Ανακαλύπτουμε και γνωρίζουμε νέους προορισμούς στην Ελλάδα.

Παραλίες, πόλεις, χωριά, νησιά…

Κρυμμένοι θησαυροί που περιμένουν να τους γνωρίσουμε!!!

Εξερευνώντας…

2810 253861
Ηράκλειο, Κρήτη
info@greecedestination.gr
Νομός Αχαΐας αξιοθέατα

Αξιοθέατα στο Νομό Αχαΐας

Αξιοθέατα στο Νομό Αχαΐας

Ακρόπολη Πάος (Σκουπίτσι)

Στο λόφο Σκουπίτσι, ο οποίος βρίσκεται στα ανατολικά του χωριού Νέα Πάος, έχει εντοπιστεί η ακρόπολη της αρχαίας πόλης. Πρόκειται για μικρό λόφο, που χωρίζεται από το βουνό της Τρίφτας, ή του Προφήτη Ηλία με διάσελο στα βόρεια. Έχει ύψος 70μ. και είναι τειχισμένος. Μέσα στον οχυρωματικό περίβολο σώζονται θεμέλια τοίχων, που ανήκουν σε οικοδομήματα και αναλήμματα. Στην κορυφή του λόφου σχηματίζεται μικρό πλάτωμα, στη νότια πλευρά του οποίου είναι ορατά θεμέλια οικοδομήματος, που ίσως ανήκει σε ναό. Στα νότια της ακρόπολης, τα διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη, τα κατάλοιπα και οι κεραμίδες στέγης συνηγορούν στο γεγονός ότι εδώ πρέπει να αναζητηθεί η αρχαία πόλη, αφού βρίσκεται κοντά στην ακρόπολη. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Καλαβρύτων)

Αρχαία Αιγείρα

Η Αίγειρα ή Αίγιρα είναι αρχαία πόλη της Αχαΐας (με επίνειο που λεγόταν επίσης Αίγειρα) και βρίσκεται πλησίον στη βορειότερη άκρη του όρους Ευρωστίνης, δηλαδή στα σύνορα μεταξύ Κορινθίας και Αιγιαλείας και ακριβέστερα στη σημερινή θέση Παλαιόκαστρο, όπου βρέθηκαν ίχνη αρχαίων ερειπίων. Επίσης, τα ερείπια του λιμανιού της Αίγειρας έχουν βρεθεί στα Μαύρα Λιθάρια. Τη μεγάλη εκπολιτιστική και εμπορική ακμή της Αίγειρας μαρτυρούν πολλά μνημεία, που περιγράφονται από τον Παυσανία. Χαρακτηριστικότερο μνημείο ήταν το άγαλμα της θεάς τύχης, που κρατούσε με το ένα χέρι το κέρας της Αμάλθειας και με το άλλο χέρι το φτερωτό έρωτα. Ο συμβολισμός του μνημείου έγκειται  στο γεγονός ότι η ανάπτυξη του ερωτικού συναισθήματος  ευνοείται από την άνεση και την καλοζωία. Σύμφωνα με βάσιμες υποθέσεις η Αίγειρα ταυτίζεται με την ομηρική πόλη «Υπερησίη», ενώ η μετονομασία της έλαβε χώρα στις αρχές του 7ου π.χ. αιώνα. Κατά μία παράδοση, η Υπερησίη μετονομάσθηκε σε Αίγειρα, επειδή καλυπτόταν με δάση δένδρων αιγείρου, δηλαδή, του δέντρου «λεύκα». Άλλη παράδοση αναφέρει ότι στον πόλεμο μεταξύ της Υπερησίης και της Σικυώνας, οι κάτοικοι της Υπερησίης, που ήταν  σε μειονεκτική θέση επινόησαν το ακόλουθο τέχνασμα. Μάζεψαν τις «αίγες» της περιοχής και στα κεφάλια τους τοποθέτησαν δάδες, που τις άναψαν τη νύχτα. Οι Σικυώνιοι νόμισαν ότι τους επιτίθενται πολυπληθή στρατεύματα και έλυσαν αμέσως την πολιορκία. Τότε οι κάτοικοι της Υπερησίης ονόμασαν την πόλη Αίγειρα, προς τιμή των αιγών. Στο χώρο, που βόσκησε η καλύτερη από τις αίγες ιδρύθηκε το ιερό της Αγροτέρας Αρτέμιδος και τα αναφερόμενα μνημεία από τον Παυσανία. Παρά την προηγούμενη παράδοση, η επικρατέστερη εκδοχή της ονοματοθεσίας της Αίγειρας αναφέρει ότι η σημασία της ρίζας μαρτυρά ότι επρόκειτο για πόλη που βρισκόταν σε περιοχή με άφθονα νερά. Το τωρινό όνομα δόθηκε, όταν ακόμα οι Ίωνες ήταν εγκατεστημένοι στην περιοχή. Κατά την 23 Ολυμπιάδα, το 688 π.Χ., ολυμπιονίκης στο αγώνισμα του Σταδίου ήταν ο Ικάριος (ή Ίκαρος) ο Υπηρεσιεύς. Κατά την 126η Ολυμπιάδα, το 272 π.Χ., ολυμπιονίκης στο αγώνισμα της Πάλης Παίδων ήταν ο Κρατίνος ο Αιγειράτης, τα ονόματα των οποίων έχουν δοθεί σε οδούς της παραλιακής κοινότητας. Η καταστροφή της πόλης συντελέσθηκε σε άγνωστη χρονική περίοδο και πιθανό μετά από πλημμύρα. Τον Αύγουστο του 1972, μετά από διακοπή 45 ετών, άρχισαν οι ανασκαφές στα ερείπια της αρχαίας Αίγειρας από το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Αθήνας. Οι ανασκαφές έγιναν σε τέσσερα σημεία, στο χώρο της Ακρόπολης, το αρχαίο θέατρο, στα ερείπια του ναού του Δία και στο χώρο μεταξύ του θεάτρου και του ναού του Δία. Στο χώρο της Ακρόπολης βρέθηκαν αρχαία κτίσματα και πολυάριθμα όστρακα, που χρονολογούνται από τη Μυκηναϊκή περίοδο μέχρι τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Επίσης, αποκαλύφθηκε τμήμα του θεάτρου με τις κερκίδες του, που είναι λαξευμένες σε επικλινή βράχο. Στο χώρο του θεάτρου ανοίχθηκαν δύο μεγάλες τομές, μέσα στις οποίες διαφαίνονται αρχαία κτίσματα. Πλησίον του θεάτρου αποκαλύφθηκε αρχαίο κτίσμα στη δεξιά πλευρά του οποίου και σε όλο το μήκος του υπάρχουν λαξευμένοι λάκκοι, που μοιάζουν με ποτίστρες ζώων. Βορειοδυτικά του θεάτρου αποκαλύφθηκε κεραμικός κλίβανος και περισυλλέγησαν αγγεία, πολλά από τα οποία χρονολογούνται στη γεωμετρική περίοδο. Επίσης, βρέθηκαν τμήματα σίμης με έντονο χρωματισμό, σπασμένα πήλινα πιάτα και όστρακα. Στη δεξιά πλευρά του κλιβάνου βρέθηκε αγωγός νερού. Δυτικά του θεάτρου αποκαλύφθηκε μωσαϊκό από χαλίκια ποταμού με διάφορες παραστάσεις. Επίσης, πλησίον του μωσαϊκού βρέθηκε κιονόκρανο Ιωνικού ρυθμού και πολύ αρχιτεκτονικό υλικό, που ανήκε στο ναό του Δία. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Αρχαία Ελίκη

