Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr
Νομός Γρεβενών αξιοθέατα

Αξιοθέατα στο Νομό Γρεβενών

Αξιοθέατα στο νομό Γρεβενών

Ακρόπολη Ελληνιστικών Χρόνων (Καστρί)

Στο κέντρο της σημαντικής για το βασίλειο της Μακεδονίας χώρας των Τυμφαίων, οι οποίοι συμμετείχαν στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου με επικεφαλής τον στρατηγό Πολυπέρχοντα και ανάμεσα στους οικισμούς του Πολυνερίου και της Aλατόπετρας βρίσκεται σε υψόμετρο 1200 μ., το ύψωμα Kαστρί. Στη στρατηγική αυτή θέση εντοπίσθηκε και ερευνάται από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης η ακρόπολη μιας άγνωστης και αταύτιστης μέχρι σήμερα αρχαίας πόλης. Η χρήση του χώρου ξεκινά από την νεολιθική εποχή, ωστόσο τα οικοδομικά λείψανα χρονολογούνται από το τέλος του 4ου αι. π.Χ. έως και τα μέσα του 2ου αι. π.Χ., με την οριστική καταστροφή της ακρόπολης κατά τη διάρκεια πολεμικής σύρραξης το που συνδέεται με την επικράτηση των Ρωμαίων στο βασίλειο της Μακεδονίας, περίπου έως το 150 π.Χ. Την ακρόπολη περιέβαλλε οχύρωση, χτισμένη με ακανόνιστες πέτρες, η οποία πιθανά συνεχίζεται και στην πόλη κάτω από αυτήν. Η μέχρι σήμερα ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως, στο μεσαίο άνδηρο του υψώματος, οχυρό περίβολο, πύργους και δυο πύλες. Σώζονται η μνημειακή δυτική πύλη και η ανατολική, σε χαμηλότερο άνδηρο. Στην ακρόπολη αποκαλύφθηκαν διάφορα οικοδομικά λείψανα μεταξύ των οποίων αυτά ενός άπτερου ναού με τη μορφή του μεγάρου διαστάσεων 18,80 μ. x 11,40 μ. και πρόναο διαστάσεων 5,03μ. x 11,07μ. ο οποίος ήταν προσβάσιμος με κλίμακα καθώς και τα θεμέλια και τα αρχιτεκτονικά μέλη μεγάλης δωρικής στοάς με δεύτερη κιονοστοιχία στον εσωτερικό της η οποία πιθανόν αποτελούσε πρόπυλο για την είσοδο στον χώρο του ιερού της ακρόπολης. Και τα δυο αυτά οικοδομήματα χρονολογούνται στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Ο χώρος καταστράφηκε τον 3ο αι. π.Χ., ωστόσο πολλά σημεία του ανοικοδομούνται και διατηρούνται έως τα μέσα του 2ου αι. π.Χ. όπως, τα οικοδομικά λείψανα μικρού οικοδομήματος ελληνιστικών χρόνων που θεμελιώθηκε πάνω σε στρώμα καταστροφής από φωτιά στο δυτικό τμήμα του ναού. Τα ευρήματα των ανασκαφών όπως αρχιτεκτονικά μέλη, κεραμική εισηγμένη και τοπική της κλασικής και ελληνιστικής περιόδου, η πληθώρα μετάλλινων, χάλκινα και σιδερένια δαχτυλίδια, έλασμα ασπίδας, σιδερένιες αιχμές βελών, χρυσό ενώτιο με απεικόνιση λεοντοκεφαλής, νομισμάτων, κυρίως βασιλικές κοπές της Μακεδονίας και της Ηπείρου, οστέινα και σπαράγματα επιγραφών καταδεικνύουν την ύπαρξη ενός σημαντικού κέντρου του μακεδονικού βασιλείου που ελέγχει τους φυσικούς δρόμους από τη Mακεδονία προς τη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Στο σημαντικό ιερό της ακρόπολης της πόλης λατρευόταν μια θεότητα η ταυτότητα της οποίας μέλλει να αποκαλυφθεί με την συνέχεια της ανασκαφικής έρευνας, ίσως όμως να συνδέεται με την παραδοσιακή λατρεία των Τυμφαίων προς τον Δία Δειπάτυρο η της μητέρας των θεών Ρέας. Στο κατώτερο μέρος του λόφου βρίσκεται το μονόχωρο εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων ο οποίος χτίστηκε στις αρχές του 20ου αι. Στην τοιχοδομή του έχουν χρησιμοποιηθεί αρχαίοι δόμοι ενώ φαίνεται ότι χτίστηκε επάνω σε πύργο της αρχαίας οχύρωσης.

Γεφύρι Αζίζ Αγά (Τρίκωμο)

