Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr
Νομός Ηρακλείου αξιοθέατα

Αξιοθέατα στο Νομό Ηρακλείου

Αξιοθέατα στο Νομό Ηρακλείου

Αρχαία

Ανάκτορο Φαιστού

Το δεύτερο σε μέγεθος μινωικό ανάκτορο της Κρήτης είναι χτισμένο σε ύψωμα στο δυτικό άκρο της πεδιάδας της Μεσαράς, σε σημείο που ελέγχει τόσο τα αγαθά του κάμπου όσο και την έξοδο προς τη θάλασσα και τα λιμάνια του κόλπου (Καλαμάκι, Κομμός και Μάταλα). Όπως κάθε μινωικό ανάκτορο αποτελούσε το διοικητικό, θρησκευτικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής, ενώ γύρω από αυτό απλωνόταν η μινωική πόλη. Κατά τη μυθολογία, στη Φαιστό βασίλεψε η δυναστεία του Ρoδάμανθυ, γιου του Δία και αδελφού του Μίνωα. Λόγω  της εξαιρετικής αρχιτεκτονικής του σύνθεσης και της άψογης κατασκευής του, το ανάκτορο της Φαιστού θεωρείται σήμερα ένα από τα καλύτερα δείγματα μινωικού ανακτόρου. Το πρώτο ανάκτορο χτίστηκε στην αρχή της 2ης χιλιετίας π.Χ. και καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά γύρω στο 1700 π.Χ. Πάνω στα ερείπια οικοδομήθηκε ένα νέο μεγαλοπρεπέστερο ανάκτορο, το οποίο καταστράφηκε, όπως και τα άλλα μινωικά κέντρα, στα μέσα του 15ου αιώνα π.Χ., οπότε και ο χώρος εγκαταλείφθηκε οριστικά. Στον επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο διακρίνονται λείψανα τόσο του παλαιού όσο και του νέου ανακτόρου. Η πρόσβαση γίνεται από την πλακόστρωτη δυτική αυλή, την οποία διασχίζει λοξά ένας «πομπικός δρόμος». Στη βόρεια άκρη του υπάρχουν οκτώ βαθμίδες που χρησίμευαν σαν θεατρικές κερκίδες, ενώ στην απόληξη του δρόμου στα νότια βρίσκεται το πρόπυλο, η είσοδος του Παλαιού Ανακτόρου. Στη βορειοανατολική άκρη της δυτικής αυλής βρίσκεται ένα από τα πρώτα ιερά του χώρου και πίσω του θα δείτε τη μνημειώδη σκάλα και τα εντυπωσιακά προπύλαια του νέου ανακτόρου, ένα από τα αριστουργήματα της προελληνικής αρχιτεκτονικής. Ένας φαρδύς διάδρομος συνδέει τη δυτική με την «κεντρική αυλή», η οποία αποτελεί το κέντρο γύρω από το οποίο οργανώνονται συμμετρικά οι διάφορες πτέρυγες του συγκροτήματος. Στη δυτική πτέρυγα βρίσκονταν οι «αποθήκες», δέκα δωμάτια που περιείχαν τα αγαθά του ανακτόρου (κρασί, λάδι, μέλι, δημητριακά κλπ.) μέσα σε μεγάλα πιθάρια. Νότιά τους βρίσκονται μικρά δωμάτια ιερών, όπως μαρτυρούν τα αντικείμενα λατρείας που βρέθηκαν εκεί, καθώς και χαράγματα διπλών πελέκεων στους τοίχους. Στην ανατολική πτέρυγα αναπτύσσονται τα εργαστήρια, ενώ ένας υπαίθριος, πλακόστρωτος διάδρομος, με αγωγό για την αποχέτευση των βρόχινων νερών, καταλήγει στη μικρή «βόρεια αυλή». Στα πολυτελή «βασιλικά διαμερίσματα», στα οποία οδηγεί η μεγαλοπρεπής είσοδος της βόρειας πτέρυγας θα δείτε την «αίθουσα της βασίλισσας» και βόρειά της, το «μέγαρο του βασιλιά», που στολιζόταν με πλούσιες τοιχογραφίες και ήταν στρωμένο με αλαβάστρινες πλάκες. Στο βορειοανατολικό άκρο του ανακτόρου σώζονται επίσης μια σειρά από δωμάτια που ανήκαν στο Παλαιό Ανάκτορο και ενδεχομένως αποτελούσαν τα «αρχεία» του, καθώς σε ένα από αυτά βρέθηκε ο περίφημος δίσκος της Φαιστού, το πιο διάσημο εύρημα του χώρου, μαζί με πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Αρχαιολογικός Χώρος Αμνισού

Η κατοίκηση στο χώρο της Παλιόχωρας (Aμνισός) αρχίζει από τη μεσομινωική περίοδο (19ος αιώνας π.Χ.). Το όνομα αναφέρεται ως a-mi-mi-so στις πινακίδες Γραμμικής Γραφής Β΄ (Ελληνική γλώσσα). H «Έπαυλη των Κρίνων» καταστρέφεται από πυρκαγιά το 15ο αιώνα π.Χ. Τα συγκροτήματα C και E συνεχίζουν να κατοικούνται μέχρι τον 12ο αιώνα π.Χ. Τον 7ο αιώνα π.Χ. (αρχαϊκή εποχή) ιδρύθηκε το ιερό του Διός Θενάτα, το οποίο παρέμεινε σε χρήση μέχρι τον 2ο αιώνα μ.Χ. O λόφος κατοικήθηκε κατά την Ενετοκρατία. Στερεωτικές εργασίες και καθαρισμοί πραγματοποιούνται στην «Έπαυλη των Κρίνων» και στο ιερό του Διός από την KΓ’ EΠKA (Αρχαιολογική Υπηρεσία) σε τακτά χρονικά διαστήματα. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Αρχαιολογικός χώρος Αρχανών

Μέσα σε μια μικρή, κλειστή κοιλάδα, 15 χιλ. νότια από την Κνωσό της Κρήτης, αποκαλύφτηκε η μινωική πόλη των Αρχανών με το ανακτορικό της συγκρότημα. Πρόκειται για μια από τις πιο σημαντικές περιοχές της Κρήτης, στην οποία η ανθρώπινη παρουσία κάνει την εμφάνισή της από την Ύστερη Νεολιθική περίοδο και παραμένει αισθητή μέχρι και τους ιστορικούς χρόνους. Η διάρκεια λειτουργίας των οικιστικών συγκροτημάτων και των ταφικών μνημείων καθιστούν το χώρο ένα σπουδαίο σύνολο, όπου αντιπροσωπεύονται διάφορες μορφές και δραστηριότητες της κοινότητας αυτής. Κατά την υστερομινωική περίοδο σημειώνεται η μεγάλη ακμή της μινωικής Κρήτης με την ανοικοδόμηση των νέων πολυτελών ανακτόρων και την επικράτηση της «pax minoica». Μαρτυρίες για την πρώτη ανθρώπινη εγκατάσταση στην ευρύτερη περιοχή των Αρχανών δίνουν νεολιθικά εργαλεία της Ύστερης Νεολιθικής και Υπονεολιθικής περιόδου. Πιθανόν την εποχή αυτή να υπήρχαν ορισμένοι διάσπαρτοι οικισμοί. Με την εισαγωγή του χαλκού στον ελλαδικό χώρο διαμορφώνονται νέες συνθήκες. Κατασκευάζονται σταθερότερα σπίτια, η λατρεία γίνεται μέσα σε σπήλαια και σε μικρά οικιακά ιερά, ενώ αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους θολωτοί τάφοι και ταφικά περιφράγματα. Παράλληλα ξεκινούν και οι επαφές με τις Κυκλάδες, την Αίγυπτο και την Ανατολή. Αρχιτεκτονικά λείψανα που βρέθηκαν κοντά στο ανακτορικό συγκρότημα, αλλά και κεραμική του ρυθμού της Βασιλικής μαρτυρούν την ύπαρξη ενός πρωτομινωικού οικισμού. Τις σημαντικότερες πληροφορίες προσφέρουν όμως τα ταφικά μνημεία της νεκρόπολης του Φουρνιού. Τα κτερίσματα, που αποτελούνται από κεραμική, σφραγίδες, κυκλαδικά ειδώλια, κοσμήματα, αιγυπτιακούς σκαραβαίους αποδεικνύουν τον πλούτο των κατοίκων, αλλά και μια οργανωμένη κοινωνική ζωή με έντονες εξωτερικές επαφές. Κατά τη μεσομινωική περίοδο η ζωή συνεχίζεται στις Αρχάνες και ο οικισμός εξελίσσεται σε μια σημαντική μινωική κοινότητα, η οποία διαθέτει πλέον και ανακτορικό συγκρότημα. Τα αρχιτεκτονικά λείψανα βρίσκονται κάτω από το μεταγενέστερο ανάκτορο, ενώ θαυμάσια δείγματα καμαραϊκής κεραμικής βρέθηκαν στην Τουρκογειτονιά, στη Δεξαμενή, στο Θεατρικό χώρο και αλλού. Πυκνή κατοίτηση διαπιστώνεται τώρα, ενώ οι πρωτομινωικές νησίδες ενώνονται σε ενιαία οικιστικά σύνολα. Σπουδαίες πληροφορίες για τη λατρεία των κατοίκων δίνουν τα ιερά της περιοχής των Αρχανών. Ένα ιερό κορυφής ιδρύεται στην Ψηλή Κορφή του Γιούχτα. Πολύ σημαντικό ιερό αποτελεί και ο ανεξάρτητος ναός στην Ανεμόσπηλια, στη βόρεια πλευρά του Γιούχτα, όπου έχει διαπιστωθεί και πιθανή ανθρωποθυσία. Κατά την υστερομινωϊκή περίοδο το ανάκτορο των Αρχανών γίνεται λαμπρότερο, αλλά και ο οικισμός γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη. Σημαντικές μεμονωμένες οικίες ή επαύλεις κατασκευάζονται στη γύρω περιοχή (Βιτσίλα, Καρνάρι, Χωματόλακκος, Ξερή Καρά, Βαθύπετρο). Το ανασκαμμένο τμήμα του ανακτόρου των Αρχανών ανήκει στην περίοδο αυτή. Γύρω στο 1450 π.Χ. ένας ακόμη μεγάλος σεισμός καταστρέφει την Κρήτη και μαζί τις Αρχάνες. Έτσι κλείνει μια έξοχη περίοδος, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι η πόλη και το ανάκτορο παύουν να λειτουργούν. Η ζωή συνεχίζεται, ενώ η νεκρόπολη στο Φουρνί προσφέρει σημαντικά στοιχεία για την ακμή του οικισμού. Η εμφάνιση των Μυκηναίων στην Κρήτη δεν επιφέρει την τελμάτωση της ζωής. Αντίθετα, πλούσια μυκηναϊκά ευρήματα τόσο στο ανάκτορο όσο και στη νεκρόπολη του Φουρνιού φανερώνουν μια συνεχή ανάπτυξη. Κατά τους ιστορικούς χρόνους διάφορα ευρήματα από τις Αρχάνες και την ευρύτερη περιοχή επιβεβαιώνουν την ύπαρξη συνεχούς κατοίκησης. Όστρακα διάφορων περιόδων, ανάγλυφες στήλες, ειδώλια και αγάλματα αποτελούν δείγματα σημαντικής τέχνης που αναπτύχτηκε στην περιοχή. Σε σημαντική θέση παραμένει το ιερό στο Γιούχτα, όπου εξακολουθεί η λατρεία. Στην κλασική περίοδο γίνεται για πρώτη φορά αναφορά στο όνομα Αρχάνες. Το 67 π.Χ. η Κρήτη γίνεται ρωμαϊκή επαρχία από το Μέτελλο. Οι Αρχάνες ανήκουν πλέον στην περιοχή της Κνωσού. Αρχιτεκτονικά λείψανα σπιτιών και τάφων επιβεβαιώνουν την ύπαρξη κάποιου οικισμού. Κατά τη βυζαντινή περίοδο τα λείψανα στις Αρχάνες είναι λιγοστά. Στην ευρύτερη περιοχή κατασκευάζεται το φρούριο Ρόκκα (10 αι. μ.Χ.). Κάποια μνημεία από την περίοδο της Ενετοκρατίας έχουν διασωθεί στις Αρχάνες, όπως η κρήνη Μοροζίνι. Οι επόμενοι κατακτητές της Κρήτης, οι Τούρκοι (1669-1898), αφήνουν και αυτοί τα ίχνη τους στις Αρχάνες, καθώς ο οικισμός γίνεται μία από τις έδρες τούρκων αξιωματούχων. Η ανασκαφική έρευνα ξεκίνησε στην περιοχή των Αρχανών στις αρχές του 20ού αι., όταν πρώτος ο Ξανθουδίδης επισήμανε την ύπαρξη αρχαιοτήτων. Αυτός όμως που ξεκίνησε τις ανασκαφές ήταν ο Evans, που διέκρινε τον ανακτορικό χαρακτήρα του μινωικού συγκροτήματος. Τις έρευνες του Evans στο ανακτορικό συγκρότημα συνέχισε το 1964 ο Γ. Σακελλαράκης. Το 1965 ανακαλύφτηκε και η νεκρόπολη του Φουρνιού, που έδωσε νέα ώθηση στην έρευνα, ενώ το 1966 η ανασκαφή των Αρχανών εντάχτηκε σε αυτές της Αρχαιολογικής Εταιρείας και συνεχίζεται από τους Γ. Σακελλαράκη και την Ε. Σαπουνά-Σακελλαράκη. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Αρχαιολογικός χώρος Γόρτυνας