Η Ελίκη ήταν αρχαία Ελληνική πόλη στην Αχαΐα που όπως πιστεύανε πολλούς αιώνες βυθίστηκε στον Κορινθιακό κόλπο από ισχυρό σεισμό και τσουνάμι (373 π.Χ.). Οι τελευταίες έρευνες ωστόσο ανακάλυψαν ότι είχε βυθιστεί σε μια εσωτερική λιμνοθάλασσα μέσα στο Αχαϊκό έδαφος. Βρισκόταν 40 Στάδια (7,4 χλμ) από το Αίγιο και 12 Στάδια (2,2 χλμ) από τη θάλασσα, πολύ κοντά στη σημερινή πόλη Βούρα η οποία ανήκε επίσης στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Το όνομα της το οφείλει στη βασίλισσα Ελίκη, κόρη του Σελινούντα και γυναίκα του Ίωνα. Ο Ίωνας κληρονόμησε την περιοχή από τον πεθερό του, ίδρυσε την πόλη και της έδωσε το όνομα της συζύγου του. Μετά την Κάθοδο των Δωριέων στην Αιγιάλεια, οι Ίωνες κάτοικοι της Ελίκης εκτοπίστηκαν και εγκαταστάθηκαν στην Αττική. Έτσι, στην περιοχή αυτή κυριάρχησαν οι Αχαιοί και μάλιστα χτίστηκαν δώδεκα πόλεις στις ίδιες ακριβώς περιοχές που κατοικούσαν προηγουμένως οι Ίωνες. Η Ελίκη ιδρύθηκε την Εποχή του Ορείχαλκου και έγινε σύντομα η μεγαλύτερη πόλη στην Αχαΐα, ο Όμηρος γράφει ότι συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο στο πλευρό του Αγαμέμνονα. Όταν οι Αχαιοί κατέλαβαν την Τροία η Ελίκη δημιούργησε την «Αχαϊκή Δωδεκάπολη», περιείχε 12 πόλεις γύρω από το σημερινό Αίγιο. Έγινε το σημαντικότερο πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο σε ολόκληρη την Πελοπόννησο και έκοψε τα δικά της νομίσματα. Μετά την κάθοδο των Δωριέων, στην περιοχή καταφτάνουν ο Τισαμενός ο Λακεδαιμόνιος με Λακεδαιμόνιους, διωγμένους από τη Λακωνία και το Άργος από τον Αριστόδημο. Στους Λακεδαιμόνιους επιτράπηκε να εγκατασταθούν στην περιοχή και στην πόλη, αλλά η συγκατοίκηση δεν κράτησε πολύ, οι δύο πλευρές ήρθαν σε πολεμική αντιπαράθεση με νικητές τους Αχαιούς. Τα ευρήματα από την Ελίκη περιορίζονται μόνο σε χάλκινα νομίσματα του 5ου αιώνα π.χ. που σήμερα βρίσκονται στο Μουσείο Μπόντε στο Βερολίνο. Τα νομίσματα περιέχουν στη μπροστινή όψη την κεφαλή του Ποσειδώνα ιδρυτή και πολιούχου της πόλης με τα ελληνικά γράμματα «ΕΛΙΚ» και στην όπισθεν την τρίαινα με δελφίνια. Αναφέρεται ότι υπήρχε μεγαλοπρεπέστατος ναός και άγαλμα σε υπερφυσικές αναλογίες, αφιερωμένο στο Θεό της θάλασσας, τον Ποσειδώνα. Η Ελίκη ίδρυσε σημαντικές αποικίες όπως η Πριήνη στη Μικρά Ασία και η Σύβαρις στη νότια Ιταλία. Ο Πανελλήνιος ναός του Ελικώνιου Ποσειδώνα ήταν το σπουδαιότερο λατρευτικό κέντρο του θεού στην αρχαιότητα και το δεύτερο θρησκευτικό ιερό μετά τους Δελφούς. Η πόλη καταστράφηκε από σεισμό όταν άρχων επώνυμος στην Αρχαία Αθήνα ήταν ο Αστείος κατά το τέταρτο έτος της εικοστής πρώτης Ολυμπιάδας, κατά την οποία ο Δάμων ο Θούριος είχε κερδίσει την πρώτη του νίκη (χειμώνας 373 π.X.), μαζί με τη γειτονική Βούρα. Η καταστροφή της πόλης έγινε μία χειμερινή νύχτα περίπου δύο χρόνια πριν από τη Μάχη των Λεύκτρων. Πολλά σοβαρά γεγονότα προειδοποίησαν για την τεράστια καταστροφή, εμφανίστηκαν «γιγαντιαίες στήλες φωτιάς» και πέντε μέρες πριν την καταστροφή όλα τα ζώα και τα έντομα της πόλης έφυγαν για την Ακρόπολη Κερύνεια. Η πόλη και μία έκταση 12 σταδίων βυθίστηκε από τον σεισμό και καλύφτηκε από τη θάλασσα, όλοι οι κάτοικοι σκοτώθηκαν, υπήρχαν μονάχα κάποιες οροφές από ψηλά κτίσματα που διακρίνονταν μέσα στη θάλασσα. Πέντε πλοία από την Αρχαία Σπάρτη που είχαν αγκυροβολήσει στο λιμάνι της Ελίκης παρασύρθηκαν και βυθίστηκαν μαζί της. Οι Αχαιοί έστειλαν 2.000 άνδρες να ανασύρουν από τον βυθό τα ανθρώπινα σώματα αλλά δεν κατάφεραν να περισυλλέξουν ούτε ένα νεκρό. Το Αίγιο ιδρύθηκε κατόπιν σε πολύ κοντινή απόσταση για να την αντικαταστήσει. Η πόλη καταστράφηκε από την οργή του θεού Ποσειδώνα επειδή οι κάτοικοι αρνήθηκαν να παραδώσουν στους απεσταλμένους της αποικίας της Ελίκης στην Ασία το άγαλμα του θεού ή κάποιο αντίγραφο του. Μερικοί συγγραφείς σημειώνουν ότι οι κάτοικοι της Ελίκης και των Βούρων τους θανάτωσαν. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Αρχαία Κερύνεια