Το επιβλητικό γεφύρι του Αζίζ Αγά στον Βενέτικο ποταμό, παραπόταμο του Αλιάκμονα βρίσκεται πάνω στον εμπορικό οδικό άξονα των καραβανιών προς την Ήπειρο και την κεντρική -ανατολική Ευρώπη. Συνέδεε τους οικισμούς Τρίκωμο, Κοσμάτι, Κηπουριό και οδηγούσε στο Μαυρονόρος, σημαντικό κέντρο των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων. Σύμφωνα με μαρτυρίες και μη σωζόμενη κτητορική επιγραφή κατασκευάσθηκε στα 1727 με χορηγία του οθωμανού αξιωματούχου Αζίζ Αγά ενώ αναφέρεται και από τον Έλληνα λόγιο του 19ου αιώνα, Ιωάννη Λαμπρίδη. Το γεφύρι, χτισμένο με ορθογωνικές ασβεστολιθικές πέτρες, είναι τρίτοξο μήκους 75μ., πλάτους 3μ. και μέγιστου ύψους 15μ. με συμπαγές λίθινο στηθαίο και καλντεριμωτό κατάστρωμα που υπερυψώνεται πάνω από τη μεγάλη καμάρα, έτσι που και από τις δύο πλευρές της σχηματίζονται κεκλιμένα επίπεδα. Τα τόξα του επιστέφονται με προεξέχουσα στενή ταινία από λαξευμένες πέτρες ενώ πάνω από τους προβόλους διαμορφώνονται υπερχειλιστές με τοξωτό υπέρθυρο. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αποτελούν το μεσαίο τόξο, με άνοιγμα 28μ., – το μεγαλύτερο τόξο στη Μακεδονία και ένα από τα μεγαλύτερα στον ελλαδικό χώρο και το σωζόμενο κουδούνι στο εσωράχιο της μεγάλης καμάρας που προειδοποιούσε για την απαγόρευση της διάβασης σε περιπτώσεις ισχυρών ανέμων. Όπως και σε άλλα πολύτοξα γεφύρια που παρουσίαζαν δυσκολίες κατασκευής, ιδιαίτερα στην θεμελίωση, το συνοδεύει θρύλος που θέλει τη μεγάλη καμάρα του γεφυριού να καταρρέει δύο φορές και τον Αζίζ Αγά να απειλεί τον πρωτομάστορα με αποκεφαλισμό. Τελικά, την τρίτη φορά το τόξο στεριώνει και ο ανώνυμος πρωτομάστορας, ο οποίος παρακολουθεί από απόσταση την όλη διαδικασία, δέχεται πλούσια αμοιβή από τον Αγά.

Γεφύρι Καγκέλια (Τρίκωμο)

Σε χαράδρα, νότια του χωριού Τρίκωµο, βρίσκεται το γεφύρι στα Καγκέλια πάνω στον Βενέτικο ποταμό, παραπόταμο του Αλιάκμονα. Η ζεύξη του ποταμού στο δύσβατο αυτό σημείο επέτρεπε την επικοινωνία μεταξύ των οικισμών Τρικώµου και Μοναχιτίου, καθώς και τη σύνδεση τους με την πόλη των Γρεβενών. Η ονομασία του οφείλεται στην οφιοειδή μορφή του μονοπατιού μετά το γεφύρι, στην κατεύθυνση προς Μοναχίτι. Πρόκειται για δίτοξο γεφύρι με μήκος 42µ., πλάτος 2,80µ., ύψος 10,30µ., και άνοιγμα μεγάλου τόξου 18µ. Είναι χτισμένο µε αδρές πέτρες από ασβεστόλιθο, εκτός από τους επιμελώς λαξευμένους θολίτες των τόξων. Και στις δύο όψεις του μεσόβαθρου υπάρχουν τριγωνικοί πρόβολοι, το κατάστρωμα είναι λιθόστρωτο, ενώ δε σώζεται το αρχικό στηθαίο. Η χρονολογία κατασκευής του ανάγεται πιθανότατα στο 19ο αιώνα ενώ κατά την παράδοση, πρωτομάστορας του γεφυριού ήταν ο Στέργιος Λάζος από τον Άγιο Κοσμά. Νεότερες επεμβάσεις στο μνημείο αποτελούν η επανακατατασκευή της μικρής καμάρας και το στηθαίο από οπλισμένο σκυρόδεμα και μεταλλικά κάγκελα.

Γεφύρι Κάστρου-Μεγάρου

Το γεφύρι του Κάστρου, γνωστό και ως του Πασά το γεφύρι, στο Γρεβενίτη ποταμό, παραπόταμο του Αλιάκμονα, βρίσκεται στα όρια των οικισμών Κάστρο και Μέγαρο, στο παλιό μονοπάτι που επέτρεπε την επικοινωνία μεταξύ τους, αλλά και µε τα Γρεβενά ως τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα. Το γεφύρι είναι μονότοξο µε μήκος 21µ., πλάτος 2,90µ., και ύψος 6,5µ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ημικυκλικό τόξο του µε άνοιγμα 11,40µ. και ύψος 5,70µ. Το γεφύρι είναι χτισµένο µε πελεκηµένες πέτρες από ασβεστόλιθο, κατά ένα ατελές ψευδοϊσόδοµο σύστημα. Το κατάστρωμα είναι λιθόστρωτο µε γκρίζες πέτρες και διέθετε χαμηλό στηθαίο από επιμήκεις πέτρες, τοποθετημένες όρθια, εκ των οποίων µόνο έξι διατηρούνται σήμερα. Η χρονολογία κατασκευής του παραμένει άγνωστη, αλλά μπορεί, µε βάση τη μορφολογία του, να αναχθεί στον 19ο αιώνα. Η ονομασία «του Πασά το γεφύρι» συνδέει πιθανότατα την κατασκευή του µε ανώτερο Οθωμανό αξιωματούχο από το Κάστρο, όπου υπήρξε και η έδρα-φρούριο τοπικού Αγά και τόπο κατοικίας μέχρι το 1924 ελληνόφωνων μουσουλµάνων των γνωστών Βαλαάδων.

Γεφύρι Μαέρης

Το γεφύρι του Μαέρη γνωστό επίσης ως γεφύρι Παλιομάγερου ή Δασυλλίου είναι χτισμένο στον ποταμό Παλιομάερο, παραπόταμο της Πραμόριτσας, ανάμεσα στους οικισμούς Δασύλλιο και Καλλονή. Σχεδιάσθηκε από τον Διλοφίτη Γεώργιο Τζούφα Αναγνωστίδη και χτίστηκε με έρανο, την προσωπική εργασία των κατοίκων του οικισμού και τη συνδρομή Δασυλλιωτών στην Αμερική το 1910 από τους Πενταλοφίτες Ευάγγελο, Νικόλαο Μπαμπαλή και Παύλο Μούρτζιο. Πρόκειται για μονότοξο γεφύρι μήκους 23μ., πλάτους 3μ., ύψους 7μ. και άνοιγμα τόξου 12,50μ. με σιδερένια τζινέτια στις πέτρες του τόξου. Νεότερη επέμβαση αποτελεί επίχριση με τσιμεντοκονία στο μνημείο και το στηθαίο.