Τα ερείπια της αρχαίας πόλης της Γόρτυνας με την ακρόπολη και τις νεκροπόλεις της, απλώνονται σε έκταση περίπου 4.000 στρεμμάτων περίπου, από τους λόφους του Αη – Γιάννη, του Βόλακα και τον Προφήτη Ηλία βόρεια έως το χωριό των Αγίων Δέκα ανατολικά και τη Μητρόπολη νότια. Η περιοχή της Γόρτυνας, κατοικήθηκε ήδη από τη Νεολιθική εποχή, καθώς ευρήματα αυτής της περιόδου έχουν εντοπισθεί στην πεδιάδα και στους λόφους, μαζί με ελάχιστα μινωικών χρόνων. Στη θέση Κανιά, νότια του χωριού Μητρόπολη, έχει ανασκαφεί υστερομινωική αγρέπαυλη με αξιόλογα ευρήματα.  Στη γεωμετρική περίοδο ( 1.100 – 700 π.Χ. ) ο οικισμός είχε αναπτυχθεί στην Ακρόπολη, ενώ μικρές κώμες υπήρχαν στις ρίζες των υψωμάτων. Στους αρχαϊκούς χρόνους (700 – 500 π.Χ.) η πόλη επεκτάθηκε στη θέση του μεταγενέστερου Ωδείου και στην πεδιάδα, στην περιοχή του μεταγενέστερου ναού του Πυθίου Απόλλωνα. Από την πόλη της κλασικής περιόδου έχουν εντοπισθεί λείψανα του εκκλησιαστηρίου στη θέση του σημερινού Ωδείου, ενώ το σημαντικότερο μνημείο είναι η Μεγάλη Επιγραφή στο βόρειο κυκλικό τοίχο του Ωδείου. Στα ελληνιστικά χρόνια ( τέλος 4ου αι. π.Χ. – 67 π.Χ. ) η Γόρτυνα ήταν από τις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης. Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. ήταν επικεφαλής μίας από τις τρεις ενώσεις πόλεων και στον 2ο αι. π.Χ., όταν η Ρώμη παρενέβη στα εσωτερικά θέματα της Κρήτης, η Γόρτυνα τάχθηκε με το πλευρό των Ρωμαίων. Μετά από την Ρωμαϊκή κατάκτηση έγινε πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας Κρήτης και Κυρηναϊκής και γνώρισε μεγάλη οικοδομική ανάπτυξη. Στην πρωτοβυζαντινή περίοδο το διοικητικό και αστικό κέντρο της πόλης μετακινήθηκε στη χριστιανική συνοικία στο σημερινό χωριό Μητρόπολη, ενώ ένας δεύτερος πυρήνας της πρωτοβυζαντινής πόλης ήταν στην περιοχή της εκκλησίας των Αγίων Δέκα. Μετά από την αραβική κατάκτηση, η Γόρτυνα ερειπώνεται. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Αρχαιολογικός χώρος Κνωσού

To λαμπρότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, έδρα του θρυλικού βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του, βρίσκεται 5 χλμ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου, στο ύψωμα της Κεφάλας, δίπλα στον ποταμό Καίρατο. Με την πόλη της Κνωσού, η οποία κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια, συνδέονται οι συναρπαστικοί μύθοι του Λαβύρινθου, του Μινώταυρου, του Δαίδαλου και του Ίκαρου. Τη μεγαλύτερη ακμή της τη γνώρισε κατά τη διάρκεια της μινωικής εποχής, με την κατασκευή του μεγαλοπρεπούς ανακτόρου, το οποίο έφερε στο φως ο Άγγλος αρχαιολόγος Άρθουρ Έβανς στις αρχές του 20ού αιώνα. Παράλληλα με τις ανασκαφές, ο Έβανς πραγματοποίησε ωστόσο και ένα εκτεταμένο έργο αναστηλώσεων και ανακατασκευών, με αποτέλεσμα η Κνωσός να παρουσιάζει σήμερα μια ιδιαίτερη εικόνα αρχαιολογικού χώρου με πολλές μεταγενέστερες παρεμβάσεις. Το ανάκτορο της Κνωσού αποτελούσε το θρησκευτικό, διοικητικό και οικονομικό κέντρο, ενώ γύρω του απλωνόταν η πόλη της Κνωσού. Ο πληθυσμός της, σύμφωνα με τον Έβανς, υπολογιζόταν στους 80.000 κατοίκους. Το ανακτορικό συγκρότημα ήταν ένα πολυώροφο κτίριο που καταλάμβανε έκταση περίπου 20.000 τ.μ.. Χτισμένο με μεγάλη ποικιλία υλικών, διακοσμούνταν με θαυμάσιες τοιχογραφίες. Για την κατασκευή του είχαν χρησιμοποιηθεί πρωτότυπες αρχιτεκτονικές και κατασκευαστικές επινοήσεις, όπως οι «φωταγωγοί» και τα «πολύθυρα», που επέτρεπαν την καλύτερη κυκλοφορία του φωτός και του αέρα σε όλα τα δωμάτια του αχανούς κτιρίου. Τον προηγμένο πολιτισμό των κατοίκων της Κνωσού μαρτυρά, μεταξύ άλλων, το εκτεταμένο αποχετευτικό και υδρευτικό δίκτυο που είναι ορατό σε πολλά σημεία. Το κτίριο οργανωνόταν σε πτέρυγες γύρω από μια μεγάλη «κεντρική αυλή». Μια δεύτερη αυλή, στα δυτικά, αποτελούσε την επίσημη πρόσβαση στο χώρο, μέσα από ένα μνημειώδες πρόπυλο και έναν πλατύ διάδρομο που έφερε παράσταση πομπής. Στη δυτική πτέρυγα βρίσκονταν οι αποθήκες, μια σειρά από στενόμακρα δωμάτια που φιλοξενούσαν τεράστιους πίθους και κασέλες. Στο σημείο ανακαλύφθηκαν πινακίδες Γραμμικής Β γραφής, με καταχωρήσεις σχετικά με τα προϊόντα που φυλάσσονταν εκεί. Δίπλα από τις αποθήκες βρίσκονταν το «Κεντρικό Ιερό» και τα «ιερά θησαυροφυλάκια», όπου βρέθηκαν εξαίρετα δείγματα της μινωικής τέχνης, ενώ βορειότερα βρίσκεται η περίφημη «αίθουσα του θρόνου», με λίθινο θρόνο περιστοιχισμένο από τοιχογραφίες. Στα βόρεια της αυλής βρισκόταν άλλη είσοδος που οδηγούσε στο λιμάνι, και ήταν διακοσμημένη με τοιχογραφία κυνηγιού ταύρου. Δεξιά και αριστερά της υπήρχαν αποθήκες και αίθουσες αρχείων, ενώ βόρειά της ήταν το λεγόμενο «τελωνείο», μια υπόστυλη μεγάλη αίθουσα, όπου πιθανώς ελέγχονταν τα προϊόντα που έρχονταν από το λιμάνι. Στην ανατολική πτέρυγα το «Μεγάλο Κλιμακοστάσιο» οδηγούσε σε ορόφους κάτω από το επίπεδο της αυλής, που ονομάστηκαν «βασιλικά διαμερίσματα». Σε ένα από αυτά, το οποίο είναι γνωστό ως «διαμέρισμα της βασίλισσας», βρέθηκαν λουτρό με ζωγραφισμένο πήλινο λουτήρα (μπανιέρα), καλλωπιστήριο και χώροι υγιεινής. Δίπλα, ήταν το λεγόμενο «Μέγαρο του Βασιλιά» ή αίθουσα των διπλών πελέκεων, καθώς στους τοίχους ήταν χαραγμένο το ιερό σύμβολο του ιερού πελέκεως. Στα βόρεια της πτέρυγας βρίσκονταν τα εργαστήρια λιθοξόων και πηλοπλαστών, ενώ στη νότια πτέρυγα το Νότιο Πρόπυλο και η Νότια Είσοδος που φέρει τοιχογραφία του πρίγκιπα με τα Κρίνα. Μη χάσετε τις αίθουσες των τελετών, τους αποθηκευτικούς χώρους, τα βασιλικά διαμερίσματα, τα εργαστήρια των τεχνιτών και, βέβαια, την επιβλητική «αίθουσα του θρόνου». Οι τοιχογραφίες αλλά και τα αντικείμενα που κοσμούν τους χώρους είναι πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων, τα οποία φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Αξίζει να το επισκεφθείτε μετά την περιήγησή σας στην Κνωσό, για να αποκτήσετε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του σπουδαίου μινωικού πολιτισμού αλλά και του ίδιου του αρχαιολογικού χώρου. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Αρχαιολογικός χώρος Μαλίων

Το ανάκτορο των Μαλίων είναι το τρίτο σημαντικότερο σε μέγεθος στην Κρήτη, μετά από εκείνα της Κνωσού και της Φαιστού, και γύρω του εκτείνεται  μινωική πόλη. Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται στα βόρεια παράλια της ανατολικής Κρήτης, κοντά στα σύγχρονα Μάλια. Το αρχαίο όνομα της μινωικής πόλης είναι άγνωστο, ωστόσο έχει υποτεθεί ότι στη θέση αυτή βρισκόταν η Μίλατος με βασιλιά το Σαρπηδώνα, γιο του Δία και της Ευρώπης και νεότερο αδερφό του Μίνωα. Το ανάκτορο χτίστηκε για πρώτη φορά το 1900 π.Χ. σε θέση, όπου διαπιστώθηκε και παλαιότερη κατοίκηση (από τα μέσα της 3ης χιλιετίας), και καταστράφηκε το 1700 π.Χ. μαζί με τα άλλα ανακτορικά κέντρα. Ξαναχτίστηκε γύρω στο 1650 π.Χ. στην ίδια θέση, για να καταστραφεί και πάλι το 1450 π.Χ. από πυρκαγιά. Το μεγαλύτερο μέρος των ορατών σήμερα ερειπίων ανήκει στο νεοανακτορικό συγκρότημα, ενώ τμήμα του πρώτου ανακτόρου σώζεται στα βορειοδυτικά του συγκροτήματος. Όστρακα (τμήματα πήλινων αγγείων) που βρέθηκαν στην περιοχή μαρτυρούν την παρουσία ανθρώπου κατά τη Νεολιθική εποχή. Η πρώτη ανασκαφή στην περιοχή του ανακτόρου έγινε από τον Ιωσήφ Χατζιδάκη το 1915, ο οποίος λόγω έλλειψης χρημάτων αναγκάστηκε να διακόψει τις έρευνές του. Η αποκάλυψη του ανακτόρου και μεγάλου τμήματος της πόλης οφείλεται όμως κατά κύριο λόγο στη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Οι ανασκαφές συνεχίζονται ακόμη και σήμερα. Μη χάσετε στη θέση «Χρυσόλακκος», 500 μέτρα βορειοανατολικά του ανακτόρου, ανασκάφηκε μεγάλη παλαιοανακτορική νεκρόπολη, ένα ταφικό συγκρότημα με ορθογώνιους μικρούς χώρους που χρησίμευαν ως νεκρικοί θάλαμοι. Σε έναν από αυτούς τους χώρους βρέθηκε το περίφημο κρεμαστό κόσμημα με τις διπλές μέλισσες, που σήμερα φιλοξενείται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Αρχαιολογικός Χώρος Τυλίσσου

Οι οικίες της Tυλίσσου χτίστηκαν κατά την YM I περίοδο (16ος-15ος αιώνας π.Χ.), ενώ προσθήκες έγιναν στην οικία A την YM II (15ος-14ος αιώνας π.Χ.) και στην οικία Γ κατά την YM III (14ος αιώνας π.Χ.). O χώρος καταστράφηκε από πυρκαγιά τον 14ο αιώνα π.Χ. Επάνω από τα μινωικά κτίσματα βρέθηκαν άλλα ιστορικών χρόνων. Τις οικίες ανέσκαψε ο Ιωσήφ Χατζηδάκης κατά τα έτη 1902-1913, ενώ κατά τη διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών το 1954 αποκαλύφθηκαν τμήματα πλακόστρωτης πλατείας δυτικά και μικρής στοάς με 5 κίονες στα βόρεια της πλατείας του Βωμού. H αρχαιολογική Υπηρεσία (με το Νικόλαο Πλάτωνα) άρχισε εργασίες στερέωσης και αναστήλωσης του χώρου το 1954, οι οποίες συνεχίστηκαν έως και το 1962. Επαναλήφθηκαν οι στερεωτικές εργασίες και στις τρεις οικίες κατά τα έτη 1990-1994. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Βασιλική Έπαυλη Αγίας Τριάδας