Η Κερύνεια ήταν αρχαία πόλη της Αχαΐας και αποτελούσε την ακρόπολη της Ελίκης. Το όνομα της κατά τον Παυσανία προέρχεται από κάποιον παλιό οικιστή της πόλης ή από τον Κερυνίτη ποταμό που πέρναγε δίπλα από την πόλη. Η Κερύνεια είχε αποικήσει την Κύπρο με αρχηγούς τους Αχαιούς Κηφέα και Πράξανδρο χτίζοντας τη σημερινή Κερύνεια. Κατά την κάθοδο των Δωριέων στην πόλη ήρθαν Λακεδαιμόνιοι Αχαιοί διωγμένοι από την πατρίδα τους από τους Ηρακλείδες, Δωριείς, του Αριστόδημου, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν σε όλη την περιοχή και στην πόλη. Η συγκατοίκηση όμως δεν κράτησε για πολύ και οι δυο πλευρές ήρθαν σε πολεμική αντιπαράθεση. Οι Αχαιοί νίκησαν στον πόλεμο και ανάγκασαν τους παλιούς κατοίκους να φύγουν από την χώρα. Στην Κερύνεια υπήρχε ιερό των Άρπυιων και των Γιγάντων. Ήταν μέλος της Ιωνικής δωδεκάπολης και μερικά χρόνια αργότερα της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Η θέση της αρχαίας πόλης έχει βρεθεί στην περιοχή του χωριού Κερύνεια. Στις ανασκαφές που έχουν γίνει έχουν αποκαλυφθεί τα τείχη της πόλης, ελληνιστικό ηρώο και πολλά λείψανα κτιρίων. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Αρχαία Κύναιθα ή Κυναίθη

Η Κύναιθα ή Κυναίθη ήταν αρχαία πόλη – κράτος της Αρκαδίας που βρισκόταν κοντά στα σημερινά Καλάβρυτα και σήμερα ανήκει διοικητικά στην Αχαΐα. Πιθανολογείται ότι ιδρύθηκε από Αζάνες (αρχαία Αρκαδική φυλή) γύρω στο 1700 π.Χ. με οικιστή τον Κύναιθο έναν από τους 50 γιους του Λυκάονα και εγγονό του Πελασγού πρώτου βασιλιά των Αρκάδων. Το όνομα της πόλης από το κύων (σκύλος) και θέω (τρέχω) είναι δηλωτικό της αγάπης των κατοίκων της για το κυνήγι που αφθονούσε στην περιοχή και ήταν η βορειότερη πόλη της Αρκαδικής Αζανίας. Η Αζανία ήταν χωρισμένη σε πέντε ανεξάρτητες πόλεις – κράτη, η αρχαιότερη των οποίων ήταν η Κύναιθα. Οι υπόλοιπες ήταν ο Φενεός, ο Κλείτωρ, η Ψωφίς και η Θέλπουσα. Η Κύναιθα ήταν μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας αλλά κατά τον Πολύβιο πέρασε στα χέρια των Αιτωλών όταν αυτοί πολιορκούσαν τον Κλείτορα και στη συνέχεια γνώρισε μεγάλες συμφορές. Οι Αιτωλοί το 220 π.Χ. λεηλάτησαν την πόλη κλέβοντας τα υπάρχοντα και τις περιουσίες των κατοίκων της και σκότωσαν πολλούς από αυτούς, ενώ άλλοι κάτοικοί της αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν. Όμως παρά τα δεινά που υπέστη η πόλη κατά τη διάρκεια του λεγόμενου «Συμμαχικού Πολέμου» φαίνεται πως ανέκαμψε γρήγορα αφού λίγα χρόνια αργότερα (το 207/206 π.Χ.) συγκαταλέγεται μεταξύ των Αρκαδικών πόλεων που κλήθηκαν να συμμετάσχουν στις γιορτές προς τιμήν της Αρτέμιδος Λευκοφρυηνής, στη Μαγνησία του Μαιάνδρου της Μικράς Ασίας. Στους Ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη ακμάζει ξανά, και κόβει πάλι δικό της νόμισμα διατηρώντας έτσι κάποια προνόμια ελευθερίας έναντι άλλων περιοχών. Το 120 π.Χ. κάτοικοι της πόλης πήραν μέρος στην εκστρατεία του Ρωμαίου ύπατου Γναίου Δομέτιου στη Γαλατία. Την πόλη επισκέφτηκε ο Παυσανίας το 174 μ.Χ. ο οποίος την αναφέρει στα Αρκαδικά του και μας πληροφορεί ότι βρισκόταν σαράντα στάδια μετά τους Λουσούς (πολίχνη που ανήκε στην επικράτεια του Κλείτωρα) και τον ναό της Αρτέμιδας. Στην πόλη βρισκόταν ιερό του Διόνυσου στο οποίο κάθε χρόνο γινόταν γιορτή προς τιμήν του θεού όπου θυσιαζόταν και ταύρος. Επίσης οι κάτοικοι της πόλης είχαν δωρίσει στην Ολυμπία χάλκινο άγαλμα του Δία υπερφυσικού μεγέθους (2,60–2,70 μ.) πάνω σε επίσης χάλκινο βάθρο που κρατούσε στα χέρια κεραυνούς. Κοντά στην Κυναίθη βρισκόταν η περίφημη Άλυσσος πηγή για την οποία πιστευόταν ότι όποιος έπινε από το νερό της γιατρευόταν από την λύσσα. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Αρχαίοι Λουσοί