Γεφύρι Παπατάκη (Κυπαρίσσι)

Το γεφύρι βρίσκεται μεταξύ των οικισμών Κυπαρίσσι και Άγιος Κοσμάς Γρεβενών. Γεφυρώνει έναν μικρό ορμητικό χείμαρρο, τα νερά του οποίου καταλήγουν στον ποταμό Πραµόριτσα. Η ονομασία του σχετίζεται πιθανόν µε το χορηγό ή τον ιδιοκτήτη παρακείμενου αγρού. Πρόκειται για μικρό μονότοξο γεφύρι με μήκος 16µ., πλάτος 3-5µ., ύψος 3,30µ. και άνοιγμα τόξου 8µ. Φαίνεται πως το σωζόμενο τμήμα του, από σχετικά επιμελώς λαξευμένους ασβεστόλιθους και λιθόστρωτο κατάστρωμα, αποτελούσε αρχικά τμήμα  μιας μεγαλύτερης γέφυρας το υπόλοιπο τμήμα της οποίας ήταν ξύλινο. Κτίστηκε στα τέλη του 19ου ή στις αρχές 20ού αιώνα, ίσως από τον λαϊκό αρχιτέκτονα και γλύπτη Βράγγα Κάλφα (1867-1933), µε καταγωγή από τον Άγιο Κοσμά, στον οποίο αποδίδεται και η κατασκευή του γεφυριού στο Νιδρούζι.

Γεφύρι του Πασά

Το ερειπωμένο σήμερα γεφύρι του Πασά στον Αλιάκμονα βρίσκεται μεταξύ των οικισμών Σιάτιστας και Παλαιοκάστρου Βοΐου από βορειανατολικά, Κοκκινιάς και Ταξιάρχη Γρεβενών από νοτιοδυτικά, κάτω από τη σύγχρονη Εγνατία Οδό. Η κατασκευή του σε κομβικό σημείο, στον οδικό άξονα που συνέδεε τη Θεσσαλονίκη µε τα Ιωάννινα µέσω Κοζάνης-Γρεβενών, σε σημαντικό δηλαδή στρατιωτικό και εμπορικό δρόμο των οθωμανικών χρόνων, επιβεβαιώνει τη σπουδαιότητά του. Το γεφύρι διευκόλυνε την επικοινωνία τόσο μεταξύ Ηπείρου, Μακεδονίας και Θεσσαλίας, όσο και προς την Κωνσταντινούπολη και τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Πρόκειται πιθανόν για το παλαιότερο γνωστό γεφύρι στη Δυτική Μακεδονία, καθώς, σύμφωνα µε μαρτυρία του Ηπειρώτη γιατρού Ι. Λαµπρίδη το 1880, χτίστηκε στα 1690 από τον Μαχµούτ Πασά. Το γεφύρι αναφέρεται επίσης από τους ξένους περιηγητές F. Pouqueville και W. Leake. Στην πλαϊνή πλευρά του υπήρχε χάνι και τουρκικό φυλάκιο για τον έλεγχο των διερχομένων. Με βάση τη λαϊκή παράδοση, το χτίσιμό του συνδέεται µε το θρύλο του πρωτοµάστορα. Όπως και στο γεφύρι της Άρτας, το θύμα μετατρέπεται στο στοιχειό του γεφυριού καθώς ο πρωτομάστορας αναγκάζεται να χτίσει ζωντανή τη γυναίκα του στα θεμέλια του γεφυριού για να μπορέσει να στεριώσει. Το γεφύρι ανατινάχθηκε στις 14 Απριλίου 1941 από Άγγλους και Νεοζηλανδούς µε σκοπό την ανακοπή της γερμανικής εισβολής προς νότο. Πριν την ανατίναξή του, ήταν το μεγαλύτερο γεφύρι της Μακεδονίας, µε μήκος πάνω από 100µ. και ύψος της μεσαίας καμάρας πάνω από 15µ., χτισμένο κατά το ψευδοϊσόδοµο σύστημα. Σήμερα σώζονται ερείπια των βάθρων του, καθώς και η τελευταία προς τα ανατολικά καμάρα. Το λιθόστρωτο κατάστρωμα του γεφυριού διέθετε χαμηλό στηθαίο για την προστασία των διερχομένων. Τα θεμέλια και τα βάθρα είναι χτισμένα µε σχιστόλιθους και ψαμμόλιθους, ενώ στα τόξα έχει χρησιμοποιηθεί πωρόλιθος. Στα τέσσερα μεσόβαθρα ανοίγονται ανακουφιστικά παράθυρα µε τοξωτό υπέρθυρο, ενώ τα τόξα επιστέφονται µε ελαφρώς προεξέχουσα ταινία από λαξευμένες πέτρες, στοιχείο που απαντά σε γεφύρια των πρώιμων και μετέπειτα οθωμανικών χρόνων στην Ελλάδα και στη Μικρά Ασία. Στην περιοχή των Γρεβενών, παρόμοιες επιστέψεις υπάρχουν στο γεφύρι του Αζίζ Αγά (1727). Στα βάθρα, στην κατάντη όψη του γεφυριού, διακρίνονται πολυγωνικοί πρόβολοι για την εξομάλυνση της ροής του ποταμού. Η μορφή αυτή, σπάνια στην ευρύτερη περιοχή, απαντά ήδη από το 12ο αιώνα στη Μικρά Ασία.

