Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr

Αξιοθέατα στο Νομό Θεσσαλονίκης

Αρχαία Καλίνδοια

Τα αρχαία Καλίνδοια που ταυτίστηκαν κοντά στο σημερινό Καλαμωτό αναφέρονται για πρώτη φορά σε επιγραφή της Ακρόπολης των Αθηνών του 422 π.Χ. Η έως σήμερα ανασκαφική έρευνα στην περιοχή τεκμηριώνει μία πόλη ακμαία από την κλασική εποχή που έλαμψε στους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους. Από τα ευρήματα ξεχωρίζουν ο χτιστός θαλαμωτός τάφος του 3ου αιώνα π.Χ., το συγκρότημα του Σεβαστείου με το άγαλμα του Οκταβιανού Αυγούστου, όπως και η επιγραφή που αναφέρει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος μοίρασε σε εταίρους του χωράφια της περιοχής των Καλίνδοιων, πριν από την εκστρατεία στην Ασία.

Επταπύργιο

Στο ψηλότερο σημείο της Θεσσαλονίκης, ακριβώς επάνω από την Ιερά Μονή Βλατάδων, βρισκόταν η βυζαντινή ακρόπολη. Ήταν το καταφύγιο των κατοίκων σε περίπτωση εχθρικής εισβολής και πήρε την τελική της μορφή στα χρόνια των Παλαιολόγων, το 14ο αιώνα. Στην κορυφή της βρίσκεται το φρούριο Επταπύργιο, γνωστό με την τουρκική του ονομασία Γεντί Κουλέ, που από το 1890 και για περίπου έναν αιώνα ήταν φυλακή, περίφημη για τις δύσκολες συνθήκες κράτησης και τα σκοτεινά κελιά της. Σήμερα στον χώρο λειτουργεί μουσειακή έκθεση και φιλοξενούνται πολιτιστικές εκδηλώσεις, ενώ από εδώ μπορεί κανείς να θαυμάσει την υπέροχη θέα στην πόλη και στον Θερμαϊκό κόλπο.

Καμάρα (Αψίδα του Γαλέριου)

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μνημεία της Θεσσαλονίκης είναι η Θριαμβική Αψίδα του Γαλερίου, γνωστή και ως Καμάρα, που βρίσκεται στην πάνω πλευρά της οδού Εγνατίας και σε μικρή απόσταση από την Ροτόντα. Αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά σημεία συνάντησης των κατοίκων και επισκεπτών της πόλης. Η Καμάρα είναι κτίσμα της εποχής της Ρωμαϊκής «Τετραρχίας» (αρχές 4ου μ.Χ. αιώνα) και αποτελεί το ένα σκέλος (δυτικό) μίας στεγασμένης στοάς, που σχηματιζόταν από αψίδες και τόξα. Κατασκευάστηκε για να τιμηθεί ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Γαλέριος, όταν αυτός επέστρεψε νικητής στην πόλη (περί το 306 μ.Χ.) μετά από πολέμους του κατά των Περσών. Η θριαμβική αυτή αψίδα ήταν τοποθετημένη κάθετα στην αρχαία Εγνατία, που διέσχιζε την πόλη (δυτικά προς ανατολικά) και αποτελούσε μέρος του λεγόμενου Γαλεριανού συγκροτήματος (Ρωμαϊκά Ανάκτορα), που αναπτύσσονταν κύρια νοτιοδυτικότερα, στις σημερινές πλατείες Ναυαρίνου και Ιπποδρομίου. Η αψίδα του Γαλερίου αποτελεί στοιχείο του Γαλεριανού Συγκροτήματος στο νοτιοανατολικό τμήμα του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης. Σήμερα σώζονται δύο κύριοι πεσσοί και ένας δευτερεύων, που συνδέονται με πλίνθινο τόξο. Οι κύριοι πεσσοί φέρουν επένδυση από μαρμάρινες πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις, που αφηγούνται γεγονότα από τις πολεμικές επιχειρήσεις του Γαλερίου κατά των Περσών. Το κεντρικό τοξωτό άνοιγμα είναι πλάτους 9.7 μ. και ύψους 12.5 μ. και το μικρότερο πλάτους 4.85 μ. και ύψους 6.5 μ.