Οι Λουσοί ήταν μία σημαντική πόλη της Αρκαδικής Αζανίας, με ιερό πανελλήνιας εμβέλειας. Βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά της προεκτάσεως των Αροανίων ορέων (Χελμού) και συγκεκριμένα στις δυτικές υπώρειες του Λούσιου όρους ή Προφήτης Ηλίας, στη κοιλάδα των Σουδενών, μεταξύ Κύναιθας και Κλείτορος. Η κοιλάδα εκτείνεται κατά μήκος της δυτικής πλευράς των βουνών και μοιάζει με λεκάνη, από την οποία τα ύδατα δεν εκβάλλουν. Στις δυτικές υπώρειες του βουνού Προφήτης Ηλίας ή Λούσιον όρος υπάρχουν και σήμερα οι λεγόμενες καταβόθρες και από εδώ, όπως υποστηρίζεται, το νερό κατέληγε υπογείως στον Αροάνιο ποταμό. Η ύπαρξη της πόλης των Λουσών και η οικονομία της εξαρτιόταν από αυτή την κοιλάδα. Το 1886 η ανασκαφή έφερε στο φως τα θεμέλια του ναού και των κυριότερων οικοδομημάτων του ιερού, περιορίστηκε δε στο ιερό και δεν επεκτάθηκε στην πόλη, η οποία βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο. Το 1981 ξεκίνησαν συμπληρωματικές ανασκαφές στα θεμέλια του ναού της Αρτέμιδος, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η χρονολόγησή του. Επιπλέον, ανατολικά του ναού της Αρτέμιδος, ήρθε στο φως αποθέτης με σημαντικό αριθμό αναθημάτων, που χρονολογούνται στην Υστερογεωμετρική και Αρχαϊκή περίοδο, και μακρόστενο κτίριο, πιθανώς ναό προγενέστερο του μεγάλου ναού. Τα τελευταία χρόνια εντοπίστηκαν εντόπισε τα θεμέλια ενός περίπτερου ναού και μιας ελληνιστικής στοάς. Στη θέση «Φούρνοι» ανασκάφηκαν δύο οικίες των ελληνιστικών χρόνων με πήλινες εστίες και λουτρά με λουτήρες. Τα ευρήματα μας παρέχουν μαρτυρίες για την καθημερινή ζωή και την ντόπια παραγωγή. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Καλαβρύτων)

Αρχαίο Ωδείο Πάτρας

Το Ρωμαϊκό Ωδείο της Πάτρας είναι μεγαλοπρεπές κτίσμα ρωμαϊκών χρόνων που σήμερα έχει ανακατασκευαστεί και χρησιμοποιείται για μουσικές εκδηλώσεις. Βρίσκεται στα δυτικά του Κάστρου, στην Άνω πόλη δίπλα στο Ρωμαϊκό στάδιο και ανάμεσα στις οδούς Παλιών Πατρών Γερμανού, Σωτηριάδου, Παντοκράτορος και την πλατεία Αγίου Γεωργίου. Έχει πρόσοψη προς τα νότια και είναι επενδυμένο με τούβλα, σήμερα οι κλίμακες του είναι επενδυμένες με μάρμαρο. Το Ωδείο κατασκευάστηκε πιθανότατα στα χρόνια του Αυγούστου. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ήταν παλιότερο από το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού και βρισκόταν συνεχόμενο της ρωμαϊκής αγοράς της πόλης, ήταν στολισμένο λαμπρά αλλά όχι όπως το Ηρώδειο που το θεωρούσε λαμπρότερο. Στα χρόνια που πέρασαν το Ωδείο έπαθε ζημιές από φυσικές καταστροφές και επιδρομές και επιχωματώθηκε. Το 1889 αποφασίστηκε να γκρεμιστεί ο λόφος του Στράνη και τα χώματα να χρησιμοποιηθούν στην επιχωμάτωση του λιμανιού που κατασκευαζόταν τότε, κατά τις εργασίες αυτές ανακαλύφθηκε το Ωδείο. Από το 1959 έως το 1963 με πρωτοβουλία και προσωπική δαπάνη του αρχιτέκτονα Ιωάννη Βασιλείου έγινε αναμαρμάρωση και αναστήλωση πολλών χώρων του, γι’ αυτό του το έργο μάλιστα ο Βασιλείου τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών και τον Δήμο Πατρέων. Σήμερα το Ωδείο είναι επισκέψιμο, ενώ χρησιμοποιείται συχνά για μουσικές εκδηλώσεις. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Κάστρο Πάτρας