Γεφύρι Νιδρούζι

Το γεφύρι στο Νιδρούζι στον Δοτσικιώτικο, παραπόταμο του Βενέτικου, βρίσκεται ανάμεσα στους οικισμούς Πρόσβορο και Αλατόπετρα, γνωστό και ως γεφύρι του Γκαβού ή του Παλιόµυλου. Συνέδεε τους δύο οικισμούς µε αυτούς της Καληράχης και των Αναβρύτων και από εκεί µε τα Γρεβενά. Το γεφύρι είναι μονότοξο µε μήκος 20µ., πλάτος 3,50µ., ύψος 7,50µ. και άνοιγμα τόξου 11,50µ. Μοναδικό σε σχέση µε τα υπόλοιπα πέτρινα γεφύρια της περιοχής των Γρεβενών το καθιστούν ο όγκος των λίθων και η τελειότητα λάξευσής τους, το ισόδομο σύστημα δόμησης, το καταβιβασµένο τόξο, το επίπεδο και όχι επικλινές κατάστρωμα. Το οδόστρωµα του γεφυριού είναι κατασκευασμένο µε πέτρες από ασβεστόλιθο. Τα άκρα του οριοθετούνται από πλακοειδείς λίθους, στους οποίους έβαινε στηθαίο μικρού ύψους από όρθιες πλάκες, σήμερα κατεστραμμένο. Βασική πηγή υλικού για την οικοδόμηση του αποτέλεσαν οι ορθογωνικοί ογκόλιθοι από ψαμμίτη της παρακείμενης ακρόπολης ελληνιστικών χρόνων στη θέση Καστρί. Η χρονολόγηση του τοποθετείται στα τέλη του 19ου ή στις αρχές του 20ού αιώνα με πρωτομάστορες τους Βράγγα Κάλφα ή Γρηγόρη Σιώµο από τα μαστοροχώρια των Γρεβενών.

Γεφύρι Δοτσικού

Το μονότοξο γεφύρι του Δοτσικού είναι το μοναδικό γεφύρι μέσα σε οικισμό στα Γρεβενά. Χτισμένο στα 1060µ., το µεγαλύτερο υψόµετρο από όλα τα γεφύρια της Μακεδονίας, γεφυρώνει τον Δοτσικιώτη, παραπόταμο του Βενέτικου, επιτρέποντας την επικοινωνία μεταξύ των δύο συνοικιών του χωριού. Το γεφύρι, µε μήκος 24µ., πλάτος 2,40µ. και ύψος 4µ., είναι χτισμένο µε πελεκημένες, ανισομεγέθεις πέτρες από σχιστόλιθο. Εντύπωση προκαλεί το μεγάλο άνοιγμα τόξου του γεφυριού (13µ. περίπου), το οποίο είναι καταβιβασµένο, τύπος σχετικά σπάνιος στη γεφυροποιία της περιοχής. Στο κλειδί του τόξου, στη νότια όψη, σώζεται το λιθανάγλυφο πρόσωπο του πρωτομάστορα. Το τόξο περιβάλλεται από ταινία εν είδη γείσου σχεδόν ισοϋψή, στοιχείο που απαντά συχνά σε γεφύρια της περιοχής. Το κατάστρωμα είναι λιθόστρωτο, το στηθαίο αποτελείται από ορθογώνιες ανισοϋψείς πέτρες (αρκάδες), τοποθετημένες όρθια, µε συμμετρικό τρόπο. Το γεφύρι κατασκευάστηκε τον 19ο αιώνα µε χορηγούς τους κατοίκους του χωριού, πιθανόν από τον πρωτομάστορα Γιώργο ή Μαστρογούλα Μητάκο και μαστόρους από τη Λιούντζη (σημ. οικισμός Καλλονή).

Γεφύρι Πραμόριτσας (Κληματάκι)

Το γεφύρι της Πραμόριτσας στον ομώνυμο παραπόταμο του Αλιάκμονα, βρίσκεται μεταξύ των οικισμών Κληματακίου Γρεβενών και Ανθοχωρίου Κοζάνης. Είναι χτισμένο σε σημαντική οδική αρτηρία της Δυτικής Μακεδονίας, η οποία οδηγούσε από την Καστοριά στο σημαντικό εμπορικό κέντρο του Τσοτυλίου και από εκεί, µέσω Γρεβενών, στα Τρίκαλα. Η οδική αυτή αρτηρία εξυπηρετούσε επίσης τις μετακινήσεις των κουδαραίων μαστόρων της περιοχής προς τον νότο, αλλά και των κτηνοτρόφων της Πίνδου προς τη Θεσσαλία και αντίστροφα. Το τετράτοξο γεφύρι της Πραμόριτσας, µε μήκος 49µ., ύψος 9µ., και άνοιγμα βόρειου τόξου 15µ., είναι το μεγαλύτερο της περιοχής του Βοΐου. Το βόρειο ακρόβαθρο στηρίζεται απευθείας στον φυσικό βράχο. Στο μεσόβαθρο που ακολουθεί υπάρχουν τριγωνικοί πρόβολοι και στις δύο όψεις. Η τέταρτη και μικρότερη, νότια, καμάρα πλαισιώνεται από ανακουφιστικά παράθυρα µε τοξωτό υπέρθυρο. Το λιθόστρωτο κατάστρωμά του είναι σχετικά στενό µε πλάτος 2,70µ. και διαθέτει χαμηλό στηθαίο. Η ακριβής χρονολογία κατασκευής του γεφυριού δεν είναι γνωστή, ωστόσο μπορεί να τοποθετηθεί πριν το 1770-1780, καθώς φαίνεται ότι προϋπήρχε της εγκατάστασης του οικισμού στο Κληματάκι, μετά τα Ορλωφικά. Ο λαϊκός θρύλος συνδέει την κατασκευή του γεφυριού µε βοσκό της Πίνδου, του οποίου η μοναχοκόρη πνίγηκε κατά το πέρασμα του ποταμού.