Στις όχθες του Γεροπόταμου, κοντά στη Φαιστό, σε ένα σημείο με ξεχωριστή φυσική ομορφιά, η βασιλική έπαυλη της Αγίας Τριάδας αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία μινωικής αρχιτεκτονικής στο νησί. Το «μικρό μινωικό ανάκτορο» της Αγίας Τριάδας, όπως το ονόμασαν οι Ιταλοί αρχαιολόγοι που το έφεραν στο φως στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, έχει μάλιστα δώσει  πλούσια ευρήματα, τα οποία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Χρονολογούμενο το 1.600 π.Χ., το κτιριακό συγκρότημα της Αγίας Τριάδας με την ιδιαίτερη χάρη και την εντυπωσιακή διακόσμηση αποτελείται από δύο πτέρυγες που σχηματίζουν ένα ακανόνιστο σχήμα L. Συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της ανακτορικής αρχιτεκτονικής, αλλά σε μικρότερη κλίμακα, και διαθέτει «πολύθυρα», διαμερίσματα με φωταγωγούς, δωμάτια ιερών, συστήματα αποθηκών, θησαυροφυλάκια, εργαστήρια, κλιμακοστάσια, στοές, άνδηρα και εξώστες, δρόμους και πλακόστρωτες αυλές. Οι τοίχοι του ήταν επενδυμένοι με γυψολιθικές πλάκες και διακοσμημένοι με τοιχογραφίες, που ξεπερνούν σε αριθμό τις τοιχογραφίες ολόκληρης της μινωικής Κρήτης. Στο συγκρότημα υπήρχε και δεύτερος όροφος, όπως μαρτυρούν τα πολλά κλιμακοστάσια που σώζονται. Ξεκινήστε την περιήγησή σας από τα δωμάτια στο νότιο τμήμα της έπαυλης, που μάλλον χρησίμευαν ως βοηθητικοί χώροι. Σε έναν από αυτά βρέθηκε μάλιστα το περίφημο λίθινο «κύπελλο της αναφοράς», με εντυπωσιακές παραστάσεις, το οποίο εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Στο βορειοδυτικό τμήμα, οι χώροι διαμονής του βασιλιά περιλάμβαναν μία κεντρική αίθουσα, που συνδέεται μέσω δύο «πολυθύρων» με μία περίστυλη αυλή και ένα φωταγωγό, ένα δωμάτιο με «θρανία» και άλλο μικρότερο με αλαβάστρινο πόδιο, το οποίο ίσως χρησίμευε ως κλίνη. Συνεχίζοντας τη γνωριμία σας με τον χώρο στα βορειοανατολικά του πολύθυρου, έχετε υπόψη σας πως εδώ βρέθηκε το λεγόμενο «αρχείο» με πολλά πήλινα σφραγίσματα, ενώ ακολουθεί δωμάτιο που ήταν τοιχογραφημένο με παραστάσεις κρίνων και αγριόγατων. Σε παραπλήσιο χώρο βρέθηκαν 9 χάλκινα τάλαντα, στοιχείο που έδωσε την ονομασία στο δωμάτιο αυτό ως «θησαυροφυλάκιο». Στα δυτικά, τα υπολείμματα κλιμακωτού δρόμου που θα συναντήσετε ονομάστηκαν από τους ανασκαφείς «ράμπα της θάλασσας». Αξίζει να θαυμάσετε από κοντά τα αξιόλογα ευρήματα της έπαυλης της Αγίας Τριάδας, που εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Εκτός από πολλά εξαιρετικά δείγματα της κεραμικής τέχνης, θα δείτε ένα σημαντικό αρχείο από πινακίδες Γραμμικής Β΄ και τρία λίθινα αγγεία με ανάγλυφες παραστάσεις, όπως το περίφημο ρυτό των πυγμάχων και το πανέμορφο αγγείο των θεριστών. Από τα πιο ιδιόμορφα ευρήματα είναι ένα πήλινο ομοίωμα της μινωικής θεάς σε κούνια. Το πιο σημαντικό, όμως, και από πολλές απόψεις ενδιαφέρον εύρημα είναι η σαρκοφάγος της Αγίας Τριάδας, που φέρει εικονογράφηση τελετής θυσίας. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Μινωική έπαυλη του Βαθυπέτρου

Η μινωική έπαυλη του Βαθυπέτρου, βρίσκεται στη θέση Πίσω Λιβάδια, 4 χλμ. νότια από τις Αρχάνες και στη νοτιοανατολική πλευρά του Γιούχτα. Πρόκειται για μεγάλο κτήριο, σε μερικά του τμήματα διώροφο, με τοίχους διακοσμημένους με πολύχρωμο κονίαμα, χωρίς τοιχογραφίες. Η έπαυλη ήταν πιθανόν η οικία κάποιου τοπάρχη και έχει τα χαρακτηριστικά ενός «μικρού ανακτόρου» με κεντρική και δυτική αυλή, μικρό τριμερές ιερό, τρικιόνια στοά, υπόστυλη αίθουσα με τέσσερις τετράγωνους πεσσούς, αποθήκη με 16 πιθάρια και εργαστήρια. Φαίνεται ότι το κτήριο δεν τελείωσε ποτέ. Σημαντική είναι η εγκατάσταση σταφυλοπιεστηρίου στη νότια πτέρυγα, ενώ ελαιοπιεστήριο βρέθηκε στην αυλή. Ένα από τα πιο σπουδαία κινητά ευρήματα είναι μεγάλος ψευδόστομος αμφορέας με διακόσμηση για τη μεταφορά λαδιού. Παράλληλα με τα νέα ανάκτορα κατασκευάστηκαν στη μινωική Κρήτη αρκετές επαύλεις. Είχαν τη μορφή μικρών ανακτόρων με πολλούς ορόφους, εντυπωσιακή εσωτερική διακόσμηση, τοιχογραφίες, πολλά δωμάτια διαφορετικών χρήσεων, αποθηκευτικούς χώρους γεμάτους με πιθάρια, αύλειους χώρους και διαδρόμους. Κάποιες από τις επαύλεις, όπως της Τυλίσου και του Βαθυπέτρου, διέθεταν διαστάσεις ίσες με αυτές ενός μυκηναϊκού ανακτόρου. Η έπαυλη άρχισε να χτίζεται περίπου το 1580 π.Χ. H οικοδόμηση της κράτησε γύρω στα 30 χρόνια, αλλά τελείωσε μόνο η δυτική πτέρυγα. Aπό την ανατολική πτέρυγα άρχισε να χτίζεται ο εσωτερικός τοίχος. Το κτίριο καταστράφηκε, ίσως από σεισμό και εγκαταλείφθηκε στα 1550 π.Χ. Η ανασκαφή άρχισε το 1949 από τον Σπυρίδωνα Mαρινάτο και διήρκεσε μέχρι και το 1956. Παράλληλα με τις ανασκαφικές εργασίες έγιναν στερεωτικές και αναστηλωτικές εργασίες, οι οποίες συνεχίστηκαν έως το 1973. Σε ένα από τα αναστηλωμένα δωμάτια λειτουργεί μικρός εκθεσιακός χώρος με την κεραμική από την έπαυλη του Bαθύπετρου.! (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Μινωική Έπαυλη των Κρίνων

Διώροφη πολυτελής κατοικία του τύπου των μινωικών επαύλεων χτισμένη από πωρολιθικούς ορθοστάτες στη θέση «Παλιόχωρα» (Aμνισός). Διαθέτει αίθουσα με «πολύθυρα», λουτρό, σκάλες και στεγασμένους πλακόστρωτους χώρους. Το όνομά της πήρε από τις ωραίες τοιχογραφίες με φυτικά κοσμήματα και κρίνους που διακοσμούσαν τους τοίχους του κτιρίου. Η έπαυλη χτίστηκε πιθανότατα στη Mεσομινωική IIIA περίοδο, δηλ. στο 17ο αιώνα π.Χ. και καταστράφηκε κατά τον ανασκαφέα γύρω στο 1500 π.Χ. από σεισμό ή από παλιρροϊκό κύμα. Το μνημείο υπέστη φθορές από Γερμανούς στρατιώτες κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το κτίριο ανασκάφηκε το 1932 από τον καθηγητή Σπυρίδωνα Mαρινάτο. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Μινωική έπαυλη στο Νίρου Χάνι

Η Μινωική Έπαυλη του Νίρου Χάνι είναι αρχαιολογικός χώρος ο οποίος βρίσκεται 12 χιλιόμετρα ανατολικά του Ηρακλείου, στις βόρειες ακτές της Κρήτης. Χρονολογείται από την μεσομινωική και υστερομινωική εποχή (17ος με 15ος αιώνα π.Χ.). Το κτίριο ανακάλυψε και πρώτος ανέσκαψε ο Στέφανος Ξανθουδίδης. Τα ερείπια της μινωικής έπαυλης του Νίρου Χάνι σε μια επίπεδη παράκτια πεδιάδα μέσα στο χωριό Κοκκίνη Χάνι, περίπου 50 μέτρα από τις ακτές της βόρειας Κρήτης. Στα δυτικά και νότια η παράκτια πεδιάδα υψώνονται λόγοι. Περίπου 240 Μέτρα βορειοδυτικά του χώρου το μικρό ρυάκι Σφακορύακο ρέει στο Αιγαίο Πέλαγος. Περαιτέρω δυτικά, περίπου 730 μέτρα από το χώρο της ανασκαφής, κοντά στο εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων, μινωικά οικοδομικά ευρήματα στη θάλασσα, πιθανώς ερείπια λιμανιού ή ναυπηγείου, δείχνουν ότι η στάθμη της θάλασσας ήταν τρία έως πέντε μέτρα χαμηλότερα στην εποχή του Χαλκού. Η Μινωική Έπαυλη στο Νίρου Χάνι ανακαλύφθηκε από τον Στέφανο Ξανθουδίδη κατά τη διάρκεια τριήμερων δοκιμαστικών ανασκαφών το καλοκαίρι του 1918. Κατά την ανασκαφή και τον καθαρισμό δύο δωματίων, βρέθηκαν τέσσερα πέτρινα λυχνάρια και μερικά κεραμικά δοχεία. Η πλήρης ανασκαφή του 34 × 30 μέτρων κτίριο έγινε το καλοκαίρι του 1919 υπό τη διεύθυνση του Ξανθουδίδη. Τα αποτελέσματα και τα ευρήματα των ανασκαφών δημοσίευσε από τον ίδιο στο Αρχαιολογική εφημερίς 96 το 1922. Τα ευρήματα βρίσκονται τώρα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Με βάση τα κεραμικά ευρήματα, η κατασκευή του κτιρίου έλαβε κατά την περίοδο των μεσαίων έως υστερομινωικών φάσεων MM III και ΥΜ Ι Α (περίπου 1700–1480 π.Χ.). Η καταστροφή της έπαυλης έγινε στις ύστερες μινωικές περιόδους ΥΜΙ Β ή ΥΜ ΙΙ (1480-1390 π.Χ.). Τα ερείπια του κτιρίου ανακαινίστηκαν κάτω από τον Νικόλαο Πλάτωνα το 1960 και ο χώρος ανασκαφής περιφράχθηκε. Το κτίριο της μινωικής έπαυλης είχε δύο ορόφους. Υπήρχαν 40 δωμάτια στον πρώτο όροφο με δύο αυλές στα ανατολικά και βόρεια. Λόγω της επίπεδης θέσης, υπάρχουν μόνο μικρές διαφορές στο επίπεδο μεταξύ των υπολειμμάτων των δωματίων. Οι προσόψεις του κτηρίου είναι κατασκευασμένες από τοιχοποιία μεγάλου μεγέθους, ενώ οι εσωτερικοί τοίχοι αποτελούνται από πέτρινους τοίχους που είναι εν μέρει επενδυμένοι με γύψο. Οι πλάκες από γύψο χρησιμοποιήθηκαν επίσης ως δάπεδο σε πολλούς εσωτερικούς χώρους. Ο σύνθετος τοίχος υποστηριζόταν από κάθετες δοκούς από ξύλο, το οποίο έχει καταγραφεί σε μεγάλες ποσότητες. Το κτίριο συνορεύει με ανοιχτό χώρο στα ανατολικά και από ένα μερικώς υπερυψωμένο μονοπάτι με πλακόστρωτo στο νότο. Η έπαυλη χωρίζεται σε βόρεια και νότια περιοχή από το διάδρομο 11. Στο βορρά υπήρχαν αποθήκες για ευπαθή αγαθά με κάδους σιτηρών στα βορειοδυτικά και πίθους ενσωματωμένοι στο έδαφος, ειδικά στο δωμάτιο 24, που χρησιμοποιήθηκε για την αποθήκευση κρασιού και ελαιολάδου. Στη νότια περιοχή βρέθηκαν κυρίως αντικείμενα θρησκευτικής και τελετουργικής φύσης. Τρίποδες από τερακότα, ερμηνευμένοι ως βωμοί, βρέθηκαν στα δωμάτια 16 έως 18, και τέσσερις χάλκινοι διπλοί πέλεκεις (λάβρυς) στο δωμάτιο 7 καθώς και πέτρινα λυχνάρια και βάζα σε διαφορετικά δωμάτια. Ο διάδρομος 11 περιείχε επίσης τμήματα μιας τοιχογραφίας που απεικόνιζε έναν «ιερό κόμπο». Στα ανατολικά του κτιρίου, στη νότια πλευρά του πλακόστρωτου ανοιχτού χώρου, φαίνεται να υπήρχε ένα τμηματικό ιερό, αποτελούμενο από σκαλοπάτια και ένα χαμηλό τείχος προς τα δυτικά, στο οποίο βρέθηκαν ενδείξεις λατρείας ταύρου. Η κύρια είσοδος της έπαυλης ήταν στα ανατολικά. Πίσω από δύο πυλώνες ήταν η ανατολική αυλή (δωμάτιο 2), ανοίγεται μια στοά που χρησίμευσε ως μικρός άξονας. Μια αίθουσα ανοίγεται πίσω από ένα διαμέρισμα (δωμάτιο 2α) από το οποίο ο διάδρομος 11 προς τα δυτικά και δύο πόρτες στην πίσω περιοχή οδήγησαν σε περαιτέρω δωμάτια στο βορρά και το νότο. Στα δεξιά και αριστερά του διαδρόμου υπάρχουν είσοδοι σε μικρότερα πλακόστρωτα δωμάτια, συμπεριλαμβανομένων δύο με έδρανα. Ενώ ο χώρος 15 έχει μόνο ένα έδρανο στον τοίχο απέναντι από την πόρτα, στο δωμάτιο 12 το έδρανο εκτείνεται από τον ανατολικό τοίχο γύρω από τη γωνία κατά μήκος του νότιου τείχους. Και οι δύο τοίχοι ήταν καλυμμένοι με γύψο. Το δάπεδο στη μέση του δωματίου είναι τοποθετημένος σιδηρούχος ψαμμίτης, που περιβάλλεται από πλαίσιο από γυψοσανίδες. Στα δυτικά, ο χώρος καταλήγει πίσω από το δωμάτιο 13 ως μικρός άξονας. Λόγω της αφθονίας των θρησκευτικών ευρημάτων στη μινωική έπαυλη του Νίρου Χάνι, προέκυψαν διαφορετικές ερμηνείες για τον σκοπό του κτηρίου. Ο Άρθουρ Έβανς και ο Στέφανος Ξανθουίδης πίστευαν ότι ήταν χώρος κατασκευής αναθηματικών αντικειμένων για εξαγωγή και ότι μπορεί να ήταν η κατοικία ενός μεγάλου θρησκευτικού ηγέτη. Ορισμένα αναθηματικά κύπελλα που βρέθηκαν κάτω από ένα ιερό περιείχαν ηφαιστειακές ελαφρόπετρες από την έκρηξη της Θήρας και υποδηλώνουν επισκευή του κτηρίου με επακόλουθη αποκατάσταση ή αφιέρωση. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Μινωική Πόλη Κομμός