Το Κάστρο της Πάτρας βρίσκεται στις υπώρειες του όρους Παναχαϊκό. Η ίδρυσή του τοποθετείται τον 6ο μ.Χ. αιώνα επί Ιουστινιανού. Η κατασκευή του πραγματοποιήθηκε με οικοδομικό υλικό της αρχαίας Ακρόπολης που βρισκόταν στο ίδιο σημείο και είχε ήδη καταρρεύσει. Η ιστορία του Κάστρου είναι μακραίωνη και στενά συνδεδεμένη με την ιστορία της πόλης. Τον 9ο αιώνα η Πάτρα δέχεται επίθεση από τους Σλάβους και Σαρακηνούς από στεριά και θάλασσα. Οι εισβολείς ηττώνται και η ήττα τους αποδίδεται στον Πολιούχο Άγιο Ανδρέα. Το 1205 οι Φράγκοι με αρχηγό τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο καταλαμβάνουν την πόλη και το Κάστρο. Η Πάτρα δίδεται ως βαρονία στον Γουλιέλμο Αλεμάν και υπάγεται στο Πριγκηπάτο της Αχαΐας με έδρα την Ανδραβίδα. Ταυτόχρονα γίνεται έδρα του Λατίνου αρχιεπισκόπου, που σταδιακά αποκτά μεγάλη πολιτική ισχύ. Το 1408 ο Πάπας παραχωρεί την πόλη έναντι μισθώματος στους Βενετούς για 5 χρόνια. Το 1428 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος απελευθερώνει το Κάστρο τα τείχη του οποίου επισκευάζονται και πραγματοποιούνται προσθήκες. Το 1458 η πόλη παραδίδεται στους Τούρκους και σταδιακά το Κάστρο μετατρέπεται σε διοικητικό κέντρο, καθώς η στρατιωτική άμυνα της περιοχής μεταφέρεται στο Κάστρο του Ρίου. Κατά το διάστημα 1687-1715, η Πάτρα γίνεται μία από τις 4 επαρχίες της Δημοκρατίας της Βενετίας και από το 1715- 1828 καταλαμβάνεται εκ νέου από τους Τούρκους. Το 1828 ο Γάλλος στρατηγός Μαιζόν απελευθερώνει την περιοχή. Το Κάστρο υφίσταται μεγάλες ζημιές κατά τα Ορλωφικά. Από το 1950- 1975 το Κάστρο ανήκε στον Δήμο Πατρέων και στη συνέχεια παραχωρήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού – 6η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και λειτουργεί ως αρχαιολογικός χώρος. (Πηγή πληροφοριών: Υπουργείο Πολιτισμού)

Κάστρο Ρίου ή Καστέλι του Μοριά

Οχυρωματικό έργο του Σουλτάνου Βαγιαζήτ Β’, χτίστηκε απέναντι από το κάστρο του Αντιρρίου, ώστε έτσι να ελέγχεται το θαλάσσιο πέρασμα, από το Ιόνιο Πέλαγος στον Κορινθιακό Κόλπο, που λεγόταν «Κιουτσούκ Τσανάκ Καλέ», δηλαδή «Μικρά Δαρδανέλλια». Οι Ρωμαίοι είχαν δημιουργήσει στρατιωτική βάση στο Ρίο, διότι είχαν αναγνωρίσει τη σημασία των στενών Ρίου – Αντιρρίου. Αλλά και ο Θουκυδίδης αναφέρει τα τοπωνύμια Ρίον Μολυκρικόν (το σημερινό Αντίρριο) το οποίο μάλιστα ήταν «φίλιον τοις Αθηναίοις» και Ρίον Αχαϊκόν το οποίο «εστίν αντιπέρας, το εν τη Πελοποννήσω». Το 1499 άρχισε η κατασκευή της οχύρωσης με τη σημερινή της μορφή, κατά τη διάρκεια του τουρκοβενετικού πολέμου, από το σουλτάνο Βαγιαζήτ B’, πάνω στα ερείπια ρωμαϊκών οχυρώσεων. Η αρχική οχύρωση ήταν μικρότερη σε έκτα, η με διπλό περίβολο και τάφρο. Το 1532 έγινε κατάληψη από τους Ισπανούς και τον Αντρέα Ντόρια και ανακατάληψη από τους Τούρκους. Το 1603, οι Ιππότες της Μάλτας προκαλούν σημαντικές καταστροφές. Αργότερα όμως (το 1687), όταν ο Μοροζίνι κατάλαβε τον Μοριά, οι Ενετοί ξανάχτισαν το κάστρο στη μορφή περίπου που έχει σήμερα. Παράλληλα έχτισαν και το κάστρο του Αντιρρίου και όπλισαν και τα δύο με κανόνια: 60 στο Ρίο και 30 στο Αντίρριο. Το 1715 γίνεται κατάληψη του Κάστρου από τους Τούρκους, ενώ το 1828 το κάστρο ύστερα από πολιορκία παραδίδεται από τους Τούρκους στον στρατηγό Μαιζόν. Επισκευάζεται και παραδίδεται στους Έλληνες. Το Κάστρο χρησιμοποιήθηκε σα φυλακή για μεγάλο διάστημα. Στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο εγκαταστάθηκαν Γερμανοί. Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου τα δύο κάστρα, Ρίο-Αντίρριο, ήταν δεμένα με τεράστιες αλυσίδες, για να αποτρέπουν το πέρασμα πλοίων στον Κορινθιακό κόλπο. Το κάστρο του Ρίου έχει εξωτερικά σχήμα ισοσκελούς τριγώνου του οποίου η βόρεια γωνία συμπίπτει με τη μύτη της χερσονήσου ενώ οι δύο του πλευρές είναι παράκτιες. H νότια πλευρά του, εκτός από τείχος και πύργους, προστατεύεται και από τάφρο η οποία γέμιζε θαλάσσιο νερό φέροντας σε επαφή τον Κορινθιακό κόλπο με τον Πατραϊκό. Τελευταία η τάφρος γεμίζει και πάλι με θαλάσσιο νερό το οποίο μάλιστα -προφανώς μετά από εργασίες που έχουν γίνει- ανανεώνεται. H βόρεια γωνία του κάστρου προστατευόταν και αυτή από πύργους ενώ στο εσωτερικό του τριγώνου υπάρχουν τα ερείπια ενός τεράστιου κυκλικού οικοδομήματος. (Πηγή πληροφοριών: Καστρολόγος)