Γεφύρι του Παππά (Κληματάκι)

Το γεφύρι του του Παππά ή Τζινέλι βρίσκεται στον δρόμο σύνδεσης των οικισμών του Κληματακίου και του Άγιου Γεωργίου με το γεφύρι της Πραμόριτσας και την περιοχή του Βοΐου. Πρόκειται για μικρό μονότοξο γεφύρι με μήκος 12μ., πλάτος 3,20μ. και ύψος περίπου 2,5μ. το οποίο σύμφωνα με μαρτυρίες χρονολογείται στις αρχές του 20ου αι. Στενή ταινία από πλακοειδείς λίθους επιστέφει το τόξο του, στοιχείο που απαντά και στο γεφύρι του Πασά στον Αλιάκμονα. Νεότερη επέμβαση στο μνημείο αποτελεί η ασφαλτόστρωση του οδοστρώματος πάνω από αυτό.

Δημοτικό Σχολείο (Πρόσβορο)

Η ύπαρξη σχολείου στο Πρόσβορο τεκμηριώνεται με γραπτή μαρτυρία το 1890 ενώ το 1901-1902 λειτουργούσε Γραμματοδιδασκαλείο . Το σωζόμενο σήμερα κτίριο του Δημοτικού Σχολείου βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, πίσω από τον ναό του Αγ. Δημητρίου (1873). Αποτελεί τυπικό δείγμα δημόσιας αρχιτεκτονικής της Δυτικής Μακεδονίας και ένα από τα πολλά σχολεία της ευρύτερης περιοχής που κτίστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα. Ανεγέρθηκε το 1924, σε οικόπεδο που είχε παραχωρήσει η Eκκλησία. Υπάρχουν δύο εντοιχισμένες λιθανάγλυφες επιγραφές, μία στο τόξο της εισόδου, όπου αναφέρεται η ημερομηνία, και μία μεγαλύτερη στον μακρύ τοίχο της πρόσοψης: «ΙΔΡΥΘΗ ΔΑΠΑΝΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΔΕΛΝΙΩΤΩΝ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1924». Το σχολείο είναι μονώροφο με υπόγειο και η κάτοψη του είναι ορθογώνιου σχήματος. Εσωτερικά διαρθρώνεται σε τρεις ανισομεγέθεις χώρους, στο κέντρο βρίσκεται η σάλα, στα δεξιά η αίθουσα διδασκαλίας και στα αριστερά το δωμάτιο του δασκάλου. Η λιθόκτιστη, με πελεκητή ντόπια πέτρα, τοιχοδομία είναι επιμελημένη, ενώ στις τέσσερις γωνίες του κτιρίου υπάρχουν καλοδουλεμένα αγκωνάρια. Από την ίδια πέτρα πλαισιώνονται τα παράθυρα και η κεντρική είσοδος. Η είσοδος προφυλάσσεται από στεγασμένο ορθογώνιο χώρο, στον οποίο οδηγεί χαμηλή κλίμακα. Δύο σφονδυλωτοί κίονες στηρίζουν τρία κτιστά τόξα που με τη σειρά τους στηρίζουν τη στέγη που διαμορφώνεται εσωτερικά σε χαμηλό θολίσκο (φουρνικό). Ορατοί είναι οι μεταλλικοί σύνδεσμοι, τα «κλειδιά», που αποτελούν ενδιαφέρον στοιχείο για την τέχνη των καλφάδων της εποχής. Στο σχολείο υπάρχει και υπόγειο που χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος και ως μαγειρείο, αφού εκεί προετοιμάζονταν και μοιράζονταν το συσσίτιο. Η αυλή του σχολείου εκτείνεται σε τρία επίπεδα, δύο μεγαλύτερα εκατέρωθεν ενός στενότερου που οδηγεί στην είσοδο. Στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου το σχολείο είχε σταματήσει να λειτουργεί. Ανακαινίστηκε το 1952 και λειτουργούσε ως τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Από το 2004 στους τρεις χώρους του κτηρίου, στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο του Μορφωτικού Εκπολιτιστικού Συλλόγου των Απανταχού Προσβοριτών «Ο Προφήτης Ηλίας». Εκτίθενται παραδοσιακές φορεσιές, ξύλινα και σιδερένια εργαλεία, σκεύη, φωτογραφίες, αργαλειός, υφαντά, κ.α. Στη σάλα του κτίσματος έχει διαμορφωθεί χώρος με αντικείμενα του παλιού σχολείου (θρανία, πίνακας, βιβλιοθήκη, όργανα, σφραγίδες κ.α.) προς υπόμνηση της αρχικής του χρήσης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η όμορη εκκλησία του Αγ. Δημητρίου με τις ενδιαφέρουσες δεσποτικές εικόνες Σαμαριναίων αγιογράφων, το ανάγλυφο περίθυρο της κεντρικής εισόδου με φυτική διακόσμηση και το λιθόκτιστο καμπαναριό χτισμένο σύμφωνα με τη σωζόμενη επιγραφή το 1922.

Μικρές Λαογραφικές Συλλογές (Γρεβενά)