Η μινωική πόλη Κομμός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους στο νομό Ηρακλείου, 64 περίπου χιλιόμετρα νότια από το Ηράκλειο. Ωστόσο, αυτό που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης που δεν γνωρίζει την ιστορία του Κομμού, αποκαλύπτει ελάχιστα για τη σημασία του στην αρχαιότητα. Η μινωική πόλη Κομμός ήταν το λιμάνι της Φαιστού από το 1650 ως το 1250 π.Χ. περίπου. Το 19ο αιώνα, σε μια έκρηξη φαντασίας και ρομαντισμού, ο Ιταλός αρχαιολόγος Taramelli είχε συνδέσει το λιμάνι του Κομμού με την περιοχή που προσάραξε με το πλοίο του ο Βασιλιάς Μενέλαος της Σπάρτης, όταν επέστρεφε από την Τροία μετά το τέλος του Τρωικού πολέμου. Στο πολύνεκρο ατύχημα αυτό αναφέρεται και ο Όμηρος. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Ναός Ασκληπιού

Ο ναός του Ασκληπιού βρίσκεται στο NΔ άκρο του άνδηρου του ιερού, θεμελιωμένος σε τεχνητό άνδηρο. Είναι προσανατολισμένος ανατολικά και οι τοίχοι του σηκού είναι χτισμένοι με πήλινες πλίνθους και επενδυμένοι με άσπρο μάρμαρο, σώζονται δε σε ύψος 3,40 μ. Με όμοιες μαρμάρινες πλάκες κοσμείται το κεντρικό τμήμα του δαπέδου, ενώ το υπόλοιπο είναι ψηφιδωτό. Στο εσωτερικό σώζονται δύο από τους κίονες του Ναού (ύψους: 4,70 μ.) και βάσεις λατρευτικών αγαλμάτων. Ο ναός χτίστηκε στους πρώτους αιώνες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (1ος-2ος αιώνας μ.Χ.). Με την επικράτηση του Χριστιανισμού ο ναός (και το Ιερό) εγκαταλείφθηκαν και σιγά-σιγά καταστράφηκαν. Αρχιτεκτονικά μέλη του ναού χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή της βασιλικής.  Το 1586 ο Onοrio Belli σχεδίασε την κάτοψη του Ασκληπιείου από την οποία σήμερα σώζονται ελάχιστα τα περιγράμματα και δύο κίονες. O ναός του Ασκληπιού ανασκάφτηκε, όπως και ο υπόλοιπος χώρος του ιερού από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή κατά τα έτη 1900, 1910 και 1912-1913. Οι κίονες του ναού αναστηλώθηκαν ήδη κατά την περίοδο των ανασκαφών. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Νεκρόπολη στο λόφο Φουρνί Αρχανών

Στο λόφο Φουρνί, ανάμεσα στις Άνω και Κάτω Αρχάνες και κοντά στο μινωικό οικισμό των Αρχανών, μέσα σε ένα δάσος από ελιές και αμπέλια ανακαλύφθηκε ένα πλούσιο νεκροταφείο, το οποίο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Κρήτης. Ο λόφος Φουρνί περιορίζει τη μικρή πεδιάδα των Αρχανών στα βορειοδυτικά, αλλά δεν αποτελεί τμήμα του Γιούχτα, καθώς χωρίζονται από μια βαθιά χαράδρα. Το δυτικό τμήμα του λόφου είναι απόκρημνο, ενώ η κορυφή του είναι άγονη. H μεγάλη διάρκεια χρήσης των τάφων (2400-1200 π.X) και το πλήθος των κτερισμάτων καθιστούν το Φουρνί ένα από τα σημαντικότερα νεκροταφεία στον αιγαιακό χώρο. Οι παλαιότερες ταφές ξεκινούν την 3η χιλιετία π.Χ., ενώ κάποιοι τάφοι χρησιμοποιήθηκαν για μακρότατο χρονικό διάστημα (2000 π.X.-1350 π.Χ.). Από τα οικοδομήματα που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι τώρα τα περισσότερα είναι ταφικά, ενώ κάποια από αυτά έχουν χαρακτήρα λατρευτικό και κοσμικό. Η νεκρόπολη του Φουρνιού χαρακτηρίζεται από το πλήθος και την ποικιλία των ταφικών οικοδομημάτων πολλών αρχιτεκτονικών τύπων, τα οποία βρίσκονται μέσα σε έναν ενιαίο χώρο, από τις εκατοντάδες ταφές, ανάμεσα τους και ορισμένες επιφανών βασιλικών προσώπων, και από τον πλούτο των κτερισμάτων. Επιπλέον, προσφέρει σημαντικές πληροφορίες και στοιχεία για τα έθιμα ταφής των Μινωιτών και για την ταφική λατρεία. Ακόμη γίνεται φανερός ο τρόπος οργάνωσης και συγκρότησης ενός μεγάλου νεκροταφείου στη Μέση και Ύστερη Μινωική περίοδο με την κατασκευή βοηθητικών κτηρίων, πλακόστρωων δρόμων, καθώς και συστημάτων για την απαγωγή των νερών της βροχής. Πολλά από τα κτερίσματα είναι εισηγμένα και παρέχουν στοιχεία για τις επαφές των κατοίκων των Αρχανών με τις Κυκλάδες, την Αίγυπτο και την Ανατολή. Η πρόσβαση προς τη νεκρόπολη γινόταν από το νότο. Ένα πλατύ μονοπάτι, πλακόκωστρο σε μερικά μέρη ακόμη, οδηγεί από τις Κάτω Αρχάνες στο Φουρνί. Ανάλογης κατασκευής ανηφορικό μονοπότι υπαρχεί και μέσα στο νεκροταφείο. Είναι πιθανό το μονοπάτι να κατασκευάστηκε στη μινωική εποχή, όπου οι κάτοικοι των Αρχανών μετέφεραν τους νεκρούς τους, τις σαρκοφάγους και διάφορα άλλα αντικείμενα. Μέχρι το 1964 η νεκρόπολη του Φουρνιού ήταν άγνωστη. Εκείνο το χρόνο έγινε η πρώτη ανασκαφική έρευνα από τον Γ. Σακελλαράκη στους ανατολικούς πρόποδες του λόφου, ο οποίος ανακάλυψε έναν θαλαμωτό τάφο. Τον επόμενο χρόνο επισημάνθηκαν κάποιοι θολωτοί τάφοι και από τότε συνεχίζεται αδιάλειπτα η ανασκαφική έρευνα. Παράλληλα με τις ανασκαφές έχουν γίνει εργασίες στερέωσης σε όλα τα ταφικά κτήρια.! (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Μουσεία

Αγροτικό Μουσείο Πισκοπιανού - Εταιρία Κρητικών Μελετών

Το Αγροτικό Μουσείο Μενελάου Παρλαμά & Συλλογή Υφαντών Θεανώς Μεταξά-Κανακάκη, που στεγάζεται σε πετρόκτιστη φάμπρικα του 19ου αι. και οίκημα  (δωρεές της οικογένειας Παρλαμά), ιδρύθηκε από την Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών το 1988. Οι Συλλογές του Μουσείου είναι θεματικά διαρθρωμένες  (πατητήρι,  ρακοκάζανο, φούρνος, αγροτικά εργαλεία, κρητικό σπίτι, σιδεράδικο, βαρελάδικο, μαραγκούδικο, ελαιοτριβείο, υφαντά και εργαλεία υφαντικής), με άξονα την ύπαιθρο της Κρήτης και αντικείμενα που χρονολογούνται από τον όψιμο 19ο αιώνα μέχρι τα μέσα του 20ού αι. Το 2011, μετά από μια εκτεταμένη ανακαίνιση και επέκταση (Π.Ε.Π. Κρήτης), το Μουσείο απέκτησε  πτέρυγες υφαντικής με υφαντά από τις Συλλογές της Θεανώς Μεταξά-Κανακάκη. Πλούσιο εποπτικό υλικό και ψηφιακά μέσα προσφέρουν στον επισκέπτη επιπλέον πληροφορία και τεκμηρίωση των εκθεμάτων. Το μουσείο είναι προσβάσιμο  στα Α.Μ.Ε.Α., διαθέτει μικρό πωλητήριο, αίθουσα περιοδικών εκθέσεων και  χώρους ανάπαυσης.! (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Αργυράκειο Πολεμικό και Εθνολογικό Μουσείο

Το μουσείο βρίσκεται στην Επισκοπή και διαθέτει 25 συνολικά προθήκες και εξωτερικό χώρο όπου εκτίθενται αντικείμενα πολεμικά, όπως ασύρματοι, χειροβομβίδες, αλεξίπτωτα, φωτογραφίες, χάρτες, έγγραφα, κανόνι κ.λπ. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Αρχαιολογική Συλλογή Αρχανών

Στο Μουσείο των Αρχανών εκθέτονται κυρίως λίθινα και πήλινα αντικείμενα καθώς και ακριβή αντίγραφα ορισμένων από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής Αρχανών-Γιούχτα που αναμφίβολα είναι από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές περιοχές της Κρήτης. Τα περισσότερα βέβαια ευρήματα βρίσκονται στο αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου, ωστόσο ο επιτυχημένος τρόπος έκθεσης των ευρημάτων και αντιγράφων, βοηθάει τον επισκέπτη να αποκτήσει μια καλή εικόνα της ζωής στην μινωική Κρήτη. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Αρχαιολογική Συλλογή Μαλεβιζίου

