η πύλη της αρχαίας Ακρόπολης, εντοπίζεται στο σημείο όπου ο σύγχρονος δρόμο τέμνει την πορεία του τείχους. Έξω από το τείχος, σε φυσικό σπήλαιο, έχει βρεθεί η επιγραφή στο βράχο «ΔΙΟΣ ΜΙΛΙΧΙΟΥ», που αποδεικνύει τη λατρεία του Δία στην περιοχή. Αποτελεί ένα από τα ελάχιστα αυθεντικά παραδείγματα ελληνιστικής πόλης που έμεινε ανοιχτό μνημείο στο χρόνο, χωρίς μεταγενέστερες παρεμβάσεις.

Προϊστορικός οικισμός Σέσκλου

Το Σέσκλο κατοικήθηκε για πρώτη φορά στα μέσα της 7ης χιλιετίας (Προκεραμική περίοδος). Ο οικισμός εκτείνεται πάνω στο λόφο Καστράκι, που ονομάστηκε «Ακρόπολη», και στη γύρω του περιοχή. Στα οικήματα αυτής της περιόδου τοίχοι από κλαδιά και λάσπη υψώνονταν πάνω σε ελλειψοειδή αβαθή ορύγματα. Βρέθηκαν λεπίδες από πυριτόλιθο και οψιανό, πέτρινα και οστέινα εργαλεία, κοσμήματα και ειδώλια από πέτρα και πηλό. Τα σπίτια της Αρχαιότερης Νεολιθικής Ι ήταν μονόχωρα, τετράγωνα, με λίθινο θεμέλιο, καλαμωτούς τοίχους και ξυλόπηκτη στέγη. Στην Αρχαιότερη Νεολιθική ΙΙΙ τα σπίτια έχουν τοίχους από ωμά πλιθιά και δάπεδο από πατημένο πηλό. Ως προς την κεραμική της Αρχαιότερης Νεολιθικής (6η χιλιετία), την πρώτη φάση χαρακτηρίζει η μονοχρωμία, τη δεύτερη (Πρωτοσέσκλο) η εμφάνιση των πρώτων γραπτών αγγείων και την τρίτη (Προσέσκλο) η επικράτηση των μονόχρωμων αγγείων. Στη Μέση Νεολιθική (5η χιλιετία), ο οικισμός αποκτά πρωτοφανή έκταση και αρχιτεκτονική οργάνωση, σημειώνεται αύξηση της γραπτής κεραμικής και βελτίωση της τεχνικής του ψησίματος, μεγάλη χρήση λίθινων εργαλείων και αφθονότερη χρήση οψιανού από τη Μήλο. Σχεδόν όλα τα αρχιτεκτονικά λείψανα στον σημερινό αρχαιολογικό χώρο της «Ακρόπολης» προέρχονται από την τρίτη φάση της Μέσης Νεολιθικής (ΜΝ). Πάνω στο λόφο, κεντρικότερο κτίσμα είναι το «μέγαρο» και, πλάι του, το σπίτι του κεραμέα. Όλα τα σπίτια της ΜΝ έχουν λίθινο θεμέλιο, πλίνθινη ανωδομή και δικλινή στέγη με δοκούς σκεπασμένη με πηλό. Η γραπτή κεραμική του «πολιτισμού του Σέσκλου» είναι χαρακτηριστική, ιδίως στην ώριμη φάση της (linear style) όταν διακοσμητικές ταινίες με φλογόσχημα πέρατα περιβάλλουν το αγγείο, συνήθως λεκανίδα. Ο οικισμός στο τέλος της ΜΝ ΙΙΙ Β καταστράφηκε από πυρκαγιά.

Γεφύρια

Αδιάψευστη μαρτυρία του παλαιότερου τρόπου οδοποιίας αποτελούν τα τοξωτά γεφύρια, απομεινάρια  παλαιών δρόμων επικοινωνίας, πραγματικά αρχιτεκτονικά αριστουργήματα. Όπως σε πολλά μέρη της πατρίδας μας έτσι και στην Όθρυ φιλοξενούνται αρκετά από αυτά.

Γεφύρι του Αγίου Αθανασίου: Πέτρινο μονότοξο γεφύρι το οποίο γεφυρώνει το ρέμα του Αϊ Θανάση και βρίσκεται κοντά στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου.

Γεφύρι του Αλεβίζου: Πέτρινο μονότοξο γεφύρι με έντονα καταβιβασμένο τόξο. Γεφυρώνει τη ρεματιά της Καλιακούδας.

Γεφύρι της Κάτω Κερασιάς: Δίτοξο πέτρινο γεφύρι το οποίο γεφυρώνει τον ποταμό Κερασιώτη που χύνεται στη λίμνη Κάρλα. Βρίσκεται στο Βόρειο Πήλιο.

Γεφύρι του Κανταρτζή: Πέτρινο δίτοξο γεφύρι το οποίο γεφυρώνει τον Βρύχωνα ποταμό.