Η περίφημη συλλογή ξυλόγλυπτων συνθέσεων του Δημητρίου Αγοράστη δεσπόζει με δώδεκα έργα στην ομώνυμη αίθουσα, όλα τους εξαιρετικά δείγματα της φιλόπονης προσπάθειας του γλύπτη να μορφοποιήσει ένα υλικό που προσφέρει άφθονο η Γρεβενιώτικη φύση. Στον ίδιο χώρο φιλοξενείται επίσης η λαογραφική συλλογή του Δήμου Γρεβενών. Εκθέματα δύο και πλέον αιώνων καταδεικνύουν ένα τρόπο ζωής χαμένο στο παρελθόν που ανασυστάθηκε χάρη στην ευγενική προσφορά των Γρεβενιωτών. Ένα μεγάλο μέρος αυτών είναι αντικείμενα καθημερινής χρήσης (μαχαίρια, γυάλινα, χάλκινα, πήλινα και μπρούτζινα σκεύη), φορεσιές και υφαντά, αντιπροσωπευτικά εργαλεία των γεωργοκτηνοτροφικών επαγγελμάτων της περιοχής καθώς και κάποιων που έχουν πια εκλείψει. Σε καλαίσθητες προθήκες παρουσιάζονται φίνες πορσελάνες, έγγραφα και σπάνια αντικείμενα της ιστορικής οικογένειας Μπούσιου, ενώ στην εξωτερική αίθουσα στήνεται το γρεβενιώτικο αστικό δωμάτιο. Η υφαντική τέχνη κατέχει ιδιαίτερη θέση στη συλλογή ξεκινώντας από τον αργαλειό όπου το μαλλί του προβάτου μετατρέπεται σε εντυπωσιακά υφαντά με ενσωματωμένα αρχαία ελληνικά στοιχεία αλλά και νεότερα ροκοκό σχέδια, αποτέλεσμα των επιρροών που δέχτηκαν οι ντόπιοι κυρατζήδες από τα ταξίδια τους στις ευρωπαϊκές πόλεις. Ακολουθώντας, λοιπόν, κανείς τα υφαντικά μοτίβα (ακροκέραμα, σπείρες, ελικοειδή και γραμμικά ποικίλματα), αντίγραφα αυτών που έχει ήδη αντικρίσει στα αρχαιοελληνικά αγγεία, ταξιδεύει νοερά σε αυτό που η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη αποκαλεί «εθνική κληρονομιά».

Μουσείο Μανιταριών (Λάβδας)

Το μοναδικό μουσείο για τα μανιτάρια ιδρύθηκε το 2011 (6 Νοεμβρίου) από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Λαβδανιωτών «Η ΛΑΒΔΑ» σε ένα πέτρινο παραδοσιακό κτίριο, στο Λάβδα Γρεβενών στο μέσο ενός μαγευτικού τοπίου στα 12 χλμ. απόσταση από την Βασιλίτσα και στα 15 χλμ. από την Βάλια Κάλντα. Στα ευρύτερα γεωγραφικά του χωριού βρίσκεται ο Όρλιακας, που έχει χαρακτηριστεί ως «περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους» και υψηλής αισθητικής ομορφιάς με πλούσια χλωρίδα και πανίδα της, αλλά κυρίως μανιτάρια. Στο χώρο του «Μουσείου Μανιταριών» ο επισκέπτης θα δει δείγμα από τα άγρια μανιτάρια των Γρεβενών σε αποξηραμένη μορφή και μικρογραφίες – γλυπτά μανιταριών ενσωματωμένα σε προθήκες που προσομοιάζουν στο φυσικό τους περιβάλλον. Εκτός από τις εξειδικευμένες πληροφορίες της σχετικής με τα μανιτάρια βιβλιογραφίας που παρέχονται μέσα από κατάλληλα διαμορφωμένο οπτικοακουστικό υλικό, παρέχεται η δυνατότητα μικροσκοπικής εξέτασης. Άλλωστε η αίθουσα με τα οπτικοακουστικά μέσα χρησιμοποιείται, μετά από ραντεβού, για σεμινάρια- ημερίδες και εκπαιδευτικές παρουσιάσεις προσφέροντας τη δυνατότητα σε σχολεία και άλλες ομάδες να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους γύρω από το μανιτάρι και το φυσικό περιβάλλον.

Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Μηλιάς

Σε ένα πρόσφατα ανακαινισμένο κτίριο οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν από κοντά τους μεγαλύτερους χαυλιόδοντες στον κόσμο – σύμφωνα με τα ρεκόρ Guinness (2011), σε μία διεθνών προδιαγραφών παλαιοντολογική έκθεση. Τα απολιθώματα καθώς και πολλά παλαιοντολογικά ευρήματα ήρθαν στο φως μετά τις εκτεταμένες ανασκαφές από το 1990, από την Ευαγγελία Τσουκαλά, καθηγήτρια Παλαιοντολογίας ΑΠΘ. Καλά προστατευμένα για εκατομμύρια χρόνια στο φιλόξενο υπέδαφος των Γρεβενών (Αμπέλια, Μηλιά1-10, Πρίπορος κ.α.) βρέθηκαν απολιθωμένα οστά ελεφάντων, αιλουροειδών, ρινόκερων, χελωνών, ιππαρίων, ταπίρων, αρκούδων, μαχαιρόδοντα, γαζελών, αγριόχοιρων αλλά και του μεγάλου βοοειδούς που ονομάστηκε διεθνώς από το όνομα των Γρεβενών, Γρεβενοβούς ο αρχαϊκός. Η έκθεση εμπλουτίστηκε και από διάφορες συλλογές-δωρεές (κυρίως του συλλέκτη ερευνητή Ν. Μπαχαρίδη) ορυκτών και πετρωμάτων, ασπόνδυλων ζώων του πλούσιου παλαιοβυθού των Γρεβενών ηλικίας 30 εκατομμυρίων ετών (ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα δίθυρα, τα γαστερόποδα, οι αχινοί, τα κοράλλια, δόντι καρχαρία) που συνθέτουν το παλαιοντολογικό προφίλ της περιοχής. Το χαρακτηριστικότερο όμως εύρημα είναι ο Μαστόδοντας της Μηλιάς (όπως ονομάστηκε τιμής ένεκεν), ένας γίγαντας αρσενικός φυτοφάγος πρόγονος των ελεφάντων, με χαυλιόδοντες μήκους 5,02 μέτρων, ύψος 3,5 μέτρα και 8,5 τόνους βάρους που ζούσε στα μέρη εκείνα στην περίοδο του Πλειόκαινου, δηλαδή πριν από 3,5 εκατομμύρια χρόνια. Επίσης βρέθηκε και ένας ακόμη μικρότερος μαστόδοντας, ύψους 2,5 μέτρων. Όλα αυτά παρουσιάζονται στο κοινό με την επιστημονική φροντίδα του Τμήματος Γεωλογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με ομάδα Ολλανδών ειδικών, επικεφαλής της οποίας είναι ο παλαιοντολόγος Dick Mol και θέτουν τη Μηλιά, ένα μικρό χωριό των Γρεβενών, στον παγκόσμιο παλαιοντολογικό χάρτη τόσο για τους επιστήμονες όσο και για τους λάτρεις της φυσικής ιστορίας. Η συλλογή είναι ανοιχτή στο κοινό καθημερινά αλλά και κατόπιν ραντεβού διενεργώντας αναλυτικές ξεναγήσεις για γκρουπ και σχολεία με δυνατότητα επαρκούς ενημέρωσης των ξένων επισκεπτών στα αγγλικά, μέσω των πολλών πάνελ.