Στην Αρχαιολογική Συλλογή Μαλεβιζίου εκτίθενται αρχαία αντικείμενα, που χρονολογούνται σε όλες της εποχές της Κρητικής αρχαιότητας και εκτίθενται σε 40 περίπου προθήκες. Το μεγαλύτερο μέρος των εκθεμάτων προέρχεται από τη Συλλογή Μεταξά, την οποία διατηρούσε ο επιχειρηματίας Νικόλαος Μεταξάς από το 1959 έως το 1997. Τριάντα ακόμα αρχαία αντικείμενα προέρχονται από πρόσφατες κυρίως ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου. Το σύνολο των ευρημάτων δημιουργεί πράγματι μια καθαρή εικόνα για τον αρχαίο Κρητικό πολιτισμό, με παραδείγματα από όλες σχεδόν τις μορφές της τέχνης, τα οποία χρονολογούνται σε όλες τις περιόδους της ιστορίας της Κρήτης, από το 4000 π.Χ. έως το 2ο αι. μ.Χ. Η Έκθεση διαιρείται σε 7 ενότητες, ανάλογα με την κατηγορία των εκθεμάτων, ενώ τα αντικείμενα κάθε ενότητας παραθέτονται χρονολογικά. Αξιοσημείωτο είναι ότι κάθε ενότητα συνοδεύεται από δίγλωσσο (ελληνικά – Αγγλικά) επεξηγηματικό πίνακα που εντάσσει τα εκθέματα στο χρονολογικό και πολιτισμικό τους πλαίσιο. Δίγλωσσες είναι και οι λεζάντες που υπάρχουν σε κάθε προθήκη για να δίνουν πληροφορίες για το κάθε ένα αντικείμενο ξεχωριστά. Η πρώτη ενότητα που συναντά ο εισερχόμενος στο Μουσείο περιέχει αντικείμενα Λιθοτεχνίας. Περιλαμβάνει λίθινα εργαλεία, αγγεία  και άλλα αντικείμενα από τη Νεολιθική έως και τη Μινωική περίοδο. Η δεύτερη ενότητα, που είναι και η μεγαλύτερη, είναι αφιερωμένη στην Κεραμική και περιλαμβάνει  αγγεία όλων των τύπων και των εποχών. Εντυπωσιακό έκθεμα στην ίδια ενότητα αποτελεί και ο πήλινος κεραμικός τροχός πάνω στον οποίο πλάθονταν τα αγγεία. Ένα γιγαντιαίο πιθάρι της Αρχαϊκής εποχής, με παραστάσεις ανθρώπων και αλόγων κυριαρχεί στο βάθος της αίθουσας. Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει την Πηλοπλαστική. Δεκάδες πήλινα αγαλματίδια ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, θνητών και θεοτήτων, ζώων και ομοιώματα αντικειμένων, από ιερά και τάφους, που χρονολογούνται από τη Μινωική έως τη Ρωμαϊκή Εποχή, εκτίθενται εδώ. Η τέταρτη ενότητα αναφέρεται στη Γλυπτική και περιλαμβάνει μαρμάρινα αντικείμενα και τμήματα αγαλμάτων κυρίως των Ρωμαϊκών χρόνων. Εντυπωσιακή είναι και το μαρμάρινο αγγείο της Κλασσικής εποχής που βρίσκεται στην ίδια ενότητα. Στην πέμπτη ενότητα εκτίθενται ευρήματα από την περιοχή του Δήμου Μαλεβιζίου, που είναι και τα μόνα εκθέματα που δεν προέρχονται από τη Συλλογή Μεταξά. Εδώ βλέπει κανείς εντυπωσιακά αγγεία και ειδώλια από το Γάζι, τον Κρουσώνα και το Καβροχώρι. Στην ενότητα της περιοχής Μαλεβιζίου περιλαμβάνεται και μια εντυπωσιακή μινωική Σαρκοφάγος από την Τύλισο, με εξαιρετική ζωγραφιστή διακόσμηση  που δεσπόζει στο κέντρο της αίθουσας. Η έκτη ενότητα αποτελείται από μια μεγάλη προθήκη με Μετάλλινα αντικείμενα. Σε αυτήν εκτίθενται όπλα όπως βέλη, λόγχες και μαχαίρια, εργαλεία και κοσμήματα από όλες τις εποχές του Κρητικού Πολιτισμού. Η έβδομη και τελευταία ενότητα περιέχει αρχαία κοσμήματα. Σε αυτήν εκτίθενται εντυπωσιακά περιδέραια λίθινα και χρυσά, ενώτια, δαχτυλίδια και βραχιόλια από τη Μινωική εποχή αλλά και τους μεταγενέστερους χρόνους, που εντυπωσιάζουν με την τέχνη τους τον επισκέπτη. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου είναι από τα πιο μεγάλα και αξιόλογα μουσεία στην Ελλάδα και ένα από τα σημαντικότερα στην Ευρώπη. Τα εκθέματά του περιλαμβάνουν αντιπροσωπευτικά δείγματα από όλες τις περιόδους της κρητικής προϊστορίας και ιστορίας, που καλύπτουν περίπου 5.500 χρόνια, από τη νεολιθική εποχή μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους. Κυρίαρχη θέση, στις συλλογές του κατέχουν τα μοναδικά αριστουργήματα της μινωικής τέχνης, την οποία μπορεί κανείς να θαυμάσει σε όλη της την εξέλιξη. Η συλλογή με τις μινωικές αρχαιότητες είναι η σημαντικότερη στον κόσμο και το μουσείο δίκαια θεωρείται το κατ’ εξοχήν μουσείο του μινωικού πολιτισμού. Το κτίριο, όπου στεγάζεται, βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και κατασκευάσθηκε μεταξύ των ετών 1937 και 1940, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού. Στην ίδια θέση κατά τη διάρκεια της βενετοκρατίας βρισκόταν η καθολική μονή του Αγίου Φραγκίσκου, που καταστράφηκε από σεισμό το 1856. Το κτήριο του μουσείου είναι αντισεισμικό και αποτελεί σημαντικό δείγμα του μοντέρνου αρχιτεκτονικού κινήματος στην Ελλάδα, βραβευμένο με έπαινο Bauhaus στο Μεσοπόλεμο. Κατάφερε να συνδυάσει τις σύγχρονες τότε τάσεις της αρχιτεκτονικής, λαμβάνοντας υπ’ όψη το περιεχόμενο των αρχαιολογικών συλλογών, να εξασφαλίσει καλό φυσικό φωτισμό, με φεγγίτες από την οροφή και στο ψηλότερο μέρος των τοίχων, και να διευκολύνει την ελεύθερη κίνηση μεγάλων ομάδων επισκεπτών. Οι χρωματισμοί και τα υλικά κατασκευής, όπως και τα πολύχρωμα φλεβωτά μάρμαρα, παραπέμπουν στις τοιχογραφικές μιμήσεις ορθομαρμαρώσεων των μινωικών κτηρίων. Ο αρχιτέκτονας προέβλεψε, ακόμη, τη δυνατότητα μελλοντικών επεκτάσεων του μουσείου. Το κτήριο είναι διώροφο και διαθέτει εκτεταμένους εκθεσιακούς χώρους, εργαστήρια, σχεδιαστήριο, βιβλιοθήκη, γραφεία και ένα σπουδαίο τμήμα, την Επιστημονική Συλλογή, όπου φυλάσσονται και μελετώνται πολλά από τα ευρήματα. Στο μουσείο λειτουργούν, επίσης, πωλητήριο εκμαγείων μισθωμένο για λογαριασμό του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων, κυλικείο, καθώς και πωλητήριο δελταρίων και διαφανειών. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου έχει συγκροτηθεί ως Ειδική Περιφερειακή Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και έχει ως σκοπό την απόκτηση, αποδοχή, φύλαξη, συντήρηση, καταγραφή, τεκμηρίωση, έρευνα, μελέτη, δημοσίευση και κυρίως έκθεση και προβολή στο κοινό αντικειμένων που χρονολογούνται από τους απώτατους χρόνους της προϊστορικής εποχής έως την υστερορωμαϊκή περίοδο. Οργανώνει περιοδικές εκθέσεις, συμμετέχει σε εκθέσεις που περιοδεύουν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, συνεργάζεται με άλλους επιστημονικούς και ερευνητικούς φορείς και φιλοξενεί ποικίλες άλλες πολιτιστικές δραστηριότητες. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσαράς

Το αρχαιολογικό Μουσείο Μεσαράς βρίσκεται στο δυτικό άκρο του αρχαιολογικού χώρου της Γόρτυνας και άνοιξε για το κοινό το 2023. Η μόνιμη συλλογή του στόχο έχει να αναδείξει την επίδραση της μορφολογίας της περιοχής της Μεσαράς (εν μέσω των ορέων – ανάμεσα στα βουνά) στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού στο πέρασμα του χρόνου. Η έκθεση αναπτύσσεται σε τρεις αίθουσες, με παρουσίαση των κυριότερων οικισμών και της εξέλιξής τους στις τρεις μεγάλες ιστορικές περιόδους, τους Προϊστορικούς χρόνους, την Ελληνορωμαϊκή περίοδο και τους χριστιανικούς χρόνους. Μέσα σε έκταση 30 στρεμμάτων και με συνολικό εμβαδό 2.900 τ.μ., το Μουσείο περιλαμβάνει 900 περίπου τ.μ. κύριων εκθεσιακών χώρων, μια εσωτερική αυλή που αξιοποιείται για εκθεσιακούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς, αίθουσα εκδηλώσεων και προβολών, αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, εργαστήρια συντήρησης, πωλητήριο και αναψυκτήριο. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Εκκλησιαστικό και Λαογραφικό Μουσείο Καλυβιανής

Σε απόσταση 60 περίπου χλμ. από το Ηράκλειο, κοντά στην πόλη των Μοιρών βρίσκεται το μοναστήρι της Καλυβιανής που περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, εργαστήρια κρητικής λαϊκής τέχνης. Η εκκλησιαστική συλλογή του μουσείου περιλαμβάνει φορητές εικόνες του 18ου και 19ου αιώνα, αρχιερατικά άμφια, ευαγγέλια, χειρόγραφα του 19ου αι., ξυλόγλυπτα αντικείμενα, καθώς και ένα ανεκτίμητης αξίας ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου αιώνα. Το μουσείο έχει και λαογραφικό τμήμα, όπου εκτίθενται είδη λαϊκού πολιτισμού και οικονομίας όπως αγροτικά εργαλεία και χρηστικά σκεύη.! (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Ιστορικό Μουσείο Κρήτης

Το Ιστορικό Μουσείο Κρήτης ιδρύθηκε το 1953 και στεγάζεται σε νεοκλασικό οίκημα ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής αξίας.  Αφηγείται δεκαεπτά αιώνες τοπικής ιστορίας και πολιτισμού, από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ως τη σύγχρονη εποχή. Η Βυζαντινή τέχνη και ο πολιτισμός, η περίοδος της Βενετσιάνικης και της Οθωμανικής κυριαρχίας, η εποχή των επαναστάσεων στην πορεία προς την ένωση με την Ελλάδα, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μάχη της Κρήτης και η αντίσταση, αλλά και ο λαϊκός πολιτισμός της κρητικής υπαίθρου, προβάλλονται μέσω επιλεγμένων εκθεμάτων σε συνδυασμό με πλούσιο εποπτικό υλικό και πολυμέσα. Κορυφαία εκθέματα αποτελούν οι πίνακες του El Greco, «Η Βάπτιση του Χριστού» (1567) και «Άποψη του Όρους και της Μονής Σινά» (1570), τα μοναδικά έργα του που υπάρχουν στην Κρήτη. Σε ιδιαίτερη ενότητα, η Συλλογή Νίκου Καζαντζάκη περιλαμβάνει προσωπικά αντικείμενα και χειρόγραφα του κρητικού συγγραφέα. Ξεχωριστό έκθεμα στην αρχή της επίσκεψης αποτελεί το μεγάλο ομοίωμα της πόλης του Χάνδακα (Ηράκλειο) των μέσων του 17ου αιώνα. Το Μουσείο διαθέτει ακουστική ξενάγηση, Καφέ και Πωλητήριο.! (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Βιάννου

Το μουσείο διαθέτει μια λαογραφική συλλογή, με πλήθος αντικείμενα από τη γεωργική και καθημερινή ζωή των κατοίκων της Κρήτης, καθώς και μια ιστορική συλλογή με έγγραφα, νομίσματα, φωτογραφίες και άλλα ντοκουμέντα του 18ου, 19ου και 20ου αιώνα. Επίσης σε αυτό εκτίθενται όπλα και πυρομαχικά του Α’ και Β’ παγκοσμίου πολέμου κατά τη διάρκεια του οποίου σημειώθηκε το γνωστό ολοκαύτωμα των χωριών της Βιάννου, καθώς και μια ενότητα εκθεμάτων του Ι. Κονδυλάκη, ενός από τους πιο σημαντικούς ηθογράφους της νεοελληνικής πεζογραφίας. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

«Λυχνοστάτης» Μουσείο Παραδοσιακής Ζωής και Λαϊκού Πολιτισμού Κρήτης

Το μουσείο «Λυχνοστάτης» δημιουργήθηκε από τον επίκουρο καθηγητή οφθαλμολογίας και συλλέκτη-λαογράφο Γιώργο Μαρκάκη. Χτίστηκε κατά την περίοδο 1986-1992 με προσωπική εργασία της οικογένειας Μαρκάκη και τεσσάρων εργατών. Στην κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν μόνο πρωτογενή υλικά (πέτρα-ξύλο-πηλός) και αποφεύχθηκε η χρήση μηχανικών μέσων (εκσκαφείς-φορτωτές-μπετονιέρες, κλπ.). Ξεκίνησε το 1992 ως ιδιωτικό μουσείο. Το 1993 ιδρύθηκε ο Σύλλογος Φίλων του Μουσείου (ΝΠΙΔ), ο οποίος έχει αναλάβει αρκετές πρωτοβουλίες και εθελοντικές δράσεις για το μουσείο και τους σκοπούς που αυτό υπηρετεί. Ο σύλλογος αριθμεί σήμερα 143 μέλη (80 ενεργά). Στο μουσείο ήδη λειτουργούν τμήματα Οπτικοακουστικών μέσων & Εκδόσεων [έχει γίνει παραγωγή σε 8 ηχοράματα – 2 βιντεοταινίες – 1 βιβλίο], Εκπαιδευτικών προγραμμάτων, Παραδοσιακών προϊόντων, Τεκμηρίωσης. Μοναδικοί πόροι του μουσείου είναι τα έσοδα από τη λειτουργία του καθώς και ορισμένες ιδιωτικές χορηγίες. Το μουσείο ήταν υποψήφιο για το Βραβείο του Ευρωπαϊκού Μουσείου της Χρονιάς 1996, ενώ το 1997 έλαβε έπαινο από το Πανεπιστήμιο Κρήτης στο διαγωνισμό Περιβαλλοντικής Προστασίας «Ελευθέριος Πλατάκης». Έχει συμμετάσχει με εισηγήσεις και ηχοράματα σε 14 διεθνή και πανελλήνια συνέδρια – σεμινάρια και έχει οργανώσει 32 εκδηλώσεις σε Ελλάδα και Κρήτη με συνδιοργανωτές ποικίλους πολιτιστικούς και επιστημονικούς φορείς.! (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Μουσείο Αγίας Αικατερίνης