Μύλοι Αλλατίνη

Οι Μύλοι Αλλατίνη είναι από τα ιστορικότερα κτίρια της Θεσσαλονίκης. Βρίσκονται επί της Λεωφόρου Γεωργίου Παπανδρέου και χρονολογούνται από το 1890. Άνηκαν στην ιταλο-εβραϊκή οικογένεια Allatini και σχεδιάστηκαν από τον Ιταλό αρχιτέκτονα, Βιταλιάνο Ποζέλι. Ο ίδιος σχεδίασε και τη Βίλλα Αλλατίνι, το 1898. η οποία προοριζόταν αρχικά για κατοικία, αλλά στέγασε τα γραφεία Διοίκησης. Στα 1883, οι αδελφοί Αλλατίνη «έστησαν» τον περίφημο «Kυλινδρόμυλο Αλλατίνη», με πρωτοβουλία του διακεκριμένου γιατρού, Μωυσή Αλλατίνη, που έφτασε από την Φλωρεντία (λίγο αργότερα ιδρύεται και το κεραμοποιείο Αλλατίνη). Στο σημείο υπήρχε ήδη από το 1854 ένας γαλλικός ατμόμυλος, που ανήκε στον Darblay de Corblay και στο κτίριο αυτό εγκαταστάθηκε ο πρώτος κυλινδρόμυλος. Το 1898, ο Μύλος καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά και ξαναχτίστηκε μεγαλύτερος, στην ίδια θέση, σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι. Το Σεπτέμβριο του 1900, εγκαινιάστηκαν οι νέοι Μύλοι, που παρέμειναν σε λειτουργία μέχρι τη δεκαετία του ’80. Με το ξέσπασμα του ιταλο-τουρκικού πολέμου το φθινόπωρο του 1911, οι Τούρκοι σε αντίποινα έκλεισαν τα γραφεία και τα καταστήματα όλων των Ιταλών υπηκόων και η οικογένεια Αλλατίνη έφυγε τότε στην Ιταλία. Το 1951 ο αλευρόμυλος κάηκε και πάλι ολοσχερώς για αδιευκρίνιστους λόγους, αλλά ξαναχτίστηκε πάνω στα ερείπια του κτιρίου, κρατώντας το εξωτερικό περίβλημα των τούβλινων τοίχων που διασώθηκε, ενώ προστέθηκε ένας ακόμη όροφος (ο πέμπτος). Το 1971, το οικόπεδο των Μύλων Αλλατίνη χαρακτηρίστηκε κοινόχρηστος χώρος πρασίνου, αλλά το ελληνικό δημόσιο δεν προχώρησε στην απαλλοτρίωσή του. Το 1991, ολόκληρο το πρώην βιομηχανικό συγκρότημα -τα κτίρια αλλά και το σύνολο του οικοπέδου- αποκτούν τον επίσημο χαρακτηρισμό του ιστορικά διατηρητέου μνημείου. Το 2015, ένα 15χρονο κορίτσι έχασε τη ζωή του πέφτοντας από ύψος τριών μέτρων στο εγκαταλειμμένο κτίριο, καθώς οι ερημωμένοι Μύλοι έγιναν στέκι της νεολαίας, χωρίς όμως να υπάρχουν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας. Σε εκείνη τη χρονική συγκυρία, μπήκε περίφραξη στον χώρο, ενώ μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει κάποιο σχέδιο για να αναδειχθεί το σημείο. Οι νέες βιομηχανικές εγκαταστάσεις της εταιρείας Αλλατίνη βρίσκονται στη Σίνδο.