Μύλος του Μπούσιου (Γρεβενά)

Το συγκρότημα του Μύλου του Μπούσιου βρισκόταν στο βορειοδυτικό άκρο της πόλης των Γρεβενών στην περιοχή των Εργατικών Κατοικιών που ταυτίζεται με τον μεταβυζαντινό οικισμό Αυλαίς. Στην ίδια περιοχή εντοπίζεται η ύπαρξη οικιστικών καταλοίπων που χρονολογούνται από τους ρωμαϊκούς χρόνους έως την ύστερη αρχαιότητα. Ο μύλος κτίσθηκε στο β΄ μισό του 19ου αι. από την οικογένεια Μπούσιου, επιφανές μέλος της οποίας υπήρξε ο Γεώργιος Μπούσιος. Ο Μπούσιος, με σπουδές στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή της Χάλκης, υπήρξε εφοροταμίας και δημογέροντας των Γρεβενών το 1906, συμμετείχε στον μακεδονικό αγώνα και ήταν βουλευτής του σαντζακίου Σερβίων, νομού Μοναστηρίου το 1908 όπου και διενεργήθηκαν οι πρώτες οθωμανικές βουλευτικές εκλογές από το Νεοτουρκικό Κομιτάτο. Στην συνέχεια εκλέχθηκε βουλευτής Κοζάνης με τον συνδυασμό του Ίωνα Δραγούμη ενώ έγινε υπουργός Εσωτερικών στην σύντομη κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου μετά την μικρασιατική καταστροφή, το 1922. Ο υδροκίνητος μύλος, δίπλα από τον ποταμό Γρεβενίτη, κατά διάρκεια της πολυετούς λειτουργίας του είχεδιαδοχικές φάσεις ανανέωσης και εκσυχρονισμούακολουθώντας τις μεταβολές στην διαδικασία παραγωγής, στο πλαίσιο της εκβιομηχάνισης που ξεκίνησε στα μέσα του 19 ου αι. Οι παραδοσιακοί αλευρόμυλοι σταδιακά αντικαθιστούνται με τους μηχανοκίνητους που χρησιμοποιούσαν ως κινητήριο δύναμη τον ατμό και το πετρέλαιο. Ο μύλος του Μπούσιου, που αποτέλεσε σταθμό για την βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη της πόλης, λειτουργούσε με ατμομηχανή ενώ η δραστηριότητα του ξεπερνούσε τα ελληνικά σύνορα. Πληροφορίες για την εικόνα του συγκροτήματος κατά τα μέσα του 20ου αι. μπορούμε να πάρουμε από ελαιογραφία του γρεβενιώτη ζωγράφου Αριστοτέλη Βαρσάμη, όταν ήδη είχε αρχίσει η φθορά του. Το συγκρότημα ήταν τριώροφο, καλυπτόταν με κεραμοσκεπή στέγη και λειτουργούσε ως χώρος παραγωγής, κατοικία των ιδιοκτητών και γραφεία της επιχείρησης. Πιθανά κατά το μεσοπόλεμο πήρε αυτό το μνημειακό χαρακτήρα με τη χρήση χαρακτηριστικών δομικών υλικών των βιομηχανικών συγκροτημάτων της εποχής. Η τοιχοποιία στον κατώτερο μέρος της ήταν αργολιθοδομή και στο ανώτερο οπτοπλινθοδομή. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 οι κληρονόμοι του Γεωργίου Μπούσιου ανήγειραν στο εσωτερικό του μύλου νέο διώροφο κτίριο από οπλισμένο σκυρόδεμα και καθαίρεσαν το παλαιό. Σήμερα από την αρχική κατασκευή σώζεται το νότιο τμήμα της με μεγάλη καθ’ ύψος ανάπτυξη. Στο κατώτερο μέρος ήταν εγκατεστημένος ο τροχός κίνησης του μύλου και τσιμεντένια υδραύλακα, ενώ το ανώτερο φιλοξενούσε τα γραφεία της επιχείρησης. Στο εξωτερικό του κελύφους τα υπέρθυρα διαμορφώνονται από τόξα, ο δεύτερος όροφος και η αψίδα του χώρου όπου ήταν τοποθετημένος ο τροχός διακρίνονται από ταινία διαμορφωμένη από οριζόντια τοποθετημένα τούβλα ενώ εγκάρσια στην τοιχοποιία εμφανίζονται τζινέτια από χειροποίητο, σφυρήλατο μέταλλο. Στο εσωτερικό του κτιρίου σώζονται σπαράγματα τοιχογραφιών, έργα άγνωστου κοσμηματογράφου, με θεματολογία που αναπτύσσεται σε ανθεμωτές γιρλάντες και διακοσμητικές ζώνες με αστράγαλους και μαιάνδρους. Το κτίριο με τον περιβάλλοντα χώρο του θα λειτουργήσει ως Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο προκειμένου να εκτεθούν εκεί οι σημαντικές αρχαιότητες των Γρεβενών.