Πρόκειται για ναό της Σιναϊτικής μονής της Αγίας Αικατερίνης, βορειοανατολικά του Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Μηνά. Ιδρύθηκε κατά τη β’ βυζαντινή περίοδο και αποτέλεσε πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο από τον 15ο έως τον 17ο αι. Η Αγία Αικατερίνη είναι Βασιλική  με εγκάρσιο κλίτος. Το βόρειο τμήμα της είναι το παρεκκλήσι των Αγίων Δέκα.Ιδρυτής του Μουσείου ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ευγένιος. Υπάγεται στο Επικοινωνιακό και Μορφωτικό Ίδρυμα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης.  Επί Τουρκοκρατίας η Αγία Αικατερίνη μετατράπηκε σε Τζαμί-Ζουλφικάρ Αλή Πασά Τζαμί-(1669)μέχρι και το 1922.Το 1924 η Αρχιεπισκοπή του Σινά το παραχωρεί στον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης. Στη συλλογή της υπάρχει μια σειρά από ορθόδοξες εικόνες και εκκλησιαστικά κειμήλια. Φιλοξενεί τοιχογραφίες και του 14ου αιώνα από διάφορα σημεία της Κρήτης. Αντιπροσωπευτικά δείγματα της Κρητικής Σχολής είναι οι εικόνες με αναγεννησιακό ύφος του κορυφαίου αγιογράφου Μιχαήλ Δαμασκηνού (16ος αιώνας). Την έκθεση πλαισιώνουν και εικόνες του 18ου και 19ου αιώνα. Από τα πιο χαρακτηριστικά εκθέματα είναι: «Η Προσκύνηση των Μάγων», «Σκηνές από το βίο του Αγίου Γεωργίου», «Δευτέρα Παρουσία», «Θεία Λειτουργία», «Χριστός Παντοκράτορας». (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Μουσείο Αγροτικής Ιστορίας και Λαϊκής Τέχνης Αρόλιθου

Στην πραγματικότητα ολόκληρο το συγκρότημα του Αρόλιθου αποτελεί ένα υπαίθριο μουσείο, εφόσον έχει κατασκευαστεί κατά τα πρότυπα ενός μικρού κρητικού χωριού με τα σπίτια, την εκκλησία, το φούρνο, το σιδεράδικο, το αλώνι, το ρακοκάζανο, το καφενείο και όλα αυτά χτισμένα κατά το πρότυπο της παραδοσιακής κρητικής αρχιτεκτονικής και πλαισιωμένα με ένα πλούσιο σε φυτά και χρώματα φυσικό περιβάλλον. Μέσα στο χώρο του πρότυπου κρητικού χωριού λειτουργεί και λαογραφικό μουσείο όπου εκθέτονται αντικείμενα από την καθημερινή ζωή και οικονομική δραστηριότητα του Κρητικού. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Μουσείο Δομήνικου Θεοτοκόπουλου

Το μουσείο λειτουργεί σε λιθόκτιστο και πρόσφατα ανακαινισμένο κτίριο σε ένα κατάφυτο σημείο λίγο έξω από το χωριό Φόδελε, όπου πιστεύεται ότι γεννήθηκε και έζησε ο μεγάλος καλλιτέχνης λίγο πριν φύγει για Ηράκλειο. Στο μουσείο ο επισκέπτης μπορεί να δει κάποια αντίγραφα των έργων του καθώς και την αναπαράσταση του εργαστηρίου του.! (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Μουσείο Εικαστικών Τεχνών

Το Μουσείο Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου (Μ.Ε.Τ.Η.), ιδρύθηκε για τη στήριξη κάθε πολιτιστικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας και ιδιαίτερα την προαγωγή και ενδυνάμωση των εικαστικών τεχνών και την προβολή του έργου των Κρητών καλλιτεχνών. Αποτελεί ένα χώρο συγκέντρωσης και γόνιμης συνδιαλλαγής δημιουργών, φιλότεχνων αλλά και φίλων, ένας χώρος ανάπτυξης πνεύματος αλληλεγγύης, συνεργασίας και ομοψυχίας αλλά και πνευματικής και αισθητικής καλλιέργειας, επιμόρφωσης και ψυχαγωγίας. Προς αυτή την κατεύθυνση σχεδιάζονται: η διοργάνωση επιμορφωτικών και εκπαιδευτικών σεμιναρίων και διαλέξεων σε θέματα καλλιτεχνικής δημιουργίας, συνέδρια, συναυλίες, σεμινάρια, εκδόσεις, ενώ ο χώρος προσφέρεται και για εκθέσεις εικαστικών τεχνών, ανταλλαγές συλλογών, συνεργασίες με άλλα ιδιωτικά ή κρατικά μουσεία τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Μουσείο Κρητικής Εθνολογίας

Το Μουσείο Κρητικής Εθνολογίας (ΜΚΕ) αποτελείται από ένα εκθεσιακό συγκρότημα και από ένα Ερευνητικό και Συνεδριακό Κέντρο σε χωριστό κτίριο, όπου συγκεντρώνονται όλες οι υπόλοιπες λειτουργίες του μουσείου: Έρευνα, Επιμόρφωση, Συνέδρια, Βιβλιοθήκη, Σχεδιαστήριο, Εργαστήρια Ήχου, Φωτογραφίας, Συντήρησης, Επιστημονικά Εργαστήρια, Αρχείο και Αποθήκες. Το μουσείο διαθέτει για την παρουσίαση των εκθεμάτων του ένα διώροφο κτίριο συνολικής επιφανείας 500 τ.μ. και σχεδιάζεται η επέκταση σε γειτνιάζον παραδοσιακό συγκρότημα 300 τ.μ. Η εθνογραφική έρευνα του μουσείου και τα εκθέματά του καλύπτουν την 2η χιλιετία μ.Χ. στην Κρήτη. Στην πρώτη φάση της ιστορικής εξέλιξης του νησιού με την επανάκτησή του από τους Βυζαντινούς το 963 και την παρουσία τους έως το 1205, ο κρητικός λαός εισέρχεται στην ελληνική αναγέννηση του Μεσαίωνα. Στη διάρκεια των 700 επόμενων ετών κατοχής από τους Ενετούς και τους Τούρκους, ο λαός αυτός όχι μόνο δεν θα υποκύψει πολιτισμικά στους κατακτητές, αλλά θα εξελιχθεί δημιουργικά μέσα στους αιώνες συντηρώντας τα πρότυπα της αυτοκρατορίας. Η Έκθεση παρουσιάζει 3000 εκθέματα απ’ όλη την Κρήτη και ακολουθεί την εθνολογική ταξινομική των κοινωνικών εργασιών του Ανθρώπου: Διατροφή, Αρχιτεκτονική, Υφαντική, Τέχνες – Εμπόριο, Μεταφορές, Ήθη και Έθιμα, Κοινωνική Οργάνωση. Η Μουσειολογική μεθοδολογία της Έκθεσης είναι εκείνη του G. H. Riviere, του Musee National des Arts et Traditions Populaires (ATP), στο Παρίσι. Η Έκθεση έλαβε το 1992 ειδικό έπαινο στα πλαίσια της βράβευσης του Ευρωπαϊκού Μουσείου της Χρονιάς (ΕΜΥΑ) από το European Museum Forum και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Το Μουσείο Κρητικής Εθνολογίας (ΜΚΕ) ήταν το 6ο κατά σειρά Ελληνικό Μουσείο που λάβαινε διάκριση, από την ίδρυση του θεσμού το 1977. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη

Εκεί που οι δρόμοι του κρασιού συναντούν τον λόγο του Νίκου Καζαντζάκη και το ήρεμο κρητικό τοπίο σμίγει με την αυθεντική φιλοξενία δημιουργήθηκε το 1983 ένα μουσείο αφιερωμένο στον μεγάλο συγγραφέα. Η Μυρτιά Ηρακλείου (11 μόλις χιλιόμετρα από τον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού) είναι το πατρογονικό χωριό του Νίκου Καζαντζάκη, αλλά και του ιδρυτή του Μουσείου, σκηνογράφου και ενδυματολόγου Γιώργου Ανεμογιάννη. Το Μουσείο στεγάστηκε στο χώρο όπου βρισκόταν το πατρικό σπίτι της οικογένειας Ανεμογιάννη και ένα μικρότερο οίκημα που ζούσαν συγγενείς του Καζαντζάκη. Σ’ ένα χώρο όπου εναλλάσσονται το φως και η σκιά, 650 εκθέματα παρουσιάζονται με σύγχρονη ματιά και αισθητική και αναδεικνύουν τη διαχρονικότητα και την οικουμενικότητα της σκέψης του Νίκου Καζαντζάκη, επιφυλάσσοντας στους επισκέπτες ένα γοητευτικό ταξίδι στο βίο, στις λέξεις και τους στοχασμούς του συγγραφέα. Στη Μόνιμη Έκθεση του Μουσείου, οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν την προσωπικότητα του συγγραφέα μέσα από τις επιστολές και τα ημερολόγιά του, προσωπικά του αντικείμενα και ενθύμια των ταξιδιών του, δυσεύρετες φωτογραφίες, μακέτες σκηνικών και κοστουμιών από παραστάσεις έργων του, σπάνιο οπτικοακουστικό υλικό, καθώς και έργα τέχνης εμπνευσμένα από τον λογοτεχνικό του κόσμο. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης - Πανεπιστήμιο Κρήτης

Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης – Πανεπιστήμιο Κρήτης (ΜΦΙΚ) στεγάζεται στο ανακαινισμένο κτίριο της παλιάς Ηλεκτρικής Εταιρείας του Ηρακλείου, που βρίσκεται στον κόλπο Δερματά. Προσφέρει στους επισκέπτες του μια μοναδική εμπειρία. Στους εκθεσιακούς του χώρους, που καλύπτουν 3.500 m2, αναδεικνύεται, µε τρόπο εντυπωσιακό και καινοτόμο, το φυσικό περιβάλλον της Κρήτης σε σύγκριση με αυτό της Ελλάδας και της ανατολικής Μεσογείου. Επιπλέον, στα τέσσερα διαφορετικά επίπεδα της έκθεσης, οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να περιηγηθούν στα Διοράµατα, δηλαδή αναπαραστάσεις της φύσης σε φυσικό μέγεθος, στο Γιγάντιο ∆εινοθήριο, το μεγαλύτερο προϊστορικό ζώο της Κρήτης που έζησε στο νησί πριν από 8,5 εκατομμύρια χρόνια, στο Ζωντανό Μουσείο, με ζωντανά ζώα χαρακτηριστικά της περιοχής, στον Ερευνότοπο, ένα χώρο ειδικά διαμορφωμένο για παιδιά όπου μπορούν να εξερευνήσουν τη φύση της Κρήτης μέσα από διαδραστικά παιχνίδια, καθώς και στον Εγκέλαδο, ένα βιωματικό προσομοιωτή σεισμών όπου μπορεί ο επισκέπτης να νιώσει πραγματικούς σεισμούς που έχουν συμβεί σε διάφορα μέρη του κόσμου. Σε όλους τους χώρους του Μουσείου ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί ελεύθερα ή να ξεναγηθεί από τους εξειδικευμένους ξεναγούς-μουσειοπαιδαγωγούς. (Πηγή πληροφοριών: Περιφέρεια Κρήτης)