Ρωμαϊκή  Αγορά Θεσσαλονίκης

Η Ρωμαϊκή Αγορά της Θεσσαλονίκης, που για τρεις περίπου αιώνες αποτέλεσε κύριο σημείο αναφοράς της πόλης, καθώς και διοικητικό κέντρο, ανεγέρθηκε στη Θεσσαλονίκη κατά το τέλος του 2ου αι. και το πρώτο τρίτο του 3ου αι. μ.Χ. Χτίστηκε ως κάτι αντίστοιχο προς την ελληνική Αγορά, με αρχέτυπο όμως το κέντρο της Ρώμης. Την ίδια εποχή διαμορφώθηκαν πανομοιότυπες αγορές σε όλη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο το συγκρότημα της Ρωμαϊκής Αγοράς υπέστη αλλαγές, διατήρησε ωστόσο κάποιες από τις λειτουργίες του σαν κοινωνικό κέντρο της πόλης. Σύμφωνα με τα τμήματα της Ρωμαϊκής Αγοράς που έχουν αποκαλυφθεί, αποτελούνταν από μία μεγάλη ορθογώνια πλατεία με ίχνη μαρμάρινων πλακοστρώσεων στο βορειοδυτικό τμήμα της, ένα Ωδείο-βουλευτήριο με διαμορφωμένες κτιστές κερκίδες και σκηνή στο ανατολικό τμήμα της και το ισόγειο τμήμα πολυώροφης στοάς (cryptoporticus-Κρυπτή Στοά) στο νότιο τμήμα της. Ακόμα στη νοτιοανατολική γωνία του χώρου έχει αποκαλυφθεί ένα τμήμα λουτρικού συγκροτήματος (βαλανείο) που περιλαμβάνει ένα πυριατήριο (κυκλική αίθουσα εφίδρωσης) με εικοσιπέντε λουτήρες. Στα ευρήματα περιλαμβάνονται ψηφιδωτά δάπεδα, τμήμα λιθόστρωτου δρόμου, αγωγοί και οχετοί αποχέτευσης, καθώς και αργυρά νομίσματα και λίθινα και μαρμάρινα γλυπτά. Η μεγαλοπρεπής αρχαία στοά των ειδώλων (Las Incantadas-Οι μαγεμένες) υπήρχε στο ύψος περίπου της σημερινής Εγνατίας και ήταν μέρος του συγκροτήματος της Ρωμαϊκής Αγοράς. Από τη στοά αυτή μάλιστα πραγματοποιούνταν η είσοδος στην Αγορά. Ανάγλυφες παραστάσεις οκτώ μυθικών προσώπων στόλιζαν τη στοά. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της Τουρκοκρατίας τα ερείπια της στοάς βρίσκονταν στην αυλή ενός Εβραϊκού σπιτιού. Το 1864, μετά από εντολή της Οθωμανικής κυβέρνησης, τα γλυπτά μεταφέρθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου από το Γάλλο E. Miller. Εκεί βρίσκονται μέχρι σήμερα. Μία από τις αλλαγές της αγοράς κατά τα Παλαιοχριστιανικά χρόνια ήταν η μετατροπή της Κρυπτής Στοάς σε μεγάλη δεξαμενή ύδρευσης, όπως επίσης και η ίδρυση ενός ιαματικού «αγιάσματος» σε τμήμα της ίδιας στοάς. Εκεί αποκαλύφθηκε μία παλαιοχριστιανική τοιχογραφία μεγάλης σημασίας. Σήμερα στο χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς λειτουργεί μουσείο η είσοδος του οποίου γίνεται από την Κρυπτή Στοά.