Γεφύρι του Κάππα: Δίτοξο γεφυράκι το οποίο βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο της Μακρυνίτσας. Γεφυρώνει το Μέγα Ρέμα.

Γεφύρι στο Λουζίνικο: Πέτρινο μονότοξο γεφύρι το οποίο γεφυρώνει τη ρεματιά της Καλιακούδας.

Γεφύρι του Σταθμού: Πέτρινο γεφύρι το οποίο βρίσκεται πάνω απο τις γραμμές του τρένου στον σταθμό της Άνω Γατζέας.

Γεφύρι της Τσαγκαράδας: Πέτρινο μονότοξο γεφύρι το οποίο γεφυρώνει τον Μυλοπόταμο. Ενδέχεται να είναι το παλιότερο γεφύρι στο Πήλιο.

Παλαιοκαμάρα: Πέτρινο δίτοξο υδατογέφυρο το οποίο χρησίμευε σαν πέρασμα αγωγού που μετέφερε νερό από τις πηγές της Μακρινίτσας, στην πόλη της Αρχαίας Δημητριάδος.

Το Τραίνο του Πηλίου

Η ανάβαση στις όμορφες πλαγιές του Πηλίου μέχρι τις Μηλιές ξεκινά! Μια από τις πιο στενές σιδηροδρομικές γραμμές στον κόσμο φιλοξενεί τα 4 βαγόνια του «Μουτζούρη», όπως λεγόταν κάποτε το τραινάκι του Πηλίου, για να δηλώσει την ατμοκίνηση και τον καπνό που άφηνε στο πέρασμά του. Από τα Άνω Λεχώνια μέχρι τις Μηλιές η διαδρομή είναι ορεινή, διασχίζοντας τις κατάφυτες πλαγιές, με την πυκνή βλάστηση από πλατάνια και πουρνάρια. Η μοναδική στάση του τραίνου γίνεται για μόλις 15 λεπτά, στην Άνω Γατζέα, για να συνεχίσει «ξεφυσώντας» και λικνίζοντας τα βαγόνια του, για μια διαδρομή συνολικού μήκους 15 χιλιομέτρων και χρόνου περίπου 90 λεπτών. Μέχρι το ιστορικό κεφαλοχώρι των Μηλεών, η διαδρομή γεμίζει με εικόνες πλούσιας φύσης και αρχιτεκτονικής με παλαιές, αλλά περίτεχνες κατασκευές λαξευτής μαρμαρόπετρας και γκρίζου ασβεστόλιθου που διαμόρφωσαν τις αντιστηρίξεις, τα τοξωτά γεφύρια, τις καμάρες και τα στόμια των σηράγγων. Ξεχωριστό δείγμα, η λίθινη πεντάτοξη γέφυρα Καλόρεμα, στην περιοχή του Μαλακίου. Πλησιάζοντας στις Μηλιές, το τοπίο αποκτά μια άγρια ομορφιά, ιδιαίτερα στο πέρασμα της μεγάλης μεταλλικής γέφυρας του Ταξιάρχη ή Ντε Κίρικο, από το όνομα του σχεδιαστή και πατέρα του μεγάλου ζωγράφου. Στο σημείο αυτό, το τραίνο θα κυλήσει σε καμπύλη γραμμή, ενώ η γέφυρα στην οποία βρίσκεται είναι ευθεία. Ο σταθμός Μηλεών είναι και το τέρμα της διαδρομής.

Αθανασάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου

Το Αθανασάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου είναι ένα από τα παλαιότερα Μουσεία της χώρας και μέχρι πρότινος το κεντρικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλίας. Κτίσθηκε το 1909 με χρήματα που διέθεσε ο Αλέξιος Αθανασάκης από την Πορταριά του Πηλίου. Πρόκειται για ένα ισόγειο νεοκλασικό κτήριο με συνολικό εμβαδόν 870 τ.μ. και επτά χώρους έκθεσης. Αφορμή και σκοπός της ίδρυσής του υπήρξε η στέγαση και η έκθεση των γραπτών επιτύμβιων στηλών ελληνιστικών χρόνων από το νεκροταφείο της αρχαίας Δημητριάδας. Ο τεράστιος πλούτος των αρχαιολογικών ευρημάτων των συλλογών του Μουσείου και η έλλειψη επαρκών εκθεσιακών χώρων και αποθηκών έκαναν επιτακτική την ανάγκη επέκτασης του κτιρίου. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου φιλοξενεί αρχαιολογικά ευρήματα από τη νεολιθική περίοδο έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η έκθεση αναπτύσσεται σε οκτώ αίθουσες (1-8) στο ισόγειο του παλιού και νέου κτιρίου και περιλαμβάνει ευρήματα από τις αρχαιολογικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στο Νομό Μαγνησίας από τις αρχές του 20ου αιώνα έως τις μέρες μας. Ενημερωτικά κείμενα, σχέδια και φωτογραφίες βοηθούν τον επισκέπτη να αποκτήσει εμπεριστατωμένη άποψη για το είδος και τη χρήση των αρχαιολογικών ευρημάτων κατά την αρχαιότητα αλλά και για τους αρχαιολογικούς χώρους από τους οποίους προέρχονται αυτά.