Άλλα αξιοθέατα

Βασιλική του Αγίου Μάρκου

Η Βασιλική του Αγίου Μάρκου είναι εκκλησία η οποία βρίσκεται στο κέντρο του Ηρακλείου, στην πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου. Χτίστηκε τους πρώτους βενετικούς χρόνους, το 1239, και αποτέλεσε τον τόπο όπου γινόταν η επίσημη ανάληψη των καθηκόντων των αρχόντων και των αξιωματούχων. Μετά την τουρκική κατάκτηση το 1669, ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί γνωστό και ως Δεφτερδάρ Αχμέτ Πασά τζαμί, μέχρι το 1915. Το κτίριο ανακαινίστηκε μετά το 1956 και λειτουργεί έκτοτε ως δημοτική πινακοθήκη. Είναι ένα από τα ελάχιστα κτίρια της Καθολικής Εκκλησίας που σώζονται στις κρητικές πόλεις. Από αρχιτεκτονικής άποψης, ο ναός είναι τρίκλιτη βασιλική με υπερυψωμένο το κεντρικό κλίτος. Μπροστά από την είσοδο στη δυτική πρόσοψη μπροστά από την είσοδο υπάρχει στοά. Ο ναός είναι κτισμένος στο σχέδιο της τρίκλιτης βασιλικής. Οι εσωτερικές του διαστάσεις του είναι 32 επί 15,60 μέτρων στην νότια και δυτική πλευρά, ενώ η βόρεια και η ανατολική είναι 30 εκατοστά μεγαλύτερες. Ο Κώστας Λασσιθιωτάκης πρότεινε ότι αυτή η ασυμμετρία οφείλεται στις ανακατασκευές του βόρειου τοίχου. Το κεντρικό κλίτος είναι το πλατύτερο, με πλάτος 6,6 μέτρα, ενώ το νότιο έχει πλάτος 4,6 μέτρα και το βόρειο 4,4 μέτρα. Οι επιμήκεις αναλογίες των κλιτών τονίζουν ιδιαίτερα την επιμήκη διάσταση του κτιρίου. O άξονας του ναού περικλείνει κατά 25 μοίρες προς το νότο σε σχέση με τον άξονα δύσης-ανατολής. Ο ναός δε διαθέτει κόγχη στον ανατολικό τοίχο. Η στέγη του ναού είναι από ξύλο και είναι τριμερής, με το κεντρικό τμήμα της να εξέχει πάνω από τα άλλα δύο, μορφή με την οποία απεικονίζεται από το Γεώργιο Κορνέρ το 1625. Κατά τη διάρκεια των οθωμανικών χρόνων ο ναός μετασκευάστηκε, με τη στέγη να γίνεται δίρρηκτη. Κατά τις εργασίες αναστήλωσης στα μέσα του 20ού αιώνα η οροφή επανήλθε στον αρχικό σχεδιασμό της, με την ανύψωση του κεντρικού κλίτους με τη χρήση σκυροδέματος. Το δάπεδο αποτελείται από ορθογώνιες πλάκες από ντόπια πέτρα. Η κεντρική πύλη του ναού έχει ευθύ υπέρθυρο και ανακουφιστικό τόξο. Στο νότιο τοίχο σώζονται σε ύψος πέντε οξυκόρυφα παράθυρα, τα οποία χρονολογούνται από την κατασκευή του ναού. Τα παράθυρα στο βόρειο τοίχο δημιουργήθηκαν κατά την αποκατάσταση του 1956, όπως και τα συνολικά 24 παράθυρα στους πλάγιους τοίχους του κεντρικού κλίτους. Στο εσωτερικό του ναού έχει μεταφερθεί το διακοσμημένο θύρωμα του βενετικού μεγάρου Ιττάρ, το οποίο έχει ενσωματωθεί στην εσωτερική πλευρά της βόρειας εισόδου του ναού. Στο νότιο εσωτερικό τοίχο του ναού έχει εντοιχιστεί τρίλοβο παράθυρο γοτθικού ρυθμού το οποίο προέρχεται από άγνωστο κτίριο. Έχει τρία οξυκόρυφα ανοίγματα, με το κεντρικό να είναι ψηλότερο, και όλα βρίσκονται εντός οξυκόρυφου τόξου. Αποτελείται από καλά λαξευμένες λευκές πέτρες. Στο παρελθόν υπήρχαν πολλαπλές θύρες τόσο στο βόρειο όσο και στο νότιο τοίχο αλλά φράχθηκαν. Ο ναός στο εσωτερικό του έφερε τοιχογραφίες βυζαντινού τύπου, οι οποίες αποκαλύφθηκαν κατά την αποκατάσταση του ναού. Στη νοτιοδυτική γωνία της βασιλικής σώζεται η βάση του κωδωνοστασίου από τετράγωνους ξεστούς λίθους σε ύψος 4,2 μέτρων με υπολείμματα του κατεδαφισθέντος μιναρέ πάνω του. Τα κλίτη χωρίζονται μεταξύ τους με δύο κιονοστοιχίες αποτελούμενες έκαστη από πέντε κίονες από πράσινο γρανίτη οι οποίοι στηρίζουν έξι γοτθικά τόξα. Οι κίονες έχουν διαφορετικό ύψος ο ένας από τον άλλο. Επίσης έχουν διαφορετικά κιονόκρανα, αν και όλα είναι επίχρυσα. Στη βόρεια πλευρά τα τέσσερα είναι απλά καλαθοειδή ενώ το ανατολικότερο είναι βοστρυχοειδές γοτθικό, όπως και το αντίστοιχο στον ανατολικότερο κίονα της νότιας κιονοστοιχίας. Τα βοστρυχοειδή κιονόκρανα χρονολογούνται από το 14ο αιώνα. Ένα βοστρυχοειδές κιονόκρανο χρησιμοποιείται ως βάση κίονα. Επίσης διαφορετικές είναι και οι βάσεις των κιόνων οι οποίες είναι λίθινες και καλύπτονται εξωτερικά από κονίαμα στο οποίο έχει σχεδιαστεί διακοσμητικό φύλλο. Δεν είναι γνωστό γιατί οι κίονες έχουν διαφορετικό μέγεθος. Μια θεωρεία αναφέρει ότι οι κίονες προέρχονται από παλαιότερα κτίρια και ενσωματώθηκαν στη συνέχεια στο ναό. Εικάζεται ότι οι κίονες προέρχονται από ελληνορωμαϊκά μνημεία του Ηρακλείου και της Κνωσού. Στη δυτική πρόσοψη ο ναός έχει μπροστά από την είσοδο στοά (προστώο) με κιονοστοιχία, γνωστή ως Λότζια του Αγίου Μάρκου. Οι κίονες στήριζαν πέντε τόξα τα οποία με τη σειρά τους στήριζαν επίπεδη οροφή. Το κεντρικό τόξο είναι το μεγαλύτερο, με άνοιγμα 3,83 μέτρα. Είναι ένα μέτρο πλατύτερο από τα τόξα εκατέρωθέν του. Το προστώο προβάλλει κατά 6,15 μέτρα. Η Λότζια χρησιμοποιούταν από εμπόρους οι οποίοι πωλούσαν σιτάρι από πάγκους. Κατά τους οθωμανικούς χρόνους αφαιρέθηκε η επίπεδη οροφή και προστέθηκε επικλινής στέγη η οποία εδραζόταν απευθείας στους κίονες. Από τους αρχικούς κίονες σώζονται οι τρεις, με κιονόκρανα του 14ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης του ναού έγινε προσπάθεια να αποκατασταθεί το προστώο στην αρχική του κατάσταση. Χρησιμοποιήθηκε πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα για την οροφή. Η οροφή επενδύθηκε εσωτερικά από ξύλινες δοκούς οι οποίες σχηματίζουν ορθογώνια φατνώματα. Στο γείσο και στα τόξα τοποθετήθηκαν ανάγλυφα διακοσμητικά αναγεννησιακού ρυθμού. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Ενετικά τείχη Ηρακλείου

Τα Ενετικά τείχη Ηρακλείου αποτελούν μεγάλου μεγέθους οχυρωματικό έργο στην κρητική πόλη του Χάνδακα, για την κατασκευή του οποίου εργάστηκαν πολλοί μηχανικοί και τεχνίτες και δαπανήθηκαν υπέρογκα ποσά. Τα τείχη άρχισαν να κατασκευάζονται το 1462 και ουσιαστικά ολοκληρώθηκαν το 1669, με την κατάληψη του Χάνδακα από τους Οθωμανούς. Τα αρχικά σχέδια των ενετικών τειχών ήταν του Τζάνο ντα Κομποφρεγκόζο, ενώ στη συνέχεια τροποποιήθηκαν από τον Μικέλε Σανμικέλι και η τελική χάραξη είναι έργο του Τζούλιο Σαβορνιάν. Τα τείχη έχουν περίγραμμα που προσομοιάζει ένα ισοσκελές τρίγωνο, με τη βορινή πλευρά να είναι παραθαλάσσια και να αποτελεί τη βάση του τριγώνου και τον προμαχώνα Μαρτινέγκο, στο νότιο άκρο να αποτελεί την κορυφή του τριγώνου. Η παραθαλάσσια πλευρά των τειχών και έχει μήκος περίπου 2,7 χλμ. Το συνολικό μήκος των τειχών είναι περίπου 7 χλμ. Στις χερσαίες πλευρές του υπάρχουν επτά προμαχώνες, ο μεγαλύτερος στην κορυφή του τριγωνικού περιβόλου είναι ο προμαχώνας του Μαρτινέγκο. Το τείχος διέθετε τις εξής πύλες, τις Σαμπιονάρα, του Αγίου Γεωργίου, Ιησού, Μαρτινένγκο, Βηθλεέμ, Παντοκράτορα, Αγίου Ανδρέα, Δερματά και του Λιμανιού ή Μώλου. Όταν ανακαλύφθηκε η πυρίτιδα, ξεκίνησε η χρήση κανονιών κατά τη διάρκεια της πολιορκίας πόλεων. Τα υπάρχοντα οχυρωματικά έργα δεν επαρκούσαν πλέον και αυτό οδήγησε στην κατάλληλη διαφοροποίηση των οχυρώσεων των πόλεων. Ο νέος τρόπος οχύρωσης που επινοήθηκε ονομάστηκε «προμαχωνικό σύστημα». Σήμερα τα ενετικά τείχη Ηρακλείου είναι επισκέψιμα σε διάφορα σημεία τους καθώς και χρησιμοποιούνται για σειρά εκδηλώσεων και δράσεων. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Φρούριο Ενετικού Λιμένος Ηρακλείου (Κούλες)

Το Φρούριο χτίστηκε από τους Ενετούς, κατά τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας τους στο Χάνδακα, για την καλύτερη προστασία του λιμένα της πόλης, που είχε εξέχουσα στρατηγική και εμπορική σημασία. Το αρχικό κτίσμα, που ήταν χαμηλό και χωρίς σκάρπα, καταστράφηκε από το σεισμό του 1303 και επισκευάστηκε. Στις αρχές του 16ου αι., μέσα στα πλαίσια του γενικότερου επανασχεδιασμού των οχυρώσεων της πόλης, το παλαιό φρούριο κατεδαφίστηκε και στη θέση του κατασκευάστηκε το φρούριο που σώζεται μέχρι σήμερα στο διάστημα από το 1523 (χρονολογία που αναφέρεται σε επιγραφή πάνω από τη βορεινή πύλη) ως το 1540. Οι ογκώδεις δόμοι του μεταφέρθηκαν από τα Φρασκιά και την Ντία. To φρούριο είναι διώροφο και στην τελική του μορφή κάλυπτε επιφάνεια περίπου 3.600 τ.μ. Το ισόγειο χωρίζεται με τοίχους μεγάλου πάχους σε 26 διαμερίσματα που χρησίμευαν ως αποθήκες τροφίμων και πολεμοφοδίων, αλλά και ως κελιά φυλακής, στα οποία βασανίστηκαν πολλοί Κρήτες επαναστάτες. Στον όροφο είχαν διαμορφωθεί καταλύματα για τον καστελλάνο και τους αξιωματικούς της φρουράς. Υπήρχαν ένας φούρνος, ένας μύλος και μια μικρή εκκλησία. Στις τρεις πλευρές που έβλεπαν προς τη θάλασσα ανοίγονταν θυρίδες για τα πυροβόλα που προστάτευαν το λιμάνι. Στα 1630 υπήρχαν 18 πυροβόλα στο ισόγειο και 25 στον όροφο. Μια κεκλιμένη δίοδος που χρησίμευε στη μεταφορά των πολυβόλων οδηγούσε ως το δώμα. Στη ΒΑ, Δ και Ν πλευρά εξωτερικά ήταν εντοιχισμένες μαρμάρινες ανάγλυφες παραστάσεις του φτερωτού λέοντα της Βενετίας που σήμερα σώζονται ακρωτηριασμένες. Οι επάλξεις του φρουρίου έχουν αναστηλωθεί. (Πηγή πληροφοριών: Υπουργείο Πολιτισμού)