Μυκηναϊκό νεκροταφείο Βούντενης

To Μυκηναϊκό νεκροταφείο Βούντενης μαζί με το Μυκηναϊκό οικισμό στη θέση Μπόρτζι αποτελούν το Μυκηναϊκό πάρκο Πατρών, που βρίσκεται πλησίον του οικισμού της Βούντενης Αχαΐας (γνωστής και ως Σκιόεσσα). Ο αρχαιολογικός χώρος συνολικής έκτασης 180 στρεμμάτων βρίσκεται σε υψόμετρο 220 μέτρων, σε απόσταση 7 χιλιομέτρων βορειανατολικά της Πάτρας, και έχει διαμορφωθεί σε επισκέψιμο πάρκο. Περιλαμβάνει 78 λαξευτούς θαλαμωτούς τάφους και τα ερείπια ενός προϊστορικού οικισμού που πιθανώς ταυτίζεται με την αρχαία Μεσσάτιδα. Οι πρώτες αρχαιολογικές ανασκαφές ξεκίνησαν το 1923 από το Νικόλαο Κυπαρίσση. Πολλά από τα ευρήματα που έχουν έρθει στο φως, όπως αγγεία, πήλινα ειδώλια, χάλκινες αρύταινες, εργαλεία, όπλα και κοσμήματα, έχουν μεταφερθεί και εκτίθενται στο κοντινό αρχαιολογικό μουσείο Πατρών. Ο προϊστορικός οικισμός της Βούντενης, με διάρκεια κατοίκησης περίπου πεντακοσίων ετών (1500-1050 π.Χ.), αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες περιφερειακές εγκαταστάσεις του ευρύτερου Μυκηναϊκού κόσμου. Ο οικισμός στη θέση Μπόρτζι, λόγω της φυσικής οχύρωσης και απόκρυψης που παρέχει η λοφοσειρά στους πρόποδες του Παναχαϊκού όρους, αποτέλεσε τον κεντρικό πυρήνα ενός ευρύτερου συνόλου, μικρότερων οικισμών που είχαν αναπτυχθεί στα πεδινά της γύρω περιοχής. Η γεωγραφική θέση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ίδρυση και ανάπτυξη του οικισμού, καθώς έδινε τη δυνατότητα επόπτευσης της θαλάσσιας περιοχής καθώς και γρήγορης διαφυγής στα ορεινά σε περίπτωση κινδύνου. Στη θέση του σημερινού έλους της Αγυιάς υπήρχε εκείνη την εποχή φυσικό λιμάνι, που παρείχε τη δυνατότητα διεξόδου στη θάλασσα και ελέγχου ολόκληρου του Πατραϊκού κόλπου. Επίσης οι πλούσιες και εύφορες εκτάσεις μπορούσαν να προσφέρουν επάρκεια γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων για την αυτάρκη διαβίωση των κατοίκων. Η ύπαρξη μαλακού υπεδάφους συντέλεσε στη δημιουργία νεκροταφείου νοτιοανατολικά του οικισμού σε πλαγιά λόφου (θέση «Αμυγδαλιά»), στα δυτικά του σημερινού οικισμού της Βούντενης. Στα δυτικά του σημερινού οικισμού της Βούντενης και νοτιοανατολικά του προϊστορικού οικισμού, στη θέση Αμυγδαλιά, ανακαλύφθηκε, αρχικά από τις ανασκαφές του Νικόλαου Κυπαρίσση και στη συνέχεια του Λάζαρου Κολώνα, το Μυκηναϊκής τεχνοτροπίας νεκροταφείο. Σε έκταση 18 στρεμμάτων ανακαλύφθηκαν 78 θαλαμωτοί τάφοι ποικίλων σχημάτων και διαστάσεων, ενώ νεότερες έρευνες υπέδειξαν πιθανές θέσεις για δεκάδες ακόμα. Οι περισσότεροι τάφοι που εξερευνήθηκαν ήταν κτερισμένοι με κυκλική, τετραγωνική, πεταλόσχημη ή τετράπλευρη μορφή με θόλο, με ποικίλες διαστάσεις και πολλαπλές ταφές. Οι μεγαλύτεροι τάφοι είναι οι υπ’ αριθμόν 4 και 75 που λόγω του μεγέθους τους εικάζεται πως ανήκαν σε αξιωματούχους ή άρχοντες. Τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης που ανακαλύφθηκαν, όπως αγγεία, κοσμήματα, εργαλεία, όπλα και σκεύη, αποδεικνύουν τον πλούτο, την ευμάρεια και τις εμπορικές σχέσεις των κατοίκων της περιοχής. Τα περισσότερα αντικείμενα μεταφέρθηκαν σε αποθήκες και τα σημαντικότερα ευρήματα εκτίθενται στο κοντινό Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Πύργος του Τσαλαμιδά

Στο Αλεποχώρι, σε οχυρή θέση ονόματι Τσαλαμιδαίικα, υπάρχει ο τεράστιος και τριώροφος πύργος του Τσαλαμιδά, που δεσπόζει επιβλητικά στο χωριό. Είναι και αυτός ένα χαρακτηριστικό δείγμα των Πύργων και Πυργόσπιτων που είναι έργα Βαρβαριτών μαστόρων. Πρόκειται για ένα ξεχωριστό και αξιοθαύμαστο είδος λαϊκής αρχιτεκτονικής, στο οποίο αντανακλάται η αμυντική αναγκαιότητα μιας ιδιαίτερα ταραγμένης εποχής, όπως η περίοδος 1770-1830. (Πηγή πληροφοριών: Δήμος Ερυμάνθου)