Λευκός Πύργος

Ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης είναι οχυρωματικό έργο οθωμανικής κατασκευής του 15ου αιώνα (χτίστηκε πιθανόν μεταξύ 1450-70). Σήμερα θεωρείται χαρακτηριστικό μνημείο της Θεσσαλονίκης και είναι ό,τι έχει σωθεί από την κατεδαφισμένη οθωμανική οχύρωση της πόλης. Η σημερινή μορφή του πύργου αντικατέστησε βυζαντινή οχύρωση του 12ου αιώνα για να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια ως κατάλυμα φρουράς Γενιτσάρων και ως φυλακή θανατοποινιτών. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείο και είναι ένα από τα πιο γνωστά κτίσματα-σύμβολα πόλεων στην Ελλάδα. Έχει 6 ορόφους, 34 μέτρα ύψος και 70 μέτρα περίμετρο. Ο Λευκός Πύργος έχει θέα την παραλία της Θεσσαλονίκης. Ο Λευκός Πύργος είναι κυλινδρική κατασκευή με ύψος 33,9 μέτρα και διάμετρο 22,7 μέτρα. Έχει έξι ορόφους, οι οποίοι επικοινωνούν με εσωτερικό κλιμακοστάσιο, το οποίο ελίσσεται κοχλιωτά και σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο. Με αυτό τον τρόπο, σε κάθε όροφο υπάρχει μια κεντρική κυκλική αίθουσα διαμέτρου 8,5 μέτρων, με την οποία επικοινωνούν μικρότερα τετράπλευρα δωμάτια, ανοιγμένα στο πάχος του εξωτερικού τοίχου. Ο έκτος όροφος έχει μόνο κεντρική αίθουσα και έξω από αυτήν ένα δώμα με θέα του τοπίου γύρω από τον πύργο. Η ύπαρξη τουαλετών, τζακιών και αγωγών καπνού υποδηλώνει πως ο πύργος προοριζόταν όχι μόνο ως αμυντικό έργο αλλά και ως στρατιωτικό κατάλυμα.

Τείχη της Θεσσαλονίκης

Τμήματα από τα βυζαντινά τείχη, που διατηρήθηκαν και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, προβάλλουν σε διάφορα σημεία της σύγχρονης Θεσσαλονίκης, δίνοντας την ατμόσφαιρα άλλων εποχών. Προστάτευαν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, είχαν ύψος 10-12 μέτρων και το μήκος τους έφθανε τα οκτώ χιλιόμετρα. Ενισχύονταν με προτείχισμα και περίπου 60 πύργους, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Λευκός Πύργος, το σύμβολο της πόλης, και ο Πύργος του Τριγωνίου, που σώζεται πολύ ψηλότερα. Στη βόρεια πλευρά τους ενώνονταν με την ακρόπολη και το Επταπύργιο, ενώ τα θαλάσσια τείχη, που εκτείνονταν κατά μήκος της παραλίας, κατεδαφίστηκαν τον 19ο αιώνα.