Κρήνη Μοροζίνι

Ο Χάνδακας, το σημερινό Ηράκλειο είχε πάντοτε πρόβλημα λειψυδρίας. Ως τον 17ο αι. η πόλη υδρευόταν από πηγάδια με υφάλμυρο νερό, μικρές κρήνες και υδατοδεξαμενές που συγκέντρωναν τα νερά της βροχής. Το 1639 γνωρίζουμε ότι υπήρχαν 1270 πηγάδια και 273 δεξαμενές. Η διοχέτευση πηγαίου νερού στην κρήνη που σώζεται στη σημερινή πλατεία Κορνάρου από τον capitan generale Gian-Matteo Bembo το 1552 δεν έλυσε το πρόβλημα. Ο γενικός προβλεπτής Φραγκίσκος Μοροζίνι σχεδίασε και υλοποίησε, με τη συνδρομή των μηχανικών Zorzi Corner, Raffaello Monnani και Francesco Basilicata, το μεγαλεπίβολο έργο της υδροδότησης, με την κατασκευή ενός υδραγωγείου μήκους 15 περίπου χιλιομέτρων, το οποίο μετέφερε τα νερά διαφόρων πηγών από τις βόρειες πλαγιές του Γιούχτα. Το έργο διήρκεσε 14 μόλις μήνες και εγκαινιάστηκε την ημέρα της εορτής του πολιούχου Αγίου Μάρκου, στις 25 Απριλίου του 1628. Το υδραγωγείο, που στο εσωτερικό της πόλης διερχόταν από μια τρίλοβη γέφυρα, στη σημερινή πλατεία «Τρεις Καμάρες», τροφοδοτούσε την Κρήνη που διατηρεί ως τις μέρες μας το όνομα του προβλεπτή Morosini στην Piazza delle Biade, σημερινή πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου ή επί το λαϊκότερο «Λιοντάρια». Η κρήνη έχει μια πολύλοβη δεξαμενή κοσμημένη με ανάγλυφες παραστάσεις από το θαλάσσιο βασίλειο (τρίτωνες, δελφίνια, μυθολογικά τέρατα, θαλάσσιους δαίμονες) καθώς και οικόσημα. Το νερό έτρεχε από το στόμα τεσσάρων αξονικά τοποθετημένων λεόντων, που στηρίζονταν σε βάθρο στο κέντρο της κρήνης και υποβάσταζαν μαρμάρινη λεκάνη. Την αρχική κατασκευή επέστεφε μαρμάρινο άγαλμα του Ποσειδώνα σε κλίμακα μεγαλύτερη της φυσικής, γι’ αυτό και το μνημείο συχνά αποκαλούνταν Κρήνη του Γίγαντα ή Τζιγάντε. Αν και σήμερα δε βρίσκεται σε λειτουργία, διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση, με εξαίρεση το άγαλμα του Ποσειδώνα που καταστράφηκε, είτε από σεισμό, είτε από ανθρώπινο χέρι κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής της πόλης. (Πηγή πληροφοριών: Υπουργείο Πολιτισμού)

Κρήνη Μπέμπο

Η κρήνη Μπέμπο είναι ενετική κρήνη η οποία βρίσκεται στο Ηράκλειο Κρήτης. Κατασκευάστηκε το 16ο αιώνα και σήμανε την πρώτη φορά που η πόλη του Χάνδακα (μεσαιωνικό όνομα του Ηρακλείου) υδροδοτήθηκε από πηγή εκτός των ορίων της πόλης. Πήρε το όνομά της από τον γενικό προβλέπτη Τζαν Ματέο Μπέμπο. Σήμερα σώζεται μόνο η πρόσοψή της, η οποία έχει τη μορφή αρχαίου ναού και είναι διακοσμημένη με αρχαίο άγαλμα πάνω σε βάθρο και ανάγλυφα με οικόσημα. Είναι το μοναδικό δημόσιο κτίριο στην Κρήτη με εντοιχισμένες αρχαιότητες. Η κρήνη ανήκει στις εντοιχισμένες κρήνες, αν και διαφέρει από τις υπόλοιπες παρόμοιες κρήνες στην Κρήτη λόγω της διακόσμησής της. Στο παρελθόν ήταν συνδεδεμένη με δεξαμενή ακριβώς πίσω από την πρόσοψη, αλλά κατεδαφίστηκε στα τέλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, με αποτέλεσμα σήμερα να σώζεται μόνο η μαρμάρινη πρόσοψη της κρήνης. Η σωζόμενη πρόσοψη έχει διαστάσεις 5,7 επί 2,35 μέτρα. Έχει τη μορφή ναού με τονισμένο τον κατά πλάτος άξονα. Το κύριο διακοσμητικό στοιχείο της κρήνης είναι το αρχαίο ρωμαϊκό άγαλμα, πιθανόν του Ασκληπιού, το οποίο σύμφωνα με τις αρχειακές πηγές μεταφέρθηκε από την Ιεράπετρα. Το σωζόμενο άγαλμα έχει ύψος 1,4 μέτρα, είναι ακέφαλο και απεικονίζει αντρική μορφή που φοράει αρχαιοελληνικό ιμάτιο το οποίο αφήνει ακάλυπτα το στήθος και το δεξί χέρι. Τμήμα του δεξιού χεριού έχει αποσπαστεί. Το κάτω τμήμα των κάτω άκρων πιθανόν να βρίσκεται μέσα στο βάθρο. Η κρήνη Μπέμπο είναι το μοναδικό δημόσιο κτίριο στην Κρήτη στο οποίο έχουν ενσωματωθεί αρχαιότητες. Η ενσωμάτωση του αρχαίου αγάλματος πιθανόν ήταν απόρροια του ενδιαφέροντος για τον αρχαίο πολιτισμό που παρουσιάστηκε στην Ιταλία κατά την Αναγέννηση και πιθανόν ήθελε να υποδείξει τη συνέχεια εξουσίας των Βενετών στο νησί και τη σύνδεσή τους με την αρχαία Ρώμη. Το βάθρο έχει διαστάσεις 1,1 x 0,5 x 0,2 μέτρα, με καμπυλωμένες άκρες, και είναι σφηνωμένο ανάμεσα στους δύο κεντρικούς κίονες. Είναι από λευκό μάρμαρο με κόκκινα νερά. Το βάθρο φέρει ανάγλυφη διακόσμηση, με δύο μεγάλα φύλλα ακάνθου να καλύπτουν τις δύο πλευρές και στο κέντρο βρίσκεται ανάγλυφο στεφάνι από καρδιόσχημα άνθη και μικρά φύλλα. Μέσα στο στεφάνι υπάρχει τρύπα, στην οποία βρίσκεται κρουνός. Το πλάι του βάθρου είναι διακοσμημένο με κατακόρυφα ωοειδή στοιχεία. Μπροστά από το βάθρο έχει τοποθετηθεί ως γούρνα αρχαία σαρκοφάγος. Το άγαλμα πλαισιώνεται από δύο μαρμάρινους κίονες ύψους 2,1 μέτρων χωρίς ραβδώσεις. Οι κίονες πατούν πάνω σε κυκλικές βάσεις. Τα κιονόκρανα έχουν αυλακωτό διάκοσμο και πάνω σε αυτά υπάρχουν επίκρανα με τρεις γλύφες. Στο πλάι τους βρίσκονται τα πλευρικά τοιχώματα της κρήνης, τα οποία προβάλλουν 30 εκατοστά από το υπόβαθρο. Στο μέσο τους υπάρχουν κυκλικές εσοχές στις οποίες βρίσκονται ένθετα πλακίδια κόκκινου μαρμάρου. Σώζονται μόνο τα πλακίδια στην κύρια όψη, ενώ τα πλαϊνά έχουν χαθεί. Τα τοιχώματα εδράζονται σε ορθογώνιες βάσεις και έχουν και αυτά αυλακωτά κιονόκρανα και επίκρανα. Στα δύο άκρα της πρόσοψης, σε επίπεδο πιο πίσω από το υπόβαθρο, έχουν τοποθετηθεί κατακόρυφα τέσσερις μαρμάρινες μετώπες διαστάσεων 0,45 επί 0,45 μέτρων. Οι δύο μετώπες στην κορυφή απεικονίζουν λιοντάρια, ενώ από κάτω σε πλευρά βρίσκονται τρία οικόσημα. Τα οικόσημα είναι του συμβόλου Τζιοβάνι Τέμπολο, του οικονόμου Τζόρτζο Έμο, και των Πιερ Μαρίνο Ντιέντο, Βιτόριο Μπραγκαντίν και Ντομένικο Κονταρίνι. Οι μετώπες με τα λιοντάρια αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες, καθώς δεν διακρίνονται στην απεικόνιση της κρήνης από τον Ρόμπερτ Πάρσλεϊ, η οποία δείχνει τη θέση της δεξιάς κενή και στη θέση της αριστερής μια μετώπη με γκροτέσκα μορφή. Δύο ανάγλυφες μετώπες, μία σε κάθε πλευρά, βρίσκονται ανάμεσα στους κίονες και τα πλευρικά τοιχώματα κάθε πλευράς, και είναι διακοσμημένα με τα οικόσημα του οίκου Μπέμπο και του δούκα Αλβίζε Γκρίτι. Το υπόβαθρο αποτελείται από μαρμάρινες πλάκες που φαίνεται να προέρχονται από παλαιότερα κτίσματα, καθώς οι τομές μεταξύ τους δεν ταιριάζουν. Όλη η πρόσοψη βρίσκεται πάνω σε βάση και στην κορυφή της βρίσκεται επιστύλιο. Το επιστύλιο και οι πλευρές της πρόσοψης είναι διακοσμημένες με καμπύλο κυμάτιο με το επαναλαμβανόμενο μοτίβο να είναι κρινάκι με τρία πέταλα. Η κρήνη στο παρελθόν διέθετε και επίστεψη, η οποία όμως αφαιρέθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Η επίστεψη αυτή όπως απεικονίστηκε από τον Ρόμπερτ Πάσλεϊ είχε μορφή έλικας και ήταν διακοσμημένη με φύλλα ακάνθου. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Λότζια

Λότζια (Loggia) ονομάζεται το κτίριο που σήμερα στεγάζεται το δημαρχείο του δήμου Ηρακλείου. Βρίσκεται επί της 25ης Αυγούστου λίγο βορειότερα από τη πλατεία των Λιονταριών στο κέντρο της πόλης του Ηρακλείου. Την εποχή της Ενετοκρατίας, το κτήριο ήταν χώρος συγκέντρωσης ευγενών και αρχόντων όπου συζητούσαν για διάφορα θέματα οικονομικά, εμπορικά, πολιτικά που απασχολούσαν την πόλη. Το κτίριο βρίσκεται στην αρχή της οδού 25ης Αυγούστου, στη συμβολή με την οδό Αγίου Τίτου, κοντά στη κρήνη του Μοροζίνι. Δείγμα παλλαδιανού ρυθμού, πρόκειται για ορθογωνίου σχήματος κτίριο, με διαστάσεις 28μ. επί 11μ., διώροφο με κίονες δωρικού ρυθμού στο ισόγειο και κίονες ιωνικού ρυθμού στον 1ο όροφο. Στο ισόγειο διαθέτει διάζωμα το οποίο είναι διακοσμημένο με τρίγλυφα και μετόπες με ανάγλυφες παραστάσεις. Στη δυτική πλευρά διαθέτει επτά τόξα με το κεντρικό να χρησιμοποιείται ως είσοδος. Αναφέρεται ότι το κτίριο μιμείται τη Βασιλική Παλαντιάνα στη Βιτσέντζα. Η κατασκευή που σώζεται σήμερα είναι η τέταρτη κατά σειρά. Χτίστηκε περίπου το 1628 από το γενικό προβλεπτή Φραγκίσκο Μοροζίνη. Ήταν το κεντρικό κτίριο της πόλης, όπου λάμβαναν χώρα συναντήσεις πολιτικών και άλλων επιφανών πολιτών της πόλης κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, ενώ λειτουργούσε και ως Λέσχη Ευγενών. Μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους το κτίριο μετατρέπεται σε έδρα του ανώτατου οικονομικού υπαλλήλου, του Τεφτερδάρη και του Γραμματικού της Πόρτας, και ενώθηκε με τη διπλανή Αρμερία, στην οποία φυλασσόταν ο οπλισμός των Ενετών, και το συγκρότημα ονομάστηκε Τσαπενές ή Τσεπανές. Μέρος της τοξοστοιχίας χτίστηκε. Όμως, το κτίριο αμελήθηκε, ενώ υπέστη φθορές από το σεισμό του 1856, όταν κατέρρευσε η βόρεια πλευρά της οπλαποθήκης, η οποία στη συνέχεια αναστηλώθηκε, και η νότια πρόσοψη του επάνω ορόφου της Λότζια, η οποία αναστηλώθηκε χωρίς διάκοσμο. Αργότερα η Κρητική Πολιτεία πρότεινε το κτίριο να χρησιμοποιηθεί σαν αρχαιολογικό μουσείο. Οι εργασίες ανακαίνισης ξεκίνησαν το 1900, αλλά έμειναν ημιτελείς και το κτίριο δεν κρίθηκε ασφαλές. Το 1904 θεωρήθηκε ετοιμόρροπο και άρχισε η κατεδάφιση του 1ου ορόφου, παρά τις αντιδράσεις της αρχαιολογικής υπηρεσίας. Η κατεδάφιση έγινε με βιασύνη, με εντολή να πραγματοποιηθεί εντός 48 ωρών, ενώ το υλικό που αφαιρέθηκε δε φυλάχθηκε. Τον επόμενο χρόνο, στις 5 Οκτωβρίου 1905, παραδόθηκε στο Δήμο για τη στέγαση των υπηρεσιών του. Το 1915 ξεκινάει επίσημα η αναστήλωση υπό την επιμέλεια του Μαξιμίλιαν Ονγκάρο, που ήταν έφορος των καλλιτεχνικών μνημείων της Βενετίας. Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1915. Το 1934 το κτίριο της οπλαποθήκης παραδόθηκε στο δήμο για να στεγάσει μερικές από τις υπηρεσίες του, μετά από πολλές διακοπές στις εργασίες. Το ισόγειο της Λότζια κατεδαφίστηκε το 1937. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου άρχισαν και πάλι οι εργασίες ανοικοδόμησης, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 1980. Το 1987 πήρε το πρώτο βραβείο Europa Nostra, ως το πιο καλά αναπαλαιωμένο και συντηρημένο Ευρωπαϊκό μνημείο της χρονιάς. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Πηγή photo slider: Martijn Vonk on Unsplash

error: Content is protected !!
You don't have permission to register