Λαογραφικό Μουσείο Μακρινίτσας

Το Λαογραφικό Μουσείο Μακρινίτσας στεγάζεται στο Αρχοντικό Τοπάλη που χτίστηκε το 1844 και βρίσκεται κοντά στην πλατεία της Μακρινίτσας. Πρόκειται για ένα τριώροφο αρχοντικό, αντιπροσωπευτικό δείγμα της κλασικής πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής και αποτελεί δωρεά της οικογένειας Τοπάλη στην Κοινότητα Μακρινίτσας, προκειμένου να στεγαστεί σε αυτό ο λαογραφικός πλούτος του Πηλίου. Το μουσείο λειτουργεί από το 1994 και διαθέτει μια ενδιαφέρουσα συλλογή εκθεμάτων μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν μια σειρά από τοιχογραφίες λαϊκής ζωγραφικής από αρχοντικά του 18ου και 19ου αιώνα, ο εξοπλισμός απόσταξης του τσίπουρου, παλιές φωτογραφίες και εικόνες, ξύλινα και κεραμικά είδη οικιακής χρήσης, παραδοσιακές φορεσιές, εργόχειρα, χαλκογραφίες και αντικείμενα εκκλησιαστικής τέχνης, εργαλεία της κλωστικής και της υφαντικής βιοτεχνίας, όπλα, καθώς και ιστορικά κειμήλια όπως το λάβαρο της Επανάστασης του 1878.

Λαογραφικό Μουσείο Μηλεών

Το μουσείο διαθέτει μια πλούσια λαογραφική συλλογή εκθεμάτων λαϊκής τέχνης όπως γραπτά, εικόνες και αντικείμενα για το επάγγελμα του σαμαρά, του πεταλωτή, του κατασκευαστή καλντεριμνιών και διαφόρων άλλων παραδοσιακών επαγγελμάτων ή εργόχειρα, κεντήματα και υφαντά της μηλιώτισσας νοικοκυράς. Τα βότανα, τα υφαντά και κεντήματα, τα παραδοσιακά γλυκά, το ζύμωμα του ψωμιού και πολλές άλλες παραδοσιακές ασχολίες των γυναικών, όλα ζωντανεύουν μέσα από την πολύ ενδιαφέρουσα αυτή λαογραφική συλλογή.

Μουσείο Πλινθοκεραμοποιείας

Το Μουσείο στεγάζεται στο παλιό Εργοστάσιο Πλινθοκεραμοποιίας Νικολάου  & Σπυρίδωνος Τσαλαπάτα, στο Βόλο. Παρουσιάζει την καθημερινή ζωή στο εργοστάσιο, καθώς και όλα τα στάδια της παραγωγής διαφορετικών τύπων τούβλων και κεραμιδιών. Στόχος του είναι αναδείξει την ιστορική ταυτότητα της πόλης του Βόλου και να συμβάλει στη διάσωση και την προβολή της βιομηχανικής κληρονομιάς της. Το Εργοστάσιο Πλινθοκεραμοποιίας Ν. & Σ. Τσαλαπάτα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα του είδους του. Τα εργαστήρια και οι βιομηχανικοί χώροι έχουν αναστηλωθεί και αποτελούν σήμερα σπάνιο δείγμα διασωζόμενου βιομηχανικού συγκροτήματος στον ελληνικό χώρο. Στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου, η παραγωγική διαδικασία έχει ανασυντεθεί βήμα προς βήμα:  βαγονέτα, δεξαμενές αργίλου, τριβεία, πρέσες, κοπτήρες, ξηραντήρια, η επιβλητική κάμινος Hoffmann,  καθώς και τελικά προϊόντα, τούβλα και κεραμίδια διαφόρων τύπων. Έτσι, το Εργοστάσιο Τσαλαπάτα «λειτουργεί» ξανά, ζωντανεύοντας όλα τα στάδια της παραγωγής πλίνθων και κεράμων και την καθημερινή ζωή των εργατών που δούλευαν στο εργοστάσιο.

Σιδηροδρομικό Μουσείο Βόλου

Στεγάζεται στον όροφο του κτιρίου του σιδηροδρομικού σταθμού Βόλου, που χτίστηκε το 1882 αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους. Το κτίριο του σταθμού, με την απλή νεοκλασική τυπολογία όψεων, τη δίρικτη στέγη και τον ξύλινο διάκοσμο στο περίγραμμά της, από τα ελάχιστα κτίρια που απέμειναν στην πόλη μετά τους σεισμούς, υπήρξε ζωτικό κύτταρο της εμπορικής, οικονομικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής της πόλης.

Διαμονή στο νομό Μαγνησίας: Βρες το ιδανικό κατάλυμα για αξέχαστες διακοπές!

Booking.com
Translate »
error: Content is protected !!
You don't have permission to register