Οικία Βέρου (Γρεβενά)

Το σπίτι του μακεδονομάχου Ζήση Βέρρου χτίστηκε το 1880 και ανήκει μέχρι και σήμερα στα εν ζωή μέλη της οικογένειας Βέρρου. Η αρχιτεκτονική του μιμείται την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της πόλης των Γρεβενών και αποτελεί το μοναδικό διασωθέν τέτοιο κτίσμα. Πρόκειται για διώροφο κτίσμα χτισμένο με συμπαγή χειροποίητα τούβλα, πέτρα και ξύλο με εσωτερική ξύλινη σκάλα, ψηλό αυλόγυρο και μικρά παράθυρα ασφαλισμένα με σιδερένια κάγκελα. Στο εσωτερικό του σπιτιού υπάρχουν έξι δωμάτια, πέτρινα τζάκια και ένα πλήθος οικογενειακών κειμηλίων μαζί με φωτογραφίες και βραβεία του μακεδονομάχου Βέρρου. Το σπίτι δεν είναι επισκέψιμο, έχει όμως χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο. Ο Ζήσης Βέρρος γεννήθηκε στην Αβδέλλα όπου τελείωσε το σχολείο. Ενεπλάκη σε διάφορες αντάρτικες ομάδες Μακεδονομάχων λειτουργώντας αρχικά κυρίως ως πράκτορας, πληροφοριοδότης και οδηγός, ενώ συνεργάστηκε και με την ομάδα του Παύλου Μελά. Η επίσημη ένοπλη δράση του ξεκίνησε το 1905 εναντίον των Οθωμανών και το 1908 εγκαταστάθηκε στα Γρεβενά απ’ όπου έφυγε εκδιωγμένος από τους Νεότουρκους. Απτόητος συνέχισε τη δράση του κατεξοχήν εναντίον των Βούλγαρων κομιτατζήδων. Το 1941 συνελήφθη από τους Γερμανούς ναζιστές και παρέμεινε στη φυλακή για 2 χρόνια. Η οικογένειά του συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, ο γιος του Κώστας στον ΕΛΑΣ και οι τρεις κόρες του στο ΕΑΜ και στην ΕΠΟΝ. Στην περίοδο του εμφυλίου, ο Ζήσης Βέρρος διώχτηκε και φυλακίστηκε για δύο έτη στην Κοζάνη. Η δράση του αναγνωρίστηκε και τιμήθηκε από την Ελληνική Πολιτεία με την απονομή του Μετάλλινου Εμβλήματος του Μακεδονικού Αγώνα και Διπλώματος από την Πανελλήνια Συνομοσπονδία Οπλαρχηγών.

Πύργος ρολογιού (Γρεβενά)

Το Ρολόι, το εμβληματικότερο μνημείο των Γρεβενών, βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, στην πλατεία Ελευθερίας. Με βάση την μαρτυρία του Ηπειρώτη λόγιου Ιωάννη Λαμπρίδη που γράφει στα 1880, ο Νουρή Αγάς ανακαίνισε τον πύργο του ωρολογίου, ο οποίος είχε χτισθεί το 1776 από τους προγόνους του και καταστραφεί το 1821 από τον Οθωμανικό στρατό, κατά τη διάρκεια του πολέμου εναντίον του τοπάρχη των Γρεβενών Βελή Αγά, σύμμαχο του Αλή Πασά. Ο πύργος, ο οποίος πριν την απελευθέρωση λειτουργούσε ως μιναρές τζαμιού, συγκαταλέγεται μεταξύ των 5 διατηρημένων Οθωμανικών κτισμάτων τέτοιου τύπου στον ελλαδικό χώρο. Η σημερινή μορφή του ωρολογίου ανάγεται στα 1906. Πρόκειται για πύργο πεντάγωνης κάτοψης, με μήκος πλευράς 2 μ. και ύψος πάνω από 20 μ., ο οποίος αποτελείται από 3 μέρη: τη βάση, τον κορμό και τη στέγη. Η βάση είναι κτισμένη εναλλάξ με αδρά πελεκημένους λίθους και ισομεγέθεις ζώνες από πλίνθους. Ο κορμός είναι πλινθόκτιστος και φέρει τρεις επάλληλες σειρές παραθύρων. Στο εσωτερικό του υπάρχει κυκλική σκάλα, η οποία οδηγεί σε περιμετρική βεράντα με σιδερένιο κιγκλίδωμα. Στο επίπεδο της βεράντας το κτίσμα διαμορφώνεται σε πλινθόκτιστο πυργίσκο με ρολόγια σε κάθε πλευρά, συνδεδεμένα με την καμπάνα της στέγης. Η κωνική στέγη στηρίζεται σε 5 τόξα και στην κορυφή της έχει τοποθετηθεί ένα μικρό αεροπλανάκι – ανεμοδείκτης. Η ανακαίνιση του πύργου το 1969 αλλοίωσε σε μεγάλο βαθμό την αρχική του μορφή με την επικάλυψη της λιθοδομής και πλινθοδομής με σύγχρονα και ξένα προς το κτίσμα υλικά. Από πρόσφατες έρευνες γνωρίζουμε ότι καινούριος μηχανισμός του ρολογιού, χαμένος σήμερα, αγοράστηκε το 1954 από εταιρεία του Πειραιά και τοποθετήθηκε μετά το τέλος των εργασιών αποκατάστασης. Ο πύργος αναπαλαιώθηκε και συντηρήθηκε ξανά το 2009, οπότε αφαιρεθήκαν τα μεταγενέστερα επιχρίσματα, ενισχύθηκε η θεμελίωση και φωτίστηκε πάλι.

Πηγή πληροφοριών & photo slider: Δήμος Γρεβενών

Ξενοδοχεία

error: Content is protected !!
You don't have permission to register