Φάρος Πάτρας

Ο Φάρος της Πάτρας είναι κτίσμα στη λιμενική ζώνη του Δήμου Πατρέων και αποτελεί σύμβολο της πόλης. Βρίσκεται παράκτια στην περιοχή του ιερού ναού του Αγίου Ανδρέα, δίπλα στην ιχθυόσκαλα της περιοχής. Ο πρώτος φάρος ήταν ξύλινος και είχε χτιστεί το 1858 σε άλλη κοντινή τοποθεσία, στο μόλο του Αγίου Νικολάου, καταστράφηκε όμως κατά την διάρκεια θύελλας το 1865. Αντικαταστάθηκε με νέο πέτρινο φάρο το 1878, ο οποίος είχε διάμετρο 4-5 τ.μ. και ύψος 17 μέτρων. Ο πύργος αυτός κατεδαφίστηκε το 1972 κατά τη διάρκεια εργασιών για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών του λιμανιού. Το 1999 το τοπικό συμβούλιο της πόλης αποφάσισε να ξαναχτιστεί ο φάρος, νοτιότερα στην περιοχή του ναού του Αγίου Ανδρέα. Ο νέος αυτός φάρος δεν έχει ναυτιλιακή χρήση αλλά κυρίως πολιτισμική, αποτελώντας ένα από τα αξιοθέατα της πόλης. Στο ισόγειο του κτίσματος υπάρχει καφετέρια και η γύρω περιοχή έχει μετατραπεί από τότε σε πάρκο, αποτελώντας χώρο αναψυχής της πόλης. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Μουσεία

Αρχαιολογικό Μουσείο Αιγίου

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αιγίου εγκαινιάστηκε στις 6 Αυγούστου 1994. Υπέστη ζημιές από το σεισμό του 1995 αλλά επαναλειτούργησε το 1999. Το κτίριο, το οποίο αρχικά στέγαζε τη δημοτική αγορά της πόλης, κατασκευάστηκε από το φημισμένο αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλλερ το 1890. Διαθέτει έξι δωμάτια με ευρήματα από τη Νεολιθική έως και την Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο. Τα ευρήματα προέρχονται κυρίως από την πόλη του Αιγίου και τις άλλες αρχαίες πόλεις της Αιγιάλειας (Αίγειρα, Κερύνεια, Ρύπες, κ.α). Το Αίθριο της πρώην Αγοράς, σήμερα «Αίθουσα Μελίνα Μερκούρη», λειτουργεί ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων του μουσείου και άλλων πολιτιστικών φορέων της πόλης.  (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών

Το αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών στεγάζεται και λειτουργεί από το 2009 σε νεόδμητο κτίριο που κατασκευάστηκε για το σκοπό αυτό. Στην έκθεσή του παρουσιάζονται ευρήματα που προέρχονται από την Πάτρα, την ευρύτερη περιοχή της και τη Δυτική Αχαΐα γενικότερα, και καλύπτουν όλο το φάσμα της αρχαιότητας από το 3000 π.Χ. έως τον 4ο αι. μ.Χ. Σκοπό έχει αφενός μεν να καταστήσει τον απλό επισκέπτη, τον μαθητή, το παιδί, τον κάτοικο της πόλης κοινωνό της ιστορίας του και της εθνικής του ταυτότητας, αφετέρου δε να ικανοποιήσει τα ενδιαφέροντα του ειδικού επιστήμονα, του μελετητή και τέλος να προβάλει την αρχαία ιστορία και τέχνη της περιοχής στον τουρίστα. Στόχος ακόμη του Μουσείου είναι να καταστεί ένα ζωντανό κύτταρο της πόλης που θα την επηρεάζει και θα επηρεάζεται από αυτήν (καλλιεργώντας μια αμφίδρομη σχέση με την κοινωνία) αλλά ακόμη να αποτελέσει πόλο έλξης υπερτοπικού χαρακτήρα ο οποίος θα δώσει μια νέα πολιτιστική διάσταση στην Πάτρα. Το ακίνητο και το κτίριο του Μουσείου βρίσκεται στην βόρεια είσοδο της πόλης επί της Ν.Ε.Ο Πατρών-Αθηνών και «επιβάλλεται» με τον όγκο του και τα μοντέρνα αρχιτεκτονικά μορφολογικά χαρακτηριστικά του στην περιοχή. Διαθέτει επιβλητική είσοδο και άνετους χώρους υποδοχής και εξυπηρέτησης του κοινού, μικρό αμφιθέατρο για εκδηλώσεις, αναψυκτήριο (που δεν έχει ακόμα λειτουργήσει), εκθετήριο και πωλητήριο ειδών Τ.Α.Π.Α, τρεις μεγάλες αίθουσες που αντιστοιχούν στις τρεις αντίστοιχες εκθεσιακές ενότητες και αίθουσα περιοδικών εκθέσεων. Διαθέτει ακόμη αίθουσα πολυμέσων, αίθουσα εκπαιδευτικών προγραμμάτων, σύγχρονα εργαστήρια συντήρησης και αποθήκες, γραφεία για την διοίκηση και έναν άνετο υπαίθριο χώρο με θέσεις στάθμευσης των οχημάτων και μικρό πάρκο αναψυχής. Στην πρόσοψή του κυριαρχεί σφαιρικός θόλος επενδεδυμένος με φύλλο τιτανίου εδραζόμενος σε τεχνητή λίμνη, και συνδέοντας το Μουσείο με το υγρό στοιχείο, υπονοώντας με αυτόν τον τρόπο τη σχέση της πόλης με την θάλασσα. Στο Μουσείο με στόχο την επιδίωξη της ένταξής του στην κοινωνική-πολιτιστική ζωή της πόλης πραγματοποιούνται ποικίλες εκδηλώσεις εκτός από τα εκπαιδευτικά προγράμματα: περιοδικές εκθέσεις ευρύτερου, πλην του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, διαλέξεις, σεμιναριακού τύπου κύκλοι μαθημάτων συναφούς προς την αρχαιολογία και την αρχαία τέχνη, εορτασμοί με αφορμή την ημέρα των Μουσείων, της πανσελήνου του Αυγούστου κ.λ.π. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών αποτελεί σήμερα ένα σημείο αναφοράς για την πόλη όχι μόνον ως αρχιτεκτόνημα αλλά και ως εκθεσιακός χώρος με τον πλούτο, την ποικιλία και το εύρος των εκθεμάτων του και τις σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις που το διέπουν, προσδίδοντάς της ένα επιπλέον συγκριτικό πλεονέκτημα και μια αφορμή για να το επισκεφτεί κανείς. (Πηγή πληροφοριών: Υπουργείο Πολιτισμού)

Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Αιγίου «Ανδρέας Λόντος»

Ιδρύθηκε το 1994 από την Ιστορική Λαογραφική Εταιρεία Αιγιαλείας (I.Λ.Ε.Α), με πρωτοβουλία και ενέργειες της προέδρου της Βάνας Μπεντεβή, φιλολόγου – ιστορικού. Στεγάζεται σε ένα παραδοσιακό πέτρινο κτίριο περίπου διακοσίων ετών, που έχει συνδεθεί με την ιστορική οικογένεια Ανδρέα Λόντου. Άρχισε τη λειτουργία του το Σεπτέμβριο του 1998. Το 1997, η I.Λ.Ε.Α, παραχώρησε το μουσειακό της υλικό στο Δήμο Αιγίου, με τη δέσμευση να στεγαστεί στο συγκεκριμένο κτίριο και να γίνει πλέον Δημοτικό ίδρυμα. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου είναι η χαρακτηριστική των παραδοσιακών κτισμάτων της Πελοποννήσου. Διώροφο από πέτρα, με τοίχους πάχους ενός μέτρου και μεγάλα παράθυρα. Το εξωτερικό του κτιρίου περιλαμβάνει μια πέτρινη σκάλα και ένα μπαλκόνι με επικλινή στέγη που αποτελεί την παραδοσιακή αποκαλούμενη «λόντζα». Στο εσωτερικό, το κυρίαρχο υλικό είναι το ξύλο στο πάτωμα και στην οροφή. Στο ισόγειο λειτουργεί το Λαογραφικό και στον Α’ όροφο το Ιστορικό Μουσείο, που καλύπτουν όλες τις ιστορικές περιόδους. Τα εκθέματα του, προέρχονται αποκλειστικά από προσφορές των Αιγιωτών (οικογενειακά κειμήλια). Το λαογραφικό υλικό είναι πλούσιο και αξιόλογο, κατανεμημένο κατά ενότητες σε τέσσερις αίθουσες και περιλαμβάνει οικιακά σκεύη, έπιπλα, ενδυμασίες, αγροτικά εργαλεία και οικομηχανές υπαίθρου, αντικείμενα από την αγροτική και ποιμενική ζωή, αργαλειούς, υφαντά και διάφορα εργαλεία υφαντικής κα. Το ιστορικό υλικό επίσης είναι σημαντικό (με ιδιαίτερης ιστορικής αξίας εκθέματα) κατανεμημένο σε έξι αίθουσες, με βάση τον ιστορικό άξονα από την Τουρκοκρατία έως το 1950. Περιλαμβάνονται όπλα, ενδυμασίες, κοσμήματα της εποχής του 1821, νομίσματα, πίνακες, φωτογραφίες ιστορικές, έγγραφα, παράσημα, πολεμικό υλικό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κα. Το Μουσείο διακρίνεται για τον τοπικό του χαρακτήρα. Είναι ένα τοπικό μουσείο που αποσκοπεί στην ανάδειξη της ιστορίας και του τρόπου ζωής των κατοίκων της πόλης και της ευρύτερης περιοχής του Αιγίου, κατοίκων και οικογενειών που συνετέλεσαν στη δημιουργία του. Επίσης λειτουργεί και Αναγνωστήριο – Βιβλιοθήκη με ιστορικού και Λαογραφικού χαρακτήρα έργα, αίθουσες εκθέσεων Μικράς Ασίας, ενώ μια αίθουσα περιλαμβάνει έπιπλα, σερβίτσια, πορτραίτα, καπέλα της Αστικής εποχής του Αιγίου (1900 – 1950). (Πηγή πληροφοριών: Δημοτικό Ιστορικό & Λαογραφικό Μουσείο Αιγίου)

Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος

Το Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος είναι ιστορικό μουσείο βρίσκεται στα Καλάβρυτα και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν εκεί στις 13 Δεκεμβρίου 1943. Το μουσείο στεγάζεται στο παλιό Δημοτικό Σχολείο της πόλης που ανεγέρθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα με δαπάνες του ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού και λειτούργησε για πρώτη φορά το 1906. Την περίοδο της κατοχής διέκοψε τη λειτουργία του αφού μετατράπηκε από τους Ιταλούς σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για 500 περίπου Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους. Στις 13 Δεκεμβρίου 1943 οι Γερμανοί κατακτητές συγκέντρωσαν στον προαύλιο χώρο του κτιρίου τους κατοίκους της πόλης και διαχώρισαν τον ανδρικό πληθυσμό από τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους. Οι άνδρες και οι έφηβοι άνω των 13 ετών οδηγήθηκαν στο λόφο του Καππή όπου και εκτελέστηκαν ενώ τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι κρατήθηκαν προσωρινά στο εσωτερικό του κτιρίου προκειμένου οι Γερμανοί να ολοκληρώσουν απρόσκοπτα το καταστροφικό τους έργο. Στη συνέχεια το κτίριο πυρπολήθηκε αλλά οι εγκλωβισμένοι που βρίσκονταν μέσα σε αυτό κατάφεραν να σωθούν. Μετά την κατοχή ανακατασκευάστηκε πλήρως και λειτούργησε πάλι ως Δημοτικό Σχολείο από το 1950 μέχρι το 1992. Ως μουσείο λειτουργεί από το 2005, ενώ το ίδιο το κτίριο έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το 1986. Στη συλλογή του μουσείο περιλαμβάνεται πάσης φύσεως υλικό που σχετίζεται με την πρόσφατη ιστορία των Καλαβρύτων, ιδιαίτερα με την ιστορία του Ολοκαυτώματος της 13ης Δεκεμβρίου του 1943 και των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στην περιοχή την περίοδο της κατοχής, όπως χάρτες, φωτογραφικό υλικό, προσωπικά αντικείμενα των εκτελεσθέντων, και άλλα. (Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια)

Πηγή photo slider: commons.wikimedia.org

Ξενοδοχεία

error: Content is protected !!
You don't have permission to register