Μουσεία

Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1912. Τα εκθέματα, τα οποία φιλοξενεί, προέρχονται από τις ανασκαφές, που έχουν πραγματοποιηθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας. Τον Ιούνιο του 1980 εγκαινιάστηκε μια νέα πτέρυγα για να φιλοξενήσει τα ευρήματα από τις ανασκαφές της δεκαετίας του 1970 στους Βασιλικούς Τάφους της Βεργίνας με την έκθεση οι «Θησαυροί της Βεργίνας». Το 1982 οργανώθηκε μια νέα έκθεση, των ταφικών ανασκαφικών συνόλων από τη Σίνδο. Το 1996 έγινε η πρώτη εκτεταμένη έκθεση για την προϊστορική Μακεδονία στον ημιυπόγειο χώρο κάτω από την έκθεση της Βεργίνας, στο καινούργιο κτήριο του Βογιατζή του 1980. Τον Ιούνιο του 1998, μετά από τη μεταφορά  των ευρημάτων των Αιγών από το Μουσείο στη Βεργίνα, οργανώθηκε στο Μουσείο έκθεση με θέμα ο «Χρυσός των Μακεδόνων» προκειμένου να καλυφτεί το «κενό» που άφησε στη συνείδηση του κοινού η έλλειψη των εντυπωσιακών βασιλικών κτερισμάτων. Μέσα σε τέσσερεις θεματικές ενότητες καλύπτονται οι δραστηριότητες που συνδέονται με το χρυσό και δίνεται η εικόνα του πολιτισμού των Μακεδόνων από τον 6ο αι. μέχρι την υποταγή της Μακεδονίας στους Ρωμαίους το 168 μ.Χ. Στο Μουσείο στεγάζονται ευρήματα από την ανασκαφική έρευνα σε οικόπεδα της πόλης και σε αρχαιολογικούς χώρους και ειδικότερα από τη δραστηριότητα της ΙΣΤ’ εφορίας αρχαιοτήτων, που καλύπτει τους νομούς Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Πιερίας, Χαλκιδικής. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα φιλοξένησε τα ευρήματα των ανασκαφών του Μανώλη Ανδρόνικου από τη Βεργίνα. Στις εσωτερικές αίθουσες στεγάζονται τα ευρήματα από το νεκροταφείο της Σίνδου. Στις εξωτερικές αίθουσες εκτίθενται αντικείμενα της Νεολιθικής, Κλασικής, Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής, ενώ στον κάτω όροφο παρουσιάζεται η προϊστορική συλλογή παρουσιάζοντας στον επισκέπτη μια διαχρονική εικόνα της πολιτισμικής εξέλιξης όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά και ευρύτερα σε ολόκληρη την περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας. Στη στοά μπροστά από την είσοδο του Μουσείου βρίσκονται δύο μαρμάρινες σαρκοφάγοι από τη Θεσσαλονίκη με κάλυμα στο οποίο απεικονίζεται ο νεκρός να αναπαύεται. Στις πλευρές των σαρκοφάγων εικονίζονται θέματα όπως ο Ορφέας με την άρπα του, οι Αμαζόνες σε μάχη, το κυνήγι του κάπτου της Καλυδώνας κ.α. Επίσης, στον εξωτερικό χώρο υπάρχει μία ακόμη με διονυσιακή παράσταση και στο κάτω μέρος της οποίας υπάρχει η επιγραφή: «Η Πο(πλία) Αντία με το σύζυγό της αγόρασαν αυτή τη σαρκοφάγο. Όποιος τολμήσει να την ανοίξει ή να την μετακινήσει θα πληρώσει πρόστιμο στο ιερό ταμείο και την πόλη». Πρόκειται για έργα αττικών εργαστηρίων του 2ου-3ου αι.μ.Χ.

Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού

Από τα πιο σπουδαία μουσεία της Θεσσαλονίκης, της πόλης με την πλούσια βυζαντινή κληρονομιά, είναι αυτό που είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στον πολιτισμό των βυζαντινών χρόνων, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Τα εκθέματά του, που προέρχονται από όλη τη Μακεδονία, παρουσιάζονται σε συνδυασμό με πλούσιο εποπτικό υλικό και φωτίζουν με διαφορετικό τρόπο πτυχές της τέχνης, της καθημερινής ζωής, των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών, της κοινωνίας του βυζαντινού κόσμου. Στεγάζεται σε ένα από τα πιο σημαντικά και όμορφα κτίρια της πόλης, δημιούργημα του αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου, μνημείο και το ίδιο της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, που συνδυάζει τον μοντερνισμό με στοιχεία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής παράδοσης.

Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Το Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης άνοιξε για το κοινό το 2001. Είναι ένα νέο ίδρυμα, στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη και η διαφύλαξη της μνήμης της εβραϊκής παρουσίας στη Θεσσαλονίκη. Η παρουσία αυτή είναι μακραίωνη. Η Θεσσαλονίκη αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη χάρη στην εβραϊκή κοινότητά της, στην οποία ήρθε να διδάξει ο Παύλος, πριν από 2.000 χρόνια. Έτσι, ένα νέο ίδρυμα πρέπει να αναδείξει μια παλαιά, πολυσχιδή και δραματική ιστορία, αποκορύφωμα της οποίας ήταν η εξόντωση της πλειονότητας του εβραϊκού πληθυσμού της πόλης στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το κτίριο του Εβραϊκού Μουσείου ανεγέρθηκε το 1904 και ανήκε ανέκαθεν στην Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης. Είναι ένα από τα λίγα οικοδομήματα του κέντρου της πόλης που επιβίωσαν από την μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και τις διαδικασίες ανοικοδόμησης που επακολούθησαν. Ο κύριος εκθεσιακός χώρος του Μουσείου εκτείνεται σε δύο επίπεδα. Το ισόγειο είναι αφιερωμένο στο παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης το οποίο απλωνόταν στο χώρο που σήμερα καταλαμβάνει το Πανεπιστήμιο, πιθανώς από τον 15ο αιώνα. Στον άνω όροφο, στην πτέρυγα Simon Marks παρουσιάζεται η διαρκής έκθεση «Θεσσαλονίκη Μητρόπολη του Σεφαραδισμού» που περιλαμβάνει στοιχεία για την ιστορία του εβραϊσμού στη Θεσσαλονίκη και τους τομείς των δραστηριοτήτων του που διέκοψε το Ολοκαύτωμα. Αριστερά από τον κυρίως εκθεσιακό χώρο βρίσκεται η νέα πτέρυγα του μουσείου, αφιερωμένη στον Ανδρέα Σεφιχά. Στο ισόγειό της φιλοξενούνται περιοδικές εκθέσεις και στο ανώγειο μόνιμη έκθεση για τις εβραϊκές κοινότητες στη βόρεια Ελλάδα. Το Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης διατηρεί τις εξής συλλογές: Επιτύμβιες πλάκες από το κατεστραμμένο Ισραηλιτικό Νεκροταφείο, οικοδομικά μέλη από συναγωγές που κατεδαφίστηκαν από τις γερμανικές αρχές κατοχής, θρησκευτικά αντικείμενα, παλαιά και σπάνια βιβλία στην εβραϊκή γλώσσα, προπολεμικές και σπάνιες τοπικές εφημερίδες, οικογενειακά κειμήλια, κετουμπότ, δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα σχετικά με το Β Π.Π, ιδιωτικές επιστολές, ενδυμασίες (19ος και 20ός αιώνας), χαλιά, υφάσματα, τραπεζομάντιλα, προσόψια, αντικείμενα από στρατόπεδα συγκέντρωσης, χαρακτικά και πίνακες, λογιστικά βιβλία και βιβλιάρια καταθέσεων (ως το 1940). Επίσης, το Μουσείο διατηρεί τη μοναδική υφιστάμενη συλλογή προπολεμικών οικογενειακών και σχολικών φωτογραφιών, από ιδιωτικές συλλογές. Οι παραπάνω συλλογές έχουν σχηματιστεί αποκλειστικά με δωρεές, οι οποίες συνεχίζονται. Απόδημοι θεσσαλονικείς εβραίοι από ολόκληρο τον κόσμο ή επισκέπτες του μουσείου δωρίζουν αντικείμενα, οικογενειακά κειμήλια, αλληλογραφία, έγγραφα των προγόνων τους κ.λπ. με την πεποίθηση ότι αυτά αποκτούν στο Μουσείο τη σωστή θέση. Η εβραϊκή παρουσία στη Θεσσαλονίκη είναι συνομήλικη με την πόλη. Μελετώντας την εβραϊκή παρουσία, το Μουσείο αναδεικνύει την νεότερη ιστορία της Θεσσαλονίκης. Αυτή είναι η φιλοσοφία που διέπει τόσο τη λειτουργία του Μουσείου όσο και το μακροχρόνιο πρόγραμμά του.

Εθνογραφικό, Λαογραφικό Μουσείο Μακεδονίας και Θράκης

Το Εθνογραφικό και Λαογραφικό μουσείο Μακεδονίας – Θράκης ανακαλύπτει και μελετάει την παραδοσιακή κουλτούρα των τελευταίων χρόνων σε αρκετές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Συλλέγει, συντηρεί, καταγράφει και οργανώνει στοιχεία του παρελθόντος και το καθιστά διαθέσιμα στο κοινό για μελέτη, εκπαίδευση και ψυχαγωγία. Εντός του μουσείου θα βρείτε πολλές συλλογές που σχετίζονται με τον υλικό πολιτισμό, οι οποίες μελετήθηκαν από το Λαογραφικό Μουσείο, όπως παραγωγικές δραστηριότητες (γεωργία, κτηνοτροφία κ.λπ.) και τεχνικές επεξεργασίας (ύφανση, ράψιμο, κέντημα, ξυλογλυπτική, μεταλλοτεχνία, κεραμικά) για την κάλυψη των βασικών αναγκών της κοινότητας για τρόφιμα, στέγη, ένδυση καθώς και την κοινωνική οργάνωση και την πνευματική ζωή και τη διανόηση. Οι συλλογές αποτελούνται από αντικείμενα που προέρχονται από την προ-βιομηχανική εποχή, κυρίως από τις περιοχές της Μακεδονίας και Θράκης. Αντιπροσωπεύουν τον τρόπο ζωής των ανθρώπων κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα τόσο στην ύπαιθρο όσο και στην πόλη. Ως προς την ποσότητα και την ποικιλία τους πρόκειται για μια από τις πλουσιότερες συλλογές του είδους σε ολόκληρη την Ελλάδα. Τα αντικείμενα που το Μουσείο φιλοξενεί προέρχονται από αγορές και δωρεές και περιλαμβάνει τοπικές ενδυμασίες, κοσμήματα, υφάσματα και κεντήματα, εργαλεία για τεχνίτες, αγροτικά εργαλεία, οικιακά σκεύη, έπιπλα, μουσικά όργανα, παιχνίδια, εκκλησιαστικό εξοπλισμό, καθώς και πρώιμες μορφές μηχανημάτων (φωτογραφικές μηχανές, ραπτομηχανές).

Μουσείο Κινηματογράφου – Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης

Στην πόλη που είναι ταυτισμένη με το σπουδαιότερο φεστιβάλ κινηματογράφου της Ελλάδας βρίσκεται το μοναδικό στο είδος του Μουσείο Κινηματογράφου. Ιδρύθηκε το 1997, το 2010 συγχωνεύθηκε με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, και σήμερα στεγάζεται σε ένα από τα κτήρια του λιμανιού, δίπλα στο Μουσείο Φωτογραφίας. Η έκθεσή του παρουσιάζει με ξεχωριστό τρόπο την ιστορία του κινηματογράφου στην Ελλάδα, από τις πρώτες προσπάθειες των αρχών του 20ού αιώνα μέχρι τις σύγχρονες δημιουργίες. Ο επισκέπτης του έχει την ευκαιρία να δει σπάνιες μηχανές λήψης και προβολής, αλλά και να γνωρίσει καλύτερα τις ελληνικές ταινίες μέσα από αφίσες, προγράμματα και διαφημιστικό υλικό.

Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα

Οι αγώνες του ελληνισμού για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, στις αρχές του 20ού αιώνα, αποτυπώνονται σε ένα μοναδικό μουσείο, που βρίσκεται στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, δίπλα στον μητροπολιτικό ναό του Γρηγορίου Παλαμά. Στεγάζεται σε νεοκλασικό κτίριο του 1893, σχεδιασμένο από τον Γερμανό αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ, το οποίο ήταν έδρα του Ελληνικού Γενικού Προξενείου, του κέντρου που ουσιαστικά συντόνιζε όλες τις επιχειρήσεις μέσω του προξένου Λάμπρου Κορομηλά και των επίλεκτων Ελλήνων αξιωματικών που υπηρετούσαν εδώ με διαφορετική ιδιότητα. Στις πλούσιες συλλογές του μουσείου περιλαμβάνονται σπουδαία έγγραφα, φωτογραφίες, προσωπικά αρχεία και μοναδικά αντικείμενα που ανήκαν σε Μακεδονομάχους.

Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Από τα πιο μοντέρνα μουσεία της Θεσσαλονίκης είναι το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, που βρίσκεται στον χώρο της Διεθνούς Έκθεσης. Ιδρύθηκε το 1979 και πυρήνας των συλλογών του ήταν τα έργα που δωρήθηκαν από τον Έλληνα συλλέκτη Αλέξανδρο Ιόλα, το παράδειγμα του οποίου ακολούθησαν πολλοί ακόμη συλλέκτες και καλλιτέχνες. Σήμερα το μουσείο περιλαμβάνει έργα σπουδαίων Ελλήνων και ξένων δημιουργών, που εκπροσωπούν όλα τα ρεύματα της ζωγραφικής, της χαρακτικής, της γλυπτικής και άλλων μορφών σύγχρονης τέχνης.

Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Το Πολεμικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης είναι από τα πιο αξιόλογα και ενδιαφέροντα στην πόλη. Βρίσκεται στο κέντρο, στο Πεδίο του Άρεως, και στεγάζεται σε επιβλητικό ανακαινισμένο κτήριο που κατασκευάστηκε το 1902 σε σχέδια του διάσημου Ιταλού αρχιτέκτονα Vitaliano Posseli. Οι συλλογές του ανασυνθέτουν με τρόπο παραστατικό την πολεμική ιστορία της Ελλάδας από την επανάσταση του 1821 μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε αυτές περιλαμβάνονται σπάνια κειμήλια, όπλα, στολές, παράσημα, έγγραφα, χάρτες και φωτογραφίες, καθώς και έργα τέχνης με θέμα τον πόλεμο. Στο προαύλιο του μουσείου εκτίθενται εντυπωσιακά στρατιωτικά οχήματα και αεροπλάνα που έχουν χρησιμοποιηθεί από τον ελληνικό στρατό.

Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης

Το MOMus-Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης έχει ως αποστολή του τη μελέτη και την προαγωγή της τέχνης της φωτογραφίας και την αισθητική καλλιέργεια και την εξοικείωση/εκπαίδευση του ευρέος κοινού με αυτή, καθώς και με παλαιότερα και σύγχρονα ρεύματά της. Τα αρχεία και η συλλογή του περιλαμβάνουν 90.000 περίπου φωτογραφικά αντικείμενα της περιόδου 1890-2015.

Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης – Casa Bianca

Η Δημοτική Πινακοθήκη ιδρύθηκε το 1966 και περιλαμβάνει έργα ζωγραφικής, χαρακτικής και φορητών εικόνων ενώ η συλλογή των Θεσσαλονικέων καλλιτεχνών είναι η σημαντικότερη σε πλήθος και ποιότητα έργων. Σε συνεργασία με φορείς του τόπου, μουσεία και άλλους οργανισμούς, η Δημοτική Πινακοθήκη φιλοξενεί εκτός από την μόνιμη συλλογή της στον χώρο της Βίλας και περιοδικές εκθέσεις. Ακόμη στο Γενί Τζαμί και το Αλατζά Ιμαρέτ, δύο χώροι που υπάγονται στην δικαιοδοσία της, πραγματοποιούνται περιοδικές εκθέσεις. Η συλλογή της Πινακοθήκης σήμερα αριθμεί 2834 έργα χαρακτικής, γλυπτικής, ζωγραφικής και κατασκευές καλλιτεχνών. Στους διαμορφωμένους χώρους της Casa Bianca στεγάζονται τα γραφεία της Πινακοθήκης, περιοδικές εκθέσεις, οι μόνιμες εκθέσεις χαρακτικής καθώς και η μόνιμη έκθεση με τα έργα του Νικολάου Γύζη.

Διαμονή στο νομό Θεσσαλονίκης: Βρες το ιδανικό κατάλυμα για αξέχαστες διακοπές!

Booking.com
Translate »
error: Content is protected !!
You don't have